«Το χρήμα ρέει προς το μέρος μου εύκολα. Το χρήμα ρέει προς το μέρος μου εύκολα». Τώρα τελευταία επαναλαμβάνω αυτό το μάντρα δύο φορές τη μέρα, μόλις ξυπνήσω και προτού κοιμηθώ, όχι επειδή είναι αλήθεια, αλλά επειδή δεν θα μπορούσε να είναι λιγότερο αληθές. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, το χρήμα δεν έρρευσε ποτέ εύκολα προς το μέρος μου: έπρεπε να πολεμήσω για να κατευθύνω την κάθε πολύτιμη σταγόνα. Το υποσυνείδητό μου φυσικά το ξέρει αυτό και τσινάει με το ψέμα που επαναλαμβάνω στον εαυτό μου δις ημερησίως πιο ευλαβικά κι από βούρτσισμα δοντιών. Μέρα με τη μέρα, όμως, ψέμα με το ψέμα, τσινάει όλο και λιγότερο.
Αυτή είναι η βασική αρχή της τέχνης του manifestation: η επανάληψη μιας φράσης, μιας ιδέας ή ενός στόχου αρκετές φορές μέχρι να μας γίνει πεποίθηση. Γιατί η πεποίθηση γίνεται συχνά η πραγματικότητά μας και το λεγόμενο fake it until you make it είναι τελικά επιστημονικά έγκυρο. Και έχει να κάνει με το πώς αντιδρά το σώμα και το μυαλό μας στο κάθε ψέμα που λέμε.
Το ψέμα είναι σκληρή δουλειά
«Αν λες πάντα την αλήθεια, δεν χρειάζεται να θυμάσαι τι είπες», έγραφε κάποτε ο Μαρκ Τουέιν και πρόσφατες επιστημονικές μελέτες συμφωνούν: ένας ειλικρινής εγκέφαλος είναι χαλαρός, ενώ ένας ανειλικρινής είναι σε κατάσταση πανικού. Ερευνητές στο Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ που συνέκριναν τις λειτουργικές μαγνητικές τομογραφίες (fMRI) των συμμετεχόντων διαπίστωσαν ότι ο προμετωπιαίος φλοιός, η περιοχή του εγκεφάλου μας που συνδέεται με τη ρύθμιση των συναισθημάτων και τον έλεγχο των παρορμήσεων, παρουσίασε σημαντικά αυξημένη ενεργοποίηση όταν έλεγαν ψέματα. Ο καημένος ο εν λόγω φλοιός κάνει multitasking καθώς ταυτόχρονα καταστέλλει την ειλικρινή απάντηση, κατασκευάζει την ψευδή αφήγηση, την ελέγχει ως προς την εσωτερική της συνοχή και προσπαθεί να προβλέψει την αντίδραση του ακροατή. Εξοντωτικό, κάπως, ειδικά όταν βρισκόμαστε σε εσωτερική σύγκρουση με τη συνείδησή μας και αβέβαιοι ως προς το πιο ψέμα είναι το «σωστό» για την περίσταση, όπως δείχνουν μελέτες στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Η έλικα του προσαγωγίου, η περιοχή του εγκεφάλου μας που εστιάζει στην επεξεργασία σφαλμάτων και τον εντοπισμό συγκρούσεων, δουλεύει υπερωρίες όταν βρισκόμαστε σε εσωτερική αντίφαση και ξέρουμε ότι υπάρχει μια διαφορετική, αληθινή απάντηση πέρα απ’ αυτή την οποία δίνουμε. Και μαζί με όλες αυτές τις έξτρα εγκεφαλικές διεργασίες ενεργοποιείται και το μεταιχμιακό σύστημα του εγκεφάλου, η περιοχή που ενεργοποιεί την αντίδραση «fight or flight», η οποία πυροδοτείται κατά τη διάρκεια καταστάσεων άγχους. Το σώμα μας παίρνει το μέμο και αντιδρά ανάλογα, ανεβάζοντας την αρτηριακή μας πίεση και αυξάνοντας τον καρδιακό μας ρυθμό και τα επίπεδα κορτιζόλης στο αίμα. Αρχίζουμε να ιδρώνουμε, το στόμα μας στεγνώνει, η φωνή μας μπορεί να τρέμει – σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί ακόμα και να νιώθουμε ναυτία και τάση για εμετό. Το να λέμε την αλήθεια δεν είναι μόνο ηθικά προτιμητέο, αλλά μας γλιτώνει και από τα Zάναξ.

