Το πώς αντιλαμβανόμαστε την αγάπη και τη δέσμευση διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό μέσα από την οικογένεια στην οποία μεγαλώνουμε. Για κάποιους, αυτό σημαίνει σταθερότητα και ασφάλεια. Για άλλους, πιο σύνθετες εμπειρίες που αφήνουν αποτύπωμα και στις μετέπειτα σχέσεις τους.

Η Emma Fowle, δημοσιογράφος και συγγραφέας, μοιράζεται τη δική της ιστορία για το πώς ήταν να μεγαλώνει με έναν πατέρα που απατούσε τη μητέρα της και πώς αυτή η εμπειρία επηρέασε την εικόνα της για την αγάπη, με τον Independent.

Μεγαλώνοντας στο Λονδίνο της δεκαετίας του ’80, η οικογένειά της έμοιαζε ιδανική. Οι γονείς της ήταν μαζί από την εφηβεία, παντρεύτηκαν πολύ νέοι και έχτισαν μια επιτυχημένη κοινή ζωή. Ο πατέρας της είχε μια δυναμική καριέρα ως πρωταθλητής στην άρση βαρών και ως ιδιοκτήτης κατασκευαστικής εταιρείας, ενώ η μητέρα της διαχειριζόταν τα οικονομικά της επιχείρησης. Η καθημερινότητά τους είχε άνεση και σταθερότητα.

Η εικόνα αυτή άρχισε να αλλάζει όταν ο πατέρας της μπήκε στον κόσμο των αναβολικών και αργότερα των ναρκωτικών. Σταδιακά, η συμπεριφορά του άλλαξε, η οικογενειακή ζωή αποσταθεροποιήθηκε και τελικά ξεκίνησε μια εξωσυζυγική σχέση. Λίγο μετά τη μεγαλύτερη επαγγελματική του επιτυχία, εγκατέλειψε την οικογένειά του, αφήνοντας πίσω του οικονομικά και συναισθηματικά κενά.

«Οι γονείς μου ήταν μαζί από πολύ μικροί. Παντρεύτηκαν στα 19. Όταν γεννήθηκα εγώ, έξι χρόνια μετά, ο πατέρας μου ξεκινούσε μια μεγάλη καριέρα στην άρση βαρών. Μεγαλώνοντας, έμοιαζαν υπερβολικά ευτυχισμένοι. Ο πατέρας μου είχε τη δική του κατασκευαστική εταιρεία και η μητέρα μου διαχειριζόταν τα οικονομικά. Ήταν η δεκαετία του ’80 και τα πράγματα πήγαιναν καλά. Είχαμε σπίτι στην Ισπανία, μία Jaguar στην αυλή. Όταν ήμουν στο δημοτικό, ο πατέρας μου κέρδισε τον πρώτο του παγκόσμιο τίτλο. Θυμάμαι γιορτές, πανό, δημοσιεύματα. Όλα έμοιαζαν σωστά. Και μετά, μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια, όλα κατέρρευσαν», γράφει.

«Δεν το γνωρίζαμε τότε, αλλά είχε αρχίσει να παίρνει αναβολικά. Στην αρχή για έναν τραυματισμό. Μετά ήρθαν οι αμφεταμίνες και τελικά η κοκαΐνη. Ταυτόχρονα δούλευε νύχτα ως πορτιέρης. Η ζωή του έγινε κάτι εντελώς διαφορετικό. Και κάπου εκεί ξεκίνησε και η εξωσυζυγική σχέση.

Μας άφησε για πρώτη φορά με ένα γράμμα προς τη μητέρα μου και 500 λίρες. Λίγες μέρες μετά μάθαμε ότι είχε φύγει στη Νότια Αφρική με τη σύντροφό του, παίρνοντας μαζί του και 35.000 λίρες από τις αποταμιεύσεις μας. Εμείς ετοιμαζόμασταν να μετακομίσουμε, γιατί μας έλεγε ότι τα οικονομικά δεν πήγαιναν καλά. Στην πραγματικότητα, όλα είχαν ήδη διαλυθεί.

