Φωτογράφος: Άσπα Κουλύρα
Συνήθως απευθύνονται στο κοινό με τη γλώσσα της μουσικής τους. Αυτή τη φορά όμως, πέντε μέλη της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών επιχειρούν να τοποθετήσουν σε λέξεις την εμπειρία τού να ανήκεις σε ένα ιστορικό σύνολο αλλά και να ζεις μια ζωή γεμάτη με νότες και ρυθμό. Η μία από αυτές, μάλιστα, η βιολίστρια Κατερίνα Χατζηνικολάου, έγραψε ιστορία πριν από δύο χρόνια όταν -μετά τη μακροχρόνια καλλιτεχνική διαδρομή της στο εξωτερικό- έγινε η πρώτη γυναίκα εξάρχουσα της ΚΟΑ, την ίδια περίοδο που μια ακόμα γυναίκα πήρε για πρώτη φορά «την αντίστοιχη θέση στη Φιλαρμονική του Βερολίνου» μας λέει, επισημαίνοντας τη σημασία αυτής της έμφυλης κατάκτησης.
Αυτή την περίοδο ετοιμάζονται να επιστρέψουν στο Ηρώδειο για δύο συναυλίες των Εορτών Αποχαιρετισμού, σε συμπαραγωγή με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου (στις 10/6 με τα έργα «Χαμόγελο της Τζοκόντα» και «Blue», στο πλαίσιο του Αφιερωματικού Ετους Χατζιδάκι και στις 29/6 με την Ογδοη Συμφωνία του Γκούσταβ Μάλερ, «των Χιλίων»). Λίγο πριν, συναντηθήκαμε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, όπου μας μίλησαν και φωτογραφήθηκαν αγκαλιά με τους πιο πιστούς συντρόφους της ζωής τους, τα μουσικά όργανά τους.

Η αρχή
Η πρώτη επαφή της Γωγώς Ξαγαρά, Α’ κορυφαίας στην ΚΟΑ, με την άρπα ήταν εντελώς αναπάντεχη. «Μια μέρα ο πατέρας μου, που ήταν φροντιστής στην Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, με ρώτησε αν θα ήθελα να μάθω άρπα. “Θα πρέπει όμως”, μου λέει, “να πηγαίνεις κάθε μέρα στο ωδείο και να διαβάζεις”. “Αποκλείεται”, του λέω εγώ». Όταν, τελικά, η Γωγώ δέχτηκε να την κρατήσει, έστω, στα χέρια της, «μου άρεσε πάρα πολύ. Έτσι, απλά, ξεκίνησα». Ο πατέρας της είχε διακρίνει προοπτικές στο συγκεκριμένο μουσικό όργανο, που στη σημερινή μορφή του υπάρχει από τις αρχές του 20ού αιώνα, καθώς τότε είχε μόλις δημιουργηθεί η πρώτη τάξη εκμάθησης άρπας στην Ελλάδα, στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης.
«Μια μέρα ο πατέρας μου, που ήταν φροντιστής στην Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, με ρώτησε αν θα ήθελα να μάθω άρπα. “Θα πρέπει όμως”, μου λέει, “να πηγαίνεις κάθε μέρα στο ωδείο και να διαβάζεις”, Γωγώ Ξαγαρά, Α’ κορυφαία στην ΚΟΑ, άρπα
Για τη Σεραΐνα Σέιδου, αντιθέτως, tutti κοντραμπάσο στην ΚΟΑ, η μουσική διαδρομή της ξεκίνησε σαν ένας εφηβικός έρωτας από το ρεσιτάλ ενός κοντραμπασίστα που έτυχε να παρακολουθήσει ως φοιτήτρια στο Horto Festival. Όταν εξέφρασε στους γονείς την επιθυμία να μάθει να παίζει, εκείνοι το αντιμετώπισαν σαν ένα καπρίτσιο. Η πιανίστρια μητέρα της τής έθεσε ως όρο να ολοκληρώσει τις σπουδές της στο πιάνο για να της αγοράσει κοντραμπάσο. Η Σεραΐνα υπάκουσε με μισή καρδιά, αφού από τη στιγμή που είχε ακούσει τον «βαθύφωνο» ήχο του, δεν ήθελε να συνεχίσει να μελετάει τίποτα άλλο.
