Πριν από ενάμιση χρόνο περίπου έφτασε στα χέρια μου το βιβλίο «Πώς είναι ο κόσμος» (εκδ. Μεταίχμιο), ένα παιδικό βιβλίο από αυτά τα πολύ ωραία και ιδιαίτερα, γεμάτο ποιητική διάθεση που μπορεί να μιλήσει στην καρδιά μικρών και μεγάλων. Το υπέγραφε η Κατερίνα Ζωντανού και το εικονογραφούσε η Κέλλυ Ματαθία-Κόβο. Είχα ξανασυναντήσει βιβλία της Ζωντανού: το «Ομιλείτε πλουτωνικά;» είχε τιμηθεί με το Βραβείο του Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και τον Έπαινο της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, το «Human Net» είχε φτάσει στις βραχείες λίστες των Κρατικών Βραβείων και των βραβείων του Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, ενώ τα «Γράμματα από τον Αϊ-Βασίλη» είχαν πάρει στο Γ’ Βραβείο της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών.

Αλλά δεν ήταν τα βραβεία ο λόγος που την αναζήτησα. Η Κατερίνα Ζωντανού γράφει βιβλία για παιδιά με τρυφερότητα και ρεαλισμό, χωρίς να τους χαρίζεται κι ας δανείζεται την παιχνιδιάρικη διάθεσή τους. Μοιάζει να την ενδιαφέρει η λεπτομέρεια της καθημερινότητας, όσο και ο σκοτεινός πυρήνας των πραγμάτων, η βία, ο πόλεμος, όλα όσα πληγώνουν τα παιδιά, αλλά και η ανάγκη να πιστέψουν σε μια ενηλικίωση που οδηγήσει σε έναν καλύτερο κόσμο. Όπως στο τελευταίο της βιβλίο, «Περπατώντας στο δάσος» (εκδόσεις Μεταίχμιο), με πρωταγωνιστή ένα σκιουράκι, που διασχίζει το δάσος μια ηλιόλουστη μέρα για να βοηθήσει τον γερο-λαγό και να ανακαλύψει τελικά, τη χαρά της προσφοράς.

«Φτάνει πια με τους κακούς λύκους. Ας αναδείξουμε και την όμορφη πλευρά που πάντα υπάρχει γύρω μας»

Στα δύο πιο πρόσφατα βιβλία σας –«Πώς είναι ο κόσμος» και Περπατώντας στο δάσος– υπάρχει ένα παιδί/ζώο που ρωτάει, ψάχνει, δοκιμάζει. Τι είναι αυτό που σας συγκινεί περισσότερο στην παιδική ματιά για στον κόσμο;

Για τα παιδιά ο κόσμος είναι πρωτόγνωρος. Τίποτα δεν είναι αυτονόητο ή δεδομένο, πρέπει να τα ανακαλύψουν όλα από την αρχή και όταν λέω από την αρχή εννοώ από τα θεμέλια. Έτσι οι απορίες τους είναι βαθιές και ουσιαστικές, είναι θεμελιώδεις και πρέπει να απαντηθούν για να κάνουν οικεία και αποδεκτά τα ανοίκεια, εκείνα που εμείς ως ενήλικες πολλές φορές αποδεχόμαστε απλώς «γιατί έτσι». Η παιδική ματιά ζητά αιτιολόγηση και αυτό σε οδηγεί πίσω στην ουσία των πραγμάτων. Όλα επαναπροσδιορίζονται και τοποθετούνται στη σωστή τους θέση. Πιστεύω πως αν συνεχίζαμε ως ενήλικες να διατηρούμε αυτή τη ματιά, ο κόσμος μας θα ήταν καλύτερος.

«Ο κόσμος είναι όμορφος, όσο τον ομορφαίνεις»

Πιστεύετε ότι τα παιδιά σήμερα ρωτούν λιγότερο ή περισσότερο από παλιότερα; Τι σας ρωτούν πιο συχνά τα παιδιά όταν συναντιέστε μαζί τους σε παρουσιάσεις ή στην τάξη;

Νομίζω ότι τα παιδιά πάντοτε είχαν, έχουν και θα έχουν απορίες. Θα ήταν ανησυχητικό το αντίθετο. Το αν ρωτούν όμως εξαρτάται και από τον χώρο που τους δίνουμε να εκφράσουν τις απορίες τους. Παλιότερα δεν τους επιτρεπόταν να ρωτούν πολλά, σήμερα τα ενθαρρύνουμε να ρωτούν, και έτσι πρέπει.