Επανάληψη, μήτηρ κάθε ψεύδους
Το σώμα και το μυαλό μας, όμως, είναι πανέξυπνες μηχανές και με αρκετή επανάληψη μπορούν να συνηθίσουν τα πάντα. Ακόμα και, στην περίπτωσή μου, την ιδέα πως το χρήμα ρέει προς το μέρος μου εύκολα. Σύμφωνα με μια ομάδα ερευνητών από το University College London και το Duke University (και σύμφωνα με όλους εμάς που ζήσαμε κάποτε με σύντροφο ή σύζυγο με τάσεις απιστίας), η ανειλικρίνεια έχει χαρακτήρα χιονοστιβάδας: τα ψέματα πάντα ξεκινούν μικρά, αλλά αυξάνονται σταθερά σε ένταση με την πάροδο του χρόνου. Αυτό συμβαίνει γιατί με τον καιρό και την επανάληψη ο εγκέφαλος απευαισθητοποιείται και γίνεται ολοένα ευκολότερο να πούμε ψέματα όταν το κάνουμε ξανά και ξανά. Περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με τα συναισθήματα, όπως η αμυγδαλή που λειτουργικές μαγνητικές τομογραφίες έδειχναν να φωτίζεται σαν πυροτέχνημα όταν κάποιος έλεγε ψέματα αρχικά, παρουσιάζουν όλο και λιγότερη δραστηριότητα όσο τα ψέματα επαναλαμβάνονται. Ακριβώς όπως όταν αντιμετωπίζουμε άλλα δυσάρεστα ερεθίσματα, όπως δυνατούς θορύβους ή τρομακτικές εικόνες, για παράδειγμα, ο εγκέφαλός μας έχει την ικανότητα να προσαρμόζεται και να μειώνει την ένταση των ερεθισμάτων. Και δυστυχώς ή ευτυχώς, σε αυτή την περίπτωση η προσαρμογή καθιστά ευκολότερο το να κάνουμε κάτι που αρχικά θεωρούσαμε μεμπτό. Οταν το ψέμα δεν μας προκαλεί πλέον αρνητικά συναισθήματα, είμαστε σε θέση να πούμε ολοένα μεγαλύτερα ψέματα, τα οποία φυσικά μειώνουν περαιτέρω την ευαισθησία μας απέναντι στην πράξη του ψεύδους – και η ηθική κατρακύλα συνεχίζεται. Τι γίνεται, όμως, όταν τα ψέματα που λέμε δεν επηρεάζουν τους άλλους, αλλά εμάς και την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας;
Ταυτότητα, μνήμη και άλλες ανακρίβειες
Κανείς μας δεν πιστεύει πως είμαστε ο κακός της υπόθεσης στη δική μας ιστορία. Ακόμα και οι πιο στυγεροί εγκληματίες κατά βάθος πιστεύουν πως είχαν τους λόγους τους και πως ήταν δικαιολογημένοι για τις πράξεις τους. Ερευνα στο Duke University έδειξε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι να εξαπατήσουν -τους άλλους ή τον εαυτό τους- ακριβώς όσο χρειάζεται για να διατηρήσουν μια εσωτερική θετική εικόνα. Η έλικα του προσαγωγίου, που όπως είπαμε παίζει ρόλο «ελεγκτή συγκρούσεων», επιτρέπει μικρές αναλήθειες που μπορούν να δικαιολογηθούν, ενώ μας βγάζει κόκκινη κάρτα στα μεγαλύτερα ψέματα που θα απαιτούσαν την εγκατάλειψη της ιδέας πως είμαστε ένα ειλικρινές άτομο. Ο εγκέφαλός μας δεν επιλέγει μεταξύ ειλικρίνειας και ανειλικρίνειας, όπως κάποιος επιλέγει να ανοίξει ή να κλείσει ένα διακόπτη ηλεκτρικού. Αντίθετα, πρόκειται για ένα φάσμα που μπορεί να ρυθμιστεί ώστε να προστατεύει την ταυτότητα μας και όταν οι εσωτερικές μας άμυνες δημιουργούν αυτο-παραπλανητικές αφηγήσεις, αυτό μπορεί ωραιότατα να επεκταθεί.
Εξίσου ρευστή με την εσωτερική μας θετική εικόνα και ταυτότητα είναι και η μνήμη μας. Ερευνα που δημοσιεύτηκε στο Harvard University Press τονίζει κάτι που ξέραμε εδώ και χρόνια: οι αναμνήσεις δεν αποτελούν καλή πηγή πληροφοριών.
Ο εγκέφαλός μας είναι γενικά αναξιόπιστος αφηγητής και δεν αντιλαμβάνεται την αλήθεια ως κάτι που συνάδει με τα γεγονότα ή την πραγματικότητα. Αντίθετα, λειτουργεί με βάση την προσωπική μας «αλήθεια»: γεγονότα που περνάνε από το φίλτρο των προσωπικών μας προκαταλήψεων και αντιλήψεων για τον κόσμο.