Η Χρυσή Πιλαφτσή, Α’ κορυφαία στα φλάουτα της ΚΟΑ, ανακάλυψε το συγκεκριμένο όργανο «σχετικά μεγάλη», στα 13-14 της, αφού εντάχθηκε σε μια μικρή ορχήστρα που συνόδευε την παιδική και νεανική χορωδία της Ανάληψης Θεσσαλονίκης, όπου μεγάλωσε. Εκεί βρήκε «μια διέξοδο, μια αγάπη, μια τρέλα» και έχτισε φιλίες που κρατούν μέχρι σήμερα.

Τα στερεότυπα
Από την πρώτη στιγμή που μπήκε η Χρυσή στην ΚΟΑ, πριν από περίπου 25 χρόνια, αντιμετωπίστηκε από όλους τους συναδέλφους της, άντρες και γυναίκες, «ως ισότιμο μέλος». Μόνο δύο μαέστροι, στην αρχή, της φέρθηκαν «με δεσποτισμό: βλέποντας ίσως μια κοπέλα νέα και άπειρη ακόμα, μου έκαναν τη ζωή δύσκολη. Πλέον όμως νομίζω ότι και οι μαέστροι έχουν αλλάξει πάρα πολύ, δεν προσπαθούν να επιβάλουν την εξουσία τους ούτε αντιμετωπίζουν τις γυναίκες σαν πιο αδύναμες μουσικούς».
Η Αθηνά Καψετάκη, μουσικός κρουστών στην ΚΟΑ, επίσης είχε παρατηρήσει στο παρελθόν «φαλλοκρατικές συμπεριφορές», ακόμα και αν φορούσαν τον μανδύα της καλής θέλησης. «Εμάς τις γυναίκες μάς “πρόσεχαν”, αλλά έβλεπες ότι μας θεωρούσαν και κάπως υποδεέστερες. Τα πράγματα έχουν αρχίσει να φτιάχνουν, αλλά αν έχεις μεγαλώσει μέσα σε τέτοιες νοοτροπίες δεν ξεφορτώνεσαι εύκολα αυτή τη μάκα».
«Εμάς τις γυναίκες μάς “πρόσεχαν”, αλλά έβλεπες ότι μας θεωρούσαν και κάπως υποδεέστερες. Τα πράγματα έχουν αρχίσει να φτιάχνουν, αλλά αν έχεις μεγαλώσει μέσα σε τέτοιες νοοτροπίες δεν ξεφορτώνεσαι εύκολα αυτή τη μάκα», Αθηνά Καψετάκη, μουσικός κρουστών στην ΚΟΑ
Οι διακρίσεις που αντιμετώπισε η Σεραΐνα είχαν να κάνουν κυρίως με τον σωματότυπο και όχι το φύλο της. «Όταν είπα στον δάσκαλό μου ότι θέλω να μάθω μπάσο (που έχει ύψος γύρω στα δύο μέτρα), μου είπε: “Μπορείς εσύ, ένα και εξήντα;”. Και του απαντάω, “μπορώ γιατί θέλω”». Η Αθηνά επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχουν όρια στα μουσικά όργανα που μπορεί να παίξει μια γυναίκα, ακόμα και σε όσα προϋποθέτουν σωματική δύναμη. «Εγώ δεν έχω πολύ δυνατά χέρια για να κοντρολάρω τα (σ.σ.: κρουστά) πιάτα, αλλά υπάρχουν κορίτσια που έχουν δυνατά μπράτσα και τα καταφέρνουν άψογα».

Η εξέλιξη
Η Σεραΐνα καταρρίπτει μια ακόμα στερεοτυπική εικόνα: του μουσικού που εξασκείται μέρα-νύχτα κλεισμένος σε ένα δωμάτιο. Επισημαίνει τη σημασία του πλούτου εμπειριών για την καλλιτεχνική εξέλιξή του. «Το πώς θα παίξεις εξαρτάται από τον βιωματικό πλούτο σου και από την πνευματική καλλιέργειά σου. (Στη μουσική ερμηνεία σου) γίνονται αναγωγές και από άλλες μορφές τέχνης, όπως από τη ζωγραφική, από την οποία παίρνουμε χρώματα και χρωματίζουμε τον ήχο μας. Ή, ας πούμε, για να έχεις μια δομημένη ερμηνεία πρέπει να έχεις διαβάσει αρχαίους κλασικούς. Αν δεν έχεις διαβάσει Αριστοτέλη, θα παίζεις παράλογα, χωρίς ρυθμό».