Οι ερωτήσεις που αντιμετωπίζω στις συναντήσεις μου με τα παιδιά αφορούν κυρίως το περιεχόμενο του βιβλίου για το οποίο συζητάμε∙ τα παιδιά μπαίνουν στην ιστορία και τους απασχολεί το τι συμβαίνει στους ήρωες. Επίσης κάνουν και ερωτήσεις γενικότερες, θέλουν να μάθουν για τη διαδικασία της γραφής, της έκδοσης, της εικονογράφησης, αλλά και προσωπικές ερωτήσεις του τύπου πόσα παιδιά έχω. Από όλα έχουμε! Πάντως θα έλεγα ότι οι συναντήσεις αυτές, αν μη τι άλλο, τους κινούν το ενδιαφέρον.

Όταν γράφετε, έχετε κάποιο πολύ συγκεκριμένο παιδί στο μυαλό σας ή γράφετε για το «παιδί μέσα σας»;

Όχι, δεν έχω κάποιο συγκεκριμένο παιδί στο μυαλό μου. Γράφω απευθυνόμενη σε κάποιο αόρατο ον που έχει τη φοβερή ιδιότητα να με καταλαβαίνει απολύτως, να αισθάνεται πώς νιώθω, να προσέχει την κάθε λεπτομέρεια του κειμένου μου, να καταλαβαίνει το χιούμορ μου, να διακρίνει κάθε ειρωνεία, να αντιλαμβάνεται την αμφισημία των λέξεων που χρησιμοποιώ και πολλά άλλα. Δεν γνωρίζω την ηλικία του, το φύλο του, τις απόψεις του, την εμφάνισή του. Είναι ένας ισότιμος ακροατής που του απευθύνομαι στην πανανθρώπινη γλώσσα της ψυχής και του συναισθήματος και πασχίζω να του δώσω να αισθανθεί αυτά που θέλω να εκφράσω. Αλλά τέτοιο θαυμαστό ον πού να το βρεις; Μου φαίνεται τελικά ότι απευθύνομαι στον εαυτό μου.

Στο Πώς είναι ο κόσμος ένα παιδί ρωτάει μία πέτρα, το χώμα, ένα δέντρο για να καταλάβει πώς είναι ο κόσμος – «σκληρός», «βαθύς», «γερά ριζωμένος» κ.λπ. Πώς γεννήθηκε η ιδέα να αφήσεις τη φύση να απαντήσει αντί για τους ανθρώπους;

Ήθελα οι απαντήσεις να προέρχονται από στοιχεία της φύσης για πολλούς λόγους. Καταρχάς η ιδέα για αυτό το βιβλίο προέκυψε από κάτι που σκέφτομαι πολύ συχνά, ίσως και λόγω της ιδιότητάς μου ως φυσικού, το πώς δηλαδή το ανθρώπινο είδος κατακτά και διευρύνει στο διάβα των αιώνων τη γνώση για τον κόσμο μέσα στον οποίο βρέθηκε. Έτσι, το παιδί στην ιστορία ξεκινά από τα χαμηλά και από τα κοντινά, από το χώμα και την πέτρα, μετά κοιτάζει πιο ψηλά, στην πεταλούδα, στο βουνό, και ξεμακραίνει, φτάνει στον κάμπο και στον ποταμό, και τέλος υψώνει τα μάτια προς τον ουρανό και συνεχίζει την αναζήτησή του στο σύμπαν. Σε αυτή την αναζήτηση, τα φυσικά στοιχεία έχουν τον κύριο λόγο γιατί σε αυτά βασίζεται και η μελέτη του ανθρώπου. Επίσης, τα φυσικά στοιχεία αποτελούν σταθερές, είναι ανεξάρτητα από την εξέλιξη του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δεν με εξυπηρετούσε να απαντά. Η κάθε του απάντηση θα κουβαλούσε τον ψυχισμό του, τη μικρή προσωπική του ιστορία και οπωσδήποτε θα εξαρτιόταν και από την κατάσταση της στιγμής. Κυρίως όμως δεν επιθυμούσα να απαντά ο άνθρωπος, γιατί ήθελα να τονίσω τη σπουδαία και μοναδική του διαφορά από την υπόλοιπη φύση: ότι διαθέτει μια σύνθετη και πολύπλοκη λογική σκέψη που τον κάνει να δημιουργεί, να συνθέτει, να αμφισβητεί, να αναθεωρεί και το πιο βασικό να μπορεί να έχει επίγνωση της άγνοιάς του. Δεν είναι τυχαίο το ότι η πρώτη ερώτηση του παιδιού απευθύνθηκε σε άνθρωπο, στον «σοφό», ο οποίος ασφαλώς δεν απάντησε, και έτσι ξεκίνησαν όλα.

Τώρα που τα λέω όλα αυτά μού μοιάζουν πολύπλοκα, μάλλον επειδή πρέπει να εξηγηθούν λεκτικά. Στη φάση της γραφής δεν κάνω αυτές τις νοητικές διεργασίες, απλά νιώθω ότι έτσι πρέπει να γίνει.

