Υπάρχουν παραστάσεις που σε πιάνουν από το γιακά, κι άλλες που σε τραβούν αθόρυβα μέσα στον κόσμο τους, μέχρι να καταλάβεις ότι κρατάς την ανάσα σου. Το Misery σε βάζει στο ίδιο δωμάτιο με τους ήρωες – και μετά σου “κλειδώνει” την πόρτα από μέσα. Το έργο του Στήβεν Κινγκ που σκηνοθέτησε η Ελένη Καρακούλη στο θέατρο Άνεσις, είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ-δωματίου που μετατρέπει τον εγκλεισμό σε εμπειρία για τον θεατή. Στον πυρήνα του, η πάλη ενός δημιουργού με τον ίδιο του τον εαυτό, αλλά και το κοινό του: ποιος τελικά ελέγχει ποιον όταν ένα δημιούργημα αποκτά τέτοιους φανατικούς θαυμαστές που του χαρίσουν μια ζωή, έξω από το κεφάλι του συγγραφέα και τις σελίδες του βιβλίου που το γέννησαν;
Η Άννι της Φιλαρέτης Κομνηνού είναι μία πρώην νοσοκόμα που ζει σε ένα απομονωμένο σπίτι στα βουνά, όχι πολύ μακριά από το σημείο που ένας διάσημους συγγραφέας, ο Πολ του Αναστάση Ροϊλού, παθαίνει ένα σοβαρό ατύχημα με το αυτοκίνητό του. Ο Πολ είναι ο δημιουργός μιας λογοτεχνικής ηρωίδας που η Άννι λατρεύει σαν καλύτερη φίλη αν όχι alter ego της. Τους συναντάμε όταν εκείνος ξυπνάει, τραυματισμένος φρικτά στα πόδια και καθηλωμένος σε ένα κρεβάτι, δέχεται την περιποίηση της νοσοκόμας “εν αποστρατεία” (;) Άννι. Αυτό που ήδη γνωρίζει ο θεατής είναι ότι ο Πολ είναι έτοιμος να αφήσει τα βιβλία με ηρωίδα τη Μίζερι πίσω του. Αυτό που δεν γνωρίζει είναι το σκοτεινό παρελθόν της Άννι…

Η Φιλαρέτη Κομνηνού φτιάχνει μια Άννι που δεν είναι απλώς τέρας: είναι ένα τρομαγμένο κοριτσάκι με μια αφοπλιστική τρυφερότητα. Με κίνηση, αλλά και στάση σώματος ανατριχιαστική και βλέμμα-λεπίδα που στοιχειώνει το θεατή για μέρες μετά από την παρακολούθηση της παράστασης και χωρίς ποτέ να γίνεται καρικατούρα παρά την κάπως γκροτέσκα εμφάνιση, δίνει ζωή σε ένα πλάσμα που φαρμακώνει τον ίδιο του τον εαυτό μέσα από την αχόρταγη ανάγκη της για έλεγχο, για να γίνουν τα πράγματα όπως εκείνη νιώθει ότι θα είναι σωστά. Απέναντί της, ο Αναστάσης Ροϊλός δίνει στον Πολ νεύρο, δημιουργική αγωνία κι ένα ζωτικό χιούμορ που κρατά τον ίδιο και τον θεατή έξω από το απόλυτο σκοτάδι και το ζοφερό της κατάστασης. Με πάντα απίστευτη λεπτομέρεια στην καλοδουλεμένη κίνηση, δείχνει τι μπορεί να κάνει ένας χαρισματικός ηθοποιός ακόμη κι όταν ο ρόλος του απαιτεί να παίζει καθηλωμένος.
Λίγες μέρες αφότου είδαμε την παράσταση και κουβαλώντας ακόμη την αδρεναλίνη και τη σκοτεινιά της, ρωτήσαμε τους πρωταγωνιστές της για τα αγαπημένα τους κινηματογραφικά θρίλερ, πέρα βεβαίως από το συναρπαστικό Misery που έχει διαγράψει τη δική του θριαμβευτική πορεία στην ιστορία του σινεμά.

Η Φιλαρέτη Κομνηνού, που ερεύνησε την ηρωίδα της σε βάθος και τρομάζει κάθε φορά μαζί της “όταν βυθίζεται στο κενό και “ξερνάει” το σκοτάδι από το προσωπικό της τραύμα, όταν αποκαλύπτεται η διπολική διαταραχή της, ξεχώρισε τρεις ταινίες.
Seven (1995) του Ντέιβιντ Φίντσερ: “Το ξεχωρίζω για τα διαβρωμένα, εξωπραγματικά πλάνα, ειδικά προς το τέλος της ταινίας και για την ερμηνεία του Κέβιν Σπέισι που ενσαρκώνει ευρηματικά τον εκτελεστή του Κακού που αφήνει πίσω του ανθρώπινα συντρίμμια”.
Η Σιωπή των Αμνών (1991) του Τζόναθαν Ντέμι. “Ο Άντονι Χόπκινς, με το πιο αποκρουστικό βλέμμα που έχω δει σε ταινίες θρίλερ, εμφανίζεται για δεκαέξι λεπτά και στιγματίζει την ταινία με την ερμηνεία του, που για να την πετύχει παρακολούθησε πραγματικές ακροάσεις δολοφόνων”.
Η Έκτη Αίσθηση (1999) του Μ.Νάιτ Σιάμαλαν. “Θα την θυμάμαι πάντα για το καθηλωτικό σενάριο που σου προσφέρει το μεταφυσικό στοιχείο με αριστοτεχνική κινηματογραφική γραφή.Ο μικρός Χάλεϊ Τζόελ Όσμεντ δε, παιδί-θαύμα!”