Ενας ακόμα καθοριστικός παράγοντας στην εξέλιξη της Σεραΐνας ήταν η φροντίδα του γιου της αλλά και της γάτας της, που χαρακτηρίζει σήμερα τους πιο δύσκολους κριτές («όταν αρχίζω να παίζω ξινά και άγρια, φεύγουν από το δωμάτιο!»). Παρόλο που τουλάχιστον για κάποια χρόνια επέλεξε να δώσει προτεραιότητα στην ανατροφή του παιδιού της, παρατήρησε ότι «όσο του έδινα τόσο βελτιωνόταν το παίξιμό μου, γιατί κάτι γλύκαινε μέσα μου. Εφευγε το aggressive του χαρακτήρα μου».
«Όταν είπα στον δάσκαλό μου ότι θέλω να μάθω μπάσο (που έχει ύψος γύρω στα δύο μέτρα), μου είπε: “Μπορείς εσύ, ένα και εξήντα;”. Και του απαντάω, “μπορώ γιατί θέλω”», Σεραΐνα Σέιδου, tutti κοντραμπάσο στην ΚΟΑ
Η περιγραφή των αντιδράσεων της γάτας της στη μουσική της μου θυμίζει τα βίντεο μιας πιανίστριας στο Instagram, όπου ενώ εκείνη παίζει, η γάτα της ξαπλώνει μακαρίως πάνω στα πλήκτρα. «Την πρώτη μέρα που πήρα τη γάτα μου», λέει χαρακτηριστικά η Σεραΐνα, «βρέφος εκείνη ακόμα, μόλις που είχε ανοίξει τα μάτια της, την έχασα από το οπτικό πεδίο μου ενώ έπαιζα κοντραμπάσο. Κάποια στιγμή αφήνω το μπάσο για να την ψάξω και βρισκόταν από κάτω».

Η συναυλία
Για όλες τους, η εμπειρία της επαφής με το κοινό αποτελεί, φυσικά, μια ακόμα πηγή δύναμης. «Βγαίνεις σε μια μεγάλη αίθουσα -ας πούμε, σε αυτή την υπέροχη του Μεγάρου- κάθεσαι, ως πρώτο φλάουτο, στο κέντρο της σκηνής και βλέπεις όλο αυτόν τον κόσμο, σαν κάτι πολύ μεγάλο και τον καθένα χωριστά, να κρέμεται από τα χείλη σου», περιγράφει η Χρυσή, κάνοντάς μας σχεδόν να νιώθουμε σαν να είμαστε μαζί της. Το άγχος της σκηνής υπάρχει πάντα, παραδέχεται, αλλά μέσα στα πρώτα λεπτά, τουλάχιστον έπειτα από κάποια χρόνια εμπειρίας, γίνεται «μια ευχάριστη ένταση, που σε κρατάει σε εγρήγορση». Ειδικά αν ανήκεις σε μια όμορφη ομάδα μουσικών, με την οποία έχετε εξελιχθεί παρέα, όπως η Χρυσή με τους «συναδέλφους των ξύλινων πνευστών. Ο ένας εμπιστεύεται τον άλλο, πότε οδηγεί, πότε προσαρμόζεται και όταν το καταφέρνεις αυτό είναι πολύ μεγάλη μαγεία». «Παίζουμε με το ένα μάτι στις νότες, με τα άλλα πέντε και τα οκτώ αυτιά στους γύρω μας», λέει χαρακτηριστικά η Σεραΐνα. Οταν, δε, η ακουστική είναι η ιδανική, όπως στο Μέγαρο, η εμπειρία μπορεί να αγγίξει την τελειότητα.
«Βγαίνεις σε μια μεγάλη αίθουσα -ας πούμε, σε αυτή την υπέροχη του Μεγάρου- κάθεσαι, ως πρώτο φλάουτο, στο κέντρο της σκηνής και βλέπεις όλο αυτόν τον κόσμο, σαν κάτι πολύ μεγάλο και τον καθένα χωριστά, να κρέμεται από τα χείλη σου», Χρυσή Πιλαφτσή, Α’ κορυφαία στα φλάουτα της ΚΟΑ
Αλλά η ΚΟΑ όχι απλώς δεν φοβάται μα επιδιώκει να ερμηνεύει ακόμα και σε χώρους που δεν έχουν σχεδιαστεί ειδικά για συναυλίες. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μπορεί να εγκαταλείπεις το όνειρο της τέλειας ακουστικής αλλά απολαμβάνεις τη συνομιλία της μουσικής σου με άλλα ερεθίσματα – ας πούμε, με τα έργα τέχνης, αλλά και την αρχιτεκτονική, ενός μουσείου. Η Κατερίνα έχει παίξει και σε πιο απροσδόκητα μέρη. «Σε σχολεία, γηροκομεία, νοσοκομεία, φυλακές. Το πιο σημαντικό εκεί είναι η χημεία με το κοινό. Ξέρω ότι κάποιος δεν θα περιμένει να παίξω τέλεια. Αλλά αν έχω ένα μήνυμα να μεταφέρω, θα το καταλάβει. Εκεί νομίζω κρύβεται ο πυρήνας της μουσικής. Από εκεί ξεκινάνε τα πάντα». Ούτε το Ηρώδειο, παρά την παγκόσμια φήμη του και ως συναυλιακός χώρος, διακρίνεται για την ακουστική του. «Δεν χτίστηκε στη μορφή που έχει σήμερα: στην αρχή είχε σκεπή», εξηγεί η Κατερίνα. Η όποια ακουστική του χτίζεται κάθε φορά εκ θεμελίων «μαζί με τους τεχνικούς και τους ηχολήπτες. Είναι περισσότερο ο ίδιος χώρος και η ενέργειά του που δημιουργούν την ατμόσφαιρα για την οποία έρχονται να μας ακούσουν από όλο τον κόσμο».