«Ο άνθρωπος διαθέτει πολύπλοκη λογική σκέψη… μπορεί να έχει επίγνωση της άγνοιάς του»

Αν σας ρωτούσε σήμερα ένα παιδί «εσύ πώς λες ότι είναι ο κόσμος;», τι θα του απαντούσατε με τρεις λέξεις ή μία φράση;

Θα του απαντούσα ότι αυτό δεν απαντιέται! Κι αν έβαλα τους ερωτώμενους να δίνουν απαντήσεις, ήταν ακριβώς για να τις αμφισβητήσω. Οποιαδήποτε απάντηση δεν θα μπορούσε να είναι πλήρης, θα ήταν μονοσήμαντη και ανεπαρκής να εκφράσει τον πολύπλευρο κόσμο με τις τόσες, ακόμα και αντιφατικές, εκφάνσεις του. Επίσης η δική μας εικόνα για τον κόσμο είναι προϊόν του εαυτού μας, είναι αποτέλεσμα της δυναμικής μας σχέσης με τον κόσμο και είναι μη στατική, αφού διαρκώς εξελισσόμαστε, ειδικά μάλιστα μέσα σε έναν κόσμο που και αυτός συνεχώς αλλάζει. Έτσι οι απαντήσεις μας μπορεί να φωτίζουν για λίγο μια μικρή πραγματικότητα, αλλά δεν μας καλύπτουν και αυτός ακριβώς είναι ο τρόπος με τον οποίο προχωράμε μπροστά. Η ερώτηση λοιπόν αυτή υπάρχει για να τεθεί, εκεί έγκειται η αξία της, είναι η κινητήρια δύναμη της εξέλιξης και οι προσωρινές και επιμέρους απαντήσεις ανοίγουν σιγά σιγά δρόμο και έρχεται ξανά αυτή η ερώτηση και μας σπρώχνει λίγο ακόμα πιο μπροστά και πιο μπροστά και έτσι προχωρά ο κόσμος.

Υπάρχει τρυφερότητα στη γραφή σας, αλλά και φιλοσοφικός στοχασμός. Πώς ισορροπείτε ανάμεσα στο «μεγάλο» ερώτημα και στη γλώσσα που μπορεί να αντιληφθεί ένα παιδί 3-5 ετών;

Πιστεύω ότι πολλά σημαντικά πράγματα μπορούν να ειπωθούν στα παιδιά, χωρίς να αποτελεί εμπόδιο η γλώσσα. Δεν αντιλαμβάνομαι τη λογοτεχνία ως μια σειρά από περίτεχνες λέξεις και δεν πιστεύω πως η χρήση τους από μόνη της προσθέτει σπουδαιότητα σε ένα έργο. Ίσα ίσα συχνά αποδυναμώνει το κείμενο. Πιστεύω ότι οι λέξεις πρέπει να ξεγυμνώνουν και να οδηγούν στην καρδιά αυτού που θες να εκφράσεις. Ίσως έτσι καταφέρεις να φτάσεις και στην απλότητα. Οι λέξεις λοιπόν πρέπει να είναι απλώς οι κατάλληλες. Και γιατί οι κατάλληλες να μην είναι λέξεις που να μπορεί να αντιληφθεί ένα παιδί; Γράφοντας, σκέφτομαι κι εγώ σε μια απλή γλώσσα, όχι τόσο για να γίνω αντιληπτή όσο γιατί εισχωρώντας στο βάθος του κειμένου ξεφορτώνομαι λέξεις και κρατώ τις ουσιώδεις, όπως σκάβεις και πετάς τα χώματα, ειδικά στα πολύ μικρά κείμενα είναι άκρως απαραίτητο αυτό. Και οι ουσιώδεις λέξεις είναι λέξεις της ψυχής κι αν κάποιος δεν τις ξέρει, μπορεί να τις νιώσει. Αυτός είναι και ο συνδετικός κρίκος μεταξύ νοήματος και γλώσσας, και μαζί είναι η ατμόσφαιρα, το ύφος, ο ρυθμός του κειμένου, αυτά είναι ο δίαυλος επικοινωνίας με οποιονδήποτε αναγνώστη ανεξαρτήτως ηλικίας, η ηλικία άλλωστε δεν είναι προϋπόθεση συναισθηματικής προσληπτικής ικανότητας.

