Το Joker του Τοντ Φίλιπς είναι η ταινία που συζητάμε όλοι. Πολλοί την αγάπησαν, μερικοί τη μίσησαν(!). Εγώ την ερωτεύτηκα όπως κανείς ερωτεύεται το σκοτάδι, αμέσως και με ένα σφίξιμο στο στομάχι, σφίξιμο φόβου -όχι το άλλο με τις πεταλούδες. Γιατί, παρόλο που η ταινία έρχεται από τον κόσμο των κόμιξ, μιλάει για την ψυχική ασθένεια. Και γιατί είναι η ιστορία της δημιουργίας ενός τέρατος που το γεννά μία κοινωνία με τη σκληρότητα και την αδιαφορία της. Γιατί είναι ένα πολιτικό, κοινωνικό και ηθικό σχόλιο για τη φύση του καλού και του κακού, όπως, για παράδειγμα το Wicked, ένα βιβλίο του Γκρέγκορι Μακγκουάιαρ που αφηγείται τη ζωή της κακιάς μάγισσας στον Μάγο του Οζ και έγινε μιούζικαλ με μεγάλη επιτυχία στο θέατρο. Ποιοι ήταν οι “Κακοί” πριν τους συναντήσουμε και τους φοβηθούμε/μισήσουμε;

Όπως και στο Wicked, στο Joker παρακολουθούμε τη γέννηση ενός κακού από το υπερηρωϊκό σύμπαν, τις συνθήκες που τον δημιουργούν, το αναπόφευκτο της ύπαρξής του σε μια κοινωνία βίας και ανισότητας που μισεί τον εαυτό της. Ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Τοντ Φίλιπς μοιάζει να θέλει να υπερασπιστεί τη σκέψη ότι δεν γεννιέται κανείς κακός, αλλά γίνεται. Ο υπέροχος για άλλη μία φορά Χοακίν Φίνιξ (Walk the line, The Master) ερμηνεύει το ρόλο με ποιητική ευαισθησία, προσέχοντας τις κινήσεις του με ακρίβεια και χάρη χορευτή και λέγοντας τις ατάκες του σαν να απαγγέλλει ποίηση, την ποίηση ενός τρελλού προφήτη που κανείς δεν είναι έτοιμος να ακούσει. Καθώς παρακολουθούμε τον ήρωα να βυθίζεται στην παράνοια, η υποβλητική μουσική της Ισλανδής Hildur Guðnadóttir οδηγεί μία στρατιά από χορδές σε κατά μέτωπο επίθεση στο θυμικό μας με το στομάχι μας να δονείται ήδη στο ρυθμό των κρουστών της.

Σίγουρα η ταινία αρχίζει και τελειώνει στον Χοακίν Φοίνιξ. Η αβάσταχτη ερμηνεία του ισοφαρίζει σε μεγαλείο εκείνη του πρόωρα χαμένου Χιθ Λέτζερ, που άφησε εποχή και βραβεύτηκε (μετά θάνατον) με Όσκαρ β’ ανδρικού ρόλου για τον δικό του Τζόκερ στο The Dark Knight (2008) του Κρίστοφερ Νόλαν.
Ωστόσο, είναι και ο ρόλος που είναι αληθινός θησαυρός για έναν ηθοποιό που παίρνει το πράσινο φως από το σκηνοθέτη να σκάψει βαθιά στην ουσία του γελωτοποιού.

THE JOKER

J is for Joker: Θα το έχετε ίσως δει γραμμένο σε πολλά βιβλία με τα οποία μαθαίνουν στα παιδιά την αγγλική γλώσσα. The Joker, the jester, the fool: Το πειραχτήρι, ο γελωτοποιός, ο τρελλός. Στα μεσαιωνικά χρόνια ήταν ο υπηρέτης που διασκέδαζε τον μονάρχη στα παλάτια, αλλά και ο περιοδεύων καλλιτέχνης. Με τα φανταχτερά, συνήθως κόκκινα ρούχα του και το σκουφί με κουδουνάκια ραμμένα σε μυτερές απολήξεις. Παραμυθάς και ακροβάτης, μουσικός και ζογκλέρ, ταχυδακτυλουργός.  Είχε το ελεύθερο να λέει ό,τι θέλει, να κοροϊδεύει αν θέλει τον ίδιο του τον αφέντη, να αψηφά την εξουσία. Γιατί ο τρελλός της αυλής ήταν ανέκαθεν άνδρας έξυπνος και σοφός, έτσι ακριβώς όπως τον περιγράφει και ο Σαίξπηρ στο πρόσωπο του Φέστε στη Δωδέκατη Νύχτα. Σε ένα τέτοιο βάθος ρόλου, σε ένα τέτοιο πηγάδι με πληροφορίες βούτηξε ο ο Χοακίν Φοίνιξ και βγήκε φορτωμένος το τρόπαιο μιας ερμηνείας που θα συζητάμε για καιρό, μιας ερμηνείας που έφερε 160 χιλιάδες Ελληνες στις αίθουσες το πρώτο τριήμερο προβολής της ταινίας, μιας ερμηνείας που θα του χαρίσει, ευχόμαστε ένα Όσκαρ Α’ ανδρικού ρόλου.