«Σε σχολεία, γηροκομεία, νοσοκομεία, φυλακές το πιο σημαντικό είναι η χημεία με το κοινό. Ξέρω ότι κάποιος δεν θα περιμένει να παίξω τέλεια. Αλλά αν έχω ένα μήνυμα να μεταφέρω, θα το καταλάβει. Εκεί νομίζω κρύβεται ο πυρήνας της μουσικής», Κατερίνα Χατζηνικολάου, εξάρχουσα της ΚΟΑ, βιολί
«Κάθε φορά που κάθομαι στη σκηνή του Ηρωδείου στη γενική πρόβα και βλέπω από κάτω την Ακρόπολη, βγάζω μια φωτογραφία», περιγράφει η Χρυσή. «Από την ακουστική του δεν πρόκειται να σου χαριστεί τίποτα, παρ’ όλα αυτά κάθε συναυλία εκεί είναι ιδιαίτερη, ενώ ακούς τα τζιτζίκια και μυρίζεις την καλοκαιρινή ευωδιά από τα πεύκα».

Η ευγνωμοσύνη
Οταν μιλάμε για τις προοπτικές βιοπορισμού που έχει σήμερα στην Ελλάδα ένας ερμηνευτής, κλασικής μουσικής ιδίως, η κατάσταση που περιγράφουν οι γυναίκες της ΚΟΑ για τον χώρο τους είναι απογοητευτική. Γεγονός που τις κάνει να αισθάνονται ακόμα πιο τυχερές που ανήκουν σε αυτό το σύνολο, το οποίο συνοδεύουν και τυπικές επαγγελματικές παροχές αλλά και, κυρίως, εμπειρίες ζωής. Η Αθηνά δεν ξέρει ποια να πρωτοξεχωρίσει. Θυμάται από «την πρώτη μας συναυλία ως ΚΟΑ στο Μέγαρο, όταν είχε μόλις ανοίξει, το “Δάφνις και Χλόη” του Μορίς Ραβέλ με μαέστρο τον Γιούρι Τεμιρκάνοφ», μέχρι μια εκτέλεση της «Ιεροτελεστίας της άνοιξης» του Ιγκόρ Στραβίνσκι, «με μαέστρο τον Βασίλη Χριστόπουλο». Μέχρι σήμερα δακρύζει από συγκίνηση όταν ανατρέχει στο Μόναχο το 1995, στη συναυλία με τον Μίκη Θεοδωράκη όταν «ανέβηκε στη σκηνή ο Αντονι Κουίν και χόρεψε συρτάκι».
«Πριν από μερικά χρόνια (σ.σ.: 2023) γιορτάσαμε τα 80 χρόνια της ΚΟΑ», προσθέτει η Γωγώ. «Εκεί συνειδητοποίησα ότι είχα ήδη 20 χρόνια σε αυτή την ορχήστρα, πωπω, το 1/4 της ιστορίας της. Χωρίς καμία υπερβολή, όποτε ανεβαίνω στη σκηνή για να ξεκινήσει η συναυλία, κάνω πάντα την ίδια σκέψη, ότι, Θεέ μου, πόσο τυχερή είμαι, που βρίσκομαι σε αυτή τη συνθήκη, με αυτούς τους συναδέλφους, σε αυτόν τον χώρο, κάνω κάτι που μου αρέσει και πληρώνομαι γι’ αυτό. Αυτό δεν θέλω ποτέ να το ξεχνάω, είναι ένας οδηγός για τη ζωή μου».