Στο Περπατώντας στο δάσος ένα σκιουράκι αφήνει το παιχνίδι του για να βοηθήσει τον γερο-λαγό και στο τέλος ανακαλύπτει τη χαρά της προσφοράς. Γιατί διαλέξατε το δάσος ως σκηνικό;

Επέλεξα το δάσος γιατί εξυπηρετούσε αυτό που ήθελα να εκφράσω. Είναι μεγάλο, δύσβατο πολλές φορές, άγνωστο και ανεξερεύνητο, πλούσιο σε φυσική ομορφιά, κατοικείται από ζωντανά πλάσματα που σε συντροφεύουν ή σε φοβίζουν, κρύβει απρόοπτα και εκπλήξεις, εγκυμονεί κινδύνους. Περπατώντας στο δάσος, περπατάς στη ζωή. Σε αυτό το δάσος λοιπόν έχουν πορευτεί Κοκκινοσκουφίτσες, Κοντορεβιθούληδες, ξυλοκόποι, κυνηγοί και κακοί λύκοι. Πολλοί κακοί λύκοι. Όταν σκεφτόμαστε ένα παραμύθι στο δάσος, έρχεται κατευθείαν στο μυαλό μας ο κακός λύκος. Έτσι λοιπόν είπα αυτή τη φορά να μη σταθούμε στους κακούς λύκους. Φτάνει πια με τους κακούς λύκους. Ας αναδείξουμε και την όμορφη πλευρά που πάντα υπάρχει γύρω μας. Επίσης ήθελα το σκηνικό να μην είναι τεχνητό, ήθελα να είναι από πάντα εκεί, δημιούργημα της φύσης όπως από πάντα εκεί είναι η αγάπη και η καλοσύνη, μέσα στην αληθινή ανθρώπινη φύση μας.

«Θυμάμαι ένα παιδί Ρομά που όταν σήκωσε το χέρι για να του δώσω τον λόγο προκάλεσε τέτοια έκπληξη στους εκπαιδευτικούς και στους συμμαθητές του που κατάλαβα ότι ήταν η πρώτη φορά που δραστηριοποιήθηκε μέσα στην τάξη»

Πόσο σας απασχολεί να περάσει έμμεσα και ένα μήνυμα αγάπης για τη φύση και το περιβάλλον;

Η αλήθεια είναι ότι, παρόλο που αγαπώ τη φύση, δεν είχα κάτι τέτοιο στο μυαλό μου εξαρχής. Πιστεύω όμως ότι νιώθεις την παρουσία της φύσης και την ομορφιά της μέσα στην ιστορία, γιατί γράφοντας την ένιωθα κι εγώ, και την απέδωσε και η εικονογράφος με τη ζεστασιά των εικόνων της. Ίσως δηλαδή ήταν λίγο αυτονόητο για εμένα ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα όμορφο φυσικό περιβάλλον, γιατί μέσα στην ομορφιά της γύρω μας φύσης αναδεικνύεται και η ομορφιά της φύσης μέσα μας, σαν η μία να είναι προέκταση της άλλης.

Τι σας έχουν ρωτήσει ή σας έχουν πει τα ίδια τα παιδιά μετά την ανάγνωση των βιβλίων; Υπάρχει κάποια φράση που σας έμεινε αξέχαστη;

Τα παιδιά είναι πολύ ευρηματικά. Πάντα σε μια τάξη θα υπάρχουν κάποια που θα πουν πράγματα ουσιώδη, εύστοχα, πολλές φορές ρηξικέλευθα. Αλλά και οι σιωπές και τα βλέμματά τους συχνά λένε πολλά. Θυμάμαι ένα παιδί Ρομά που όταν σήκωσε το χέρι για να του δώσω τον λόγο προκάλεσε τέτοια έκπληξη στους εκπαιδευτικούς και στους συμμαθητές του που κατάλαβα ότι ήταν η πρώτη φορά που δραστηριοποιήθηκε μέσα στην τάξη. Το πιο πρόσφατο που μου έρχεται στον νου είναι η διαπίστωση μιας μαθήτριας όταν μιλούσαμε με αφορμή το «Πώς είναι ο κόσμος». Είπε σε όλους μας με μεγάλο προβληματισμό: «Για σκεφτείτε, αν δεν υπήρχαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ψάχνουν και αναζητούν, θα ήμασταν ακόμη πρωτόγονοι!». Τα παιδιά έχουν ανάγκη από τέτοια ερεθίσματα.

Αν το σκιουράκι από το «Περπατώντας στο δάσος» συναντούσε το παιδί που ρωτάει «πώς είναι ο κόσμος», τι νομίζετε ότι θα του έλεγε;

Τι ενδιαφέρουσα ερώτηση! Λοιπόν, εξαρτάται από το πότε θα το συναντούσε. Γιατί αλλιώς θα μιλούσε το σκιουράκι στην αρχή της ιστορίας μας και αλλιώς στο τέλος, έχοντας κάνει την πορεία του στο δάσος. Προτιμώ να το συναντήσει στο τέλος και τότε ίσως να του έλεγε: «ο κόσμος είναι όμορφος, όσο τον ομορφαίνεις».

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below