Τα επόμενα τρία χρόνια μπαινόβγαινε στη ζωή μας ξανά και ξανά. Όταν έμαθα για την απιστία του, ήμουν 13. Θυμάμαι ότι στάθηκα απέναντί του και του είπα ό,τι μπορούσα για να τον κάνω να μείνει. Του είπα ότι δεν θα είναι στη ζωή μου, ότι δεν θα έρθει στον γάμο μου, ότι δεν θα γνωρίσει τα παιδιά μου. Δεν καταλάβαινα ότι ακόμη κι αν έλεγε “μένω”, δεν μπορούσε να το τηρήσει.

Η μητέρα μου τον δεχόταν πίσω κάθε φορά. Έλεγε ότι δεν ήταν ο άνθρωπος που είχε παντρευτεί, ότι έφταιγαν τα ναρκωτικά. Δεν ήξερα πώς να το επεξεργαστώ αυτό.

Κάποια στιγμή, κατάφερε να απεξαρτηθεί. Δεν ήταν μια καθαρή, εύκολη διαδρομή, αλλά σταδιακά άλλαξε. Για μήνες προσπαθούσε να πείσει τη μητέρα μου να του δώσει άλλη μια ευκαιρία. Τελικά, έπειτα από τρία χρόνια χάους, ήταν ξανά μαζί. Το 1993 ανανέωσαν τους όρκους τους. Και έμειναν μαζί.

Όταν παντρεύτηκα, το 2002, ήταν δίπλα μου. Με συνόδευσε στην εκκλησία και έβγαλε έναν λόγο που τους συγκίνησε όλους. Έμοιαζε σαν όλα να ανήκαν στο παρελθόν. Αλλά δεν ήταν έτσι.

Τον είχα συγχωρήσει, αλλά μέσα μου είχε μείνει κάτι που δεν καταλάβαινα. Για πολύ καιρό δεν μπορούσα να δω την εμπιστοσύνη μέσα σε μια σχέση ως κάτι δεδομένο. Ήμουν πιστή στον σύζυγό μου, αλλά δεν μπορούσα να πιστέψω ότι θα ήταν κι εκείνος.

Πίστευα ότι η απιστία είναι μέρος κάθε σχέσης. Του έλεγα: “Αν συμβεί, θα το ξεπεράσουμε. Αρκεί να είμαστε ειλικρινείς”. Αυτό ήταν το δικό μου πλαίσιο.

Όταν μετακομίσαμε και εκείνος άρχισε να λείπει συχνά για δουλειά, οι φόβοι μου μεγάλωσαν. Και όταν γεννήθηκε η κόρη μας, όλα βγήκαν στην επιφάνεια. Του έλεγα ότι μια μέρα θα μας αφήσει. Με κοίταξε και μου είπε: “Γιατί να το σκεφτείς αυτό;”. Τότε κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

Δεκαπέντε χρόνια μετά την αποχώρηση του πατέρα μου, ξεκίνησα ψυχοθεραπεία. Είχα κουβαλήσει αυτούς τους φόβους χωρίς να καταλαβαίνω πόσο επηρεάζουν τη ζωή μου. Και δεν είμαι η μόνη. Πολλά παιδιά που μεγαλώνουν έχοντας βιώσει την απιστία στο πατρικό τους σπίτι δυσκολεύονται να εμπιστευτούν.

Με ρωτούν συχνά πώς κατάφερα να συγχωρήσω τους γονείς μου. Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Χρειάζεται χρόνος, δουλειά, και μια σοβαρή απόφαση να προχωρήσεις. Δεν γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη.

Ξέρω ότι ο πατέρας μου θα κουβαλά πάντα το βάρος όσων έγιναν. Αλλά είμαι ευγνώμων που καταφέραμε να προχωρήσουμε. Και κυρίως, που μπορώ να δώσω στα δικά μου παιδιά μια διαφορετική εμπειρία από αυτή που είχα εγώ».

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below