Αυτή η «αλήθεια» ευθύνεται για γνωστικά λάθη που κάνουμε καθημερινά ή για τις αρνητικές σκέψεις που μπορούν να μας εγκλωβίσουν σε ένα μοτίβο άγχους και ανησυχίας ανεξαρτήτως από το αν τα γεγονότα γύρω μας όντως χρήζουν τέτοιου άγχους και ανησυχίας. Είμαστε διατεθειμένοι όχι μόνο να χρωματίσουμε, αλλά και να επανασχεδιάσουμε διαφορετικά τις αναμνήσεις μας ώστε να ταιριάζουν μ’ αυτή την εσωτερική μας εικόνα για τον κόσμο. «Αν είσαι σφυρί, όλος ο κόσμος φαίνεται σαν καρφί», έλεγε στα 60s ο ψυχολόγος Abraham Maslow, διάσημος για την ιδέα της ιεράρχησης των ανθρώπινων αναγκών. Πιο πρόσφατα, μελέτη που δημοσιεύτηκε στο PsyCh Journal δείχνει πως το ψέμα μπορεί να επηρεάσει τις αναμνήσεις μας και να προκαλέσει διαταραχές της μνήμης σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι το να λέει κανείς την αλήθεια. Μάλιστα, ψέματα με εσωτερική παρακίνηση (δηλαδή ψέματα που νιώθουμε πως πρέπει να πούμε στον εαυτό μας και τους άλλους ώστε να τα πιστέψουμε κι εμείς) μπορούν να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη διαταραχή της μνήμης σε σύγκριση με ψέματα με εξωτερική παρακίνηση (π.χ. όταν λέμε ψέματα για να γλιτώσουμε από μια δυσάρεστη κατάσταση).
Manifestation, ένα ψέμα τη φορά
Και κάπως έτσι, επιστρέφουμε στην ιδέα του manifestation: αν ξέρουμε πως τα ψέματα που λέμε στον εαυτό μας είναι τόσο αποτελεσματικά που μπορούν να ξαναγράψουν τις αναμνήσεις μας, δεν είναι μεγάλο το λογικό άλμα που απαιτείται για να συνειδητοποιήσουμε ότι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το ψέμα ως εργαλείο καλυτέρευσης της ζωής μας. Μελέτες στο Atlantic International University τονίζουν ότι ο εγκέφαλός μας είναι μια μηχανή πρόβλεψης, ικανή να προσομοιώσει μελλοντικά αποτελέσματα με βάση εμπειρίες του παρελθόντος. Αν οι εμπειρίες μας αλλάξουν, η ιδέα μας για το τι είναι πιθανό να συμβεί στο μέλλον αλλάζει επίσης. Οταν περνάμε αρκετό χρόνο οραματιζόμενοι ένα στόχο ή ένα αποτέλεσμα, το δίκτυο αυτόματης λειτουργίας του εγκεφάλου μας ενισχύει τις νευρικές διαδρομές που σχετίζονται με αυτό το αποτέλεσμα, ενισχύοντας την αυτοπεποίθησή μας και μειώνοντας τον φόβο μας για το εν λόγω αποτέλεσμα. Ξαφνικά, το εγκεφαλικό μας στέλεχος φιλτράρει τα εισερχόμενα αισθητηριακά μας δεδομένα και δίνει προτεραιότητα σε ό,τι ταιριάζει με το στόχο ή το αποτέλεσμα που θέλουμε – κάπως σαν τον αλγόριθμο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο εγκέφαλός μας μάς σερβίρει πρώτα τα ερεθίσματα που πιστεύει ότι θέλουμε να δούμε γιατί συνάδουν με το στόχο μας. Αρχίζουμε να παρατηρούμε πράγματα που προηγουμένως αγνοούσαμε και να αξιοποιούμε ευκαιρίες που ενδεχομένως ήταν πάντα εκεί, αλλά δεν τις είχαμε προσέξει.
Η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ επιβεβαιώνει: όταν αφιερώνουμε πολύ χρόνο σκεπτόμενοι μια πρόθεση, καταλήγουμε να πείθουμε τον εαυτό μας ότι αυτή είναι εφικτή. Το λεγόμενο delulu γίνεται truelulu (ας με συγχωρέσει η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ). Αλλάζοντας τη νοοτροπία μας, «αναγκάζουμε» ουσιαστικά τον εγκέφαλό μας να κάνει το όνειρό μας πραγματικότητα, μαθαίνοντάς τον ότι ορισμένα πράγματα είναι εξαιρετικά σημαντικά για εμάς. Ειδικά όταν αυτά τα πράγματα που επιδιώκουμε δεν κάνουν κακό σε κάποιους άλλους αλλά ωφελούν εξίσου εμάς και το γενικότερο καλό, η διαδικασία του manifestation γίνεται ακόμα πιο αποτελεσματική, καθώς το σώμα μας απελευθερώνει νευροδιαβιβαστές, όπως η οξυτοκίνη, που διεγείρουν τα κέντρα της ευχαρίστησης και της ανταμοιβής. «Το χρήμα ρέει προς το μέρος μου εύκολα, και το μοιράζω απλόχερα σε όσους έχουν ανάγκη». Επαναλάβετε μαζί μου δις τη μέρα, και πού θα πάει, θα το κάνουμε πραγματικότητα.