Ο Αναστάσης Ροϊλός, γνωστός nerd και λάτρης μεγάλων φραντσάιζ κόσμων είτε από βιβλία που προσπαθούν να μεταφερθούν στην οθόνη, είτε από κόμικς, διάλεξε την παρακάτω τριάδα θρίλερ “όχι τόσο βάσει καθαρότητας genre, αλλά περισσότερο συναισθηματικά, συνειρμικά από την έρευνά μου για το Misery, και παράλληλα από τις μεγάλες μου αγάπες, τον Κορεάτικο κινηματογράφο, την Ιαπωνία εν γένει, αλλά και το πώς με έκαναν να νιώσω όταν τα είδα. Είναι κοινής κοσμοθεωρίας αλλά δίνουν πολύ διαφορετικές εμπειρίες θέασης. Το κοινό τους είναι ότι το θρίλερ, ίσως και ο τρόμος μερικές φορές, βρίσκεται στο αόρατο σύστημα και λειτουργεί με σύμβολα, κενά και σιωπές. Η απειλή υπάρχει αλλά χωρίς να φωνάζει. Είναι ταινίες που ακόμα και με στιβαρές/έντονες παρουσίες (βλέπε Τζακ Νίκολσον) πρωταγωνιστής είναι ο κόσμος που δημιουργείται· έργα που τα νιώθεις και δεν βγαίνεις λεπτό από την αίσθηση για να σκεφτείς “τι ωραία που παίζει ο τάδε”.
1. The Shining (1980) και Eyes Wide Shut (1999). Τις βάζω μαζί γιατί για μένα λειτουργούν σαν ένα ενιαίο σύμπαν. Τέλεια παραδείγματα δυτικής, αριστουργηματικής θρίλερ δραματουργίας, τοπ αισθητικής αλλά κυρίως γεμάτα συμβολισμούς για την εξουσία, τη βία, την ενοχή και τον κόσμο που ζούμε. Ακόμα και σε σκηνές φαινομενικά απλού καθημερινού διαλόγου σιγοβράζουν από κάτω νοήματα. Ταινίες με μνήμη και τελετουργία. Επίσης οι συμβολισμοί είναι πιο σημαντικοί από τα γεγονότα. Τέλος, συγκεκριμένα για τη Λάμψη, ο Κινγκ που τον αγαπώ, γράφει -ακόμα μία φορά- για τραύμα και εθισμό, ενώ ο Κιούμπρικ, που λατρεύω, μεταφέρει το έργο κάνοντας το να μιλάει για την ιστορική βία και την επανάληψη, που δεν θα οδηγήσει σε λύτρωση αλλά κάνει τη συνειδητοποίηση ανησυχητική. (Γι’ αυτό και ο Κινγκ ήταν έξαλλος με τον Κιούμπρικ). Η Wendy δεν είναι “καλογραμμένη”, το παιδί δεν είναι “ρεαλιστικό”, ο Jack δεν είναι “πολύπλοκος”, είναι αρχέτυπα μέσα σε τελετουργία.
2. The Chaser (2008) του Να Χονγκ-τζιν Το πιο “γήινο” της λίστας. Κάθε 2-3 χρόνια κάνω rewatch και μου σφίγγει το στομάχι με την ίδια ένταση. Ένα κορεάτικο θρίλερ ωμό και βαθιά ανθρώπινο, για τον σκληρό ρεαλισμό και την κοινωνική του ματιά. Παρότι και ολίγον έως πολύ crime, ο ακραίος ρεαλισμός του έχει κάτι βαθιά anti-crime. Σε άλλες ταινίες γνωστές και αγαπημένες όπως το Zodiac ή το Prisoners, οι θεσμοί υπάρχουν αλλά αποτυγχάνουν, η έρευνα έχει νόημα έστω τραγικό, στο Chaser όμως η αστυνομία είναι αδρανής, το σύστημα άδειο και γενικά δεν υπάρχει ηθικό κέντρο να βασιστείς. Η απουσία πλαισίου είναι υπαρξιακή. Θυμίζει το “από τύχη ζούμε” της ελληνικής πραγματικότητας σε αρκετά θέματα.
3. Cure (1997) του Κιγιόσι Κουροσάβα Ψυχολογικό θρίλερ. Ιαπωνικό, παγωμένο, αριστουργηματικό. Ιδανικό για να πάρει κάποιος μία ιδέα από την ανατολική αντίληψη γύρω από τη συνείδηση, την ταυτότητα και το αόρατο. Μια ταινία που δεν εξηγεί, απλώς σε στοιχειώνει. Δείγμα καθαρής ιαπωνικής κοινωνικής αντίληψης και αισθητικής πριν το είδος αρχίσει να δυτικοποιείται. Όπως και το Ξενοδοχείο στον Κιούμπρικ, το αστικό Τόκιο στον Κιγιόσι Κουροσάβα δεν είναι φόντο αλλά συνθήκη. Το σύστημα προηγείται του ατόμου. Ανάμεσα στα γεγονότα βράζει το άγχος μέσα από μία σχεδόν Ταρκοφσκική αφήγηση.



