Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Marieclaire.gr on Google

Η ιστορία της έγινε ευρύτερα γνωστή πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια, όταν κυκλοφόρησε ένα ντοκιμαντέρ του Σίμου Κορεξενίδη σε έρευνα της Βαρβάρας Γκιγκιλίνη. Η «Μαρίνα Βαλιέρι. Η μικρή ανιψιά του Καβάφη» όπως είναι και ο τίτλος της ταινίας, είναι η εγγονή του αδερφού του Αλεξανδρινού ποιητή, Αριστείδη Καβάφη, από την πλευρά της μητέρας της, Χαρίκλειας. Έχει πίσω της μια μεγάλη και συναρπαστική διαδρομή, που την οδήγησε στο χωριό Παπάδος της Λέσβου, όπου ζει σήμερα, στα 91 χρόνια της.

Ο πατέρας της αγαπούσε τη θάλασσα, έτσι την ονόμασε Μαρίνα, που σημαίνει «θάλασσα» στα λατινικά, όπως λέει στον σκηνοθέτη Άρη Κατσιγιάννη, στο πλαίσιο της σειράς ταινιών του «Οι ιστορίες τους πριν χαθούν».

«Όταν ήρθα εδώ ήταν μόνο ένα δυο σπίτια που είχαν τουαλέτα. Αν είχες ανάγκες, πήγαινες στην αυλή. Όταν αγόρασα αυτό το σπίτι, μέσα στην αυλή ήταν μια τρύπα και μετά έβαζες απάνω μια πλάκα από ξύλο και μια φορά τον χρόνο το άδειαζες. Δεν είχε αυτοκίνητα. Είχε ένας άνθρωπος, που ήτανε πλούσιος. Είχε φέρει ένα αυτοκίνητο από την Αμερική, το οποίο ήτανε στο γκαράζ, κλεισμένο σε κουβέρτες. Το έβγαζε Πάσχα και Χριστούγεννα να πάει από το σπίτι που ήταν στον κεντρικό δρόμο ως την εκκλησία και πίσω».

Η Μαρίνα Βαλιέρη (ή Μαρίνα Βαλιέρι), γεννήθηκε το 1932 στο Παρίσι, αλλά από τη μεγαλοαστική άνεση των πρώτων χρόνων βρέθηκε, σε ηλικία οκτώ ετών, στις κακουχίες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και της γαλλικής Κατοχής. «Αρχικά πουλήσαμε τα κοσμήματα, μετά τα κρύσταλλα, μετά τα σεντόνια, μετά τα παιχνίδια μου, πουλήσαμε τα πάντα. Πουλήσαμε τις κουβέρτες και ο πόλεμος τελείωσε λίγο πριν αναγκαστούμε να πουλήσουμε τα βιβλία μου» έχει πει σε μια συνέντευξή της στο CNN.

«Αρχικά πουλήσαμε τα κοσμήματα, μετά τα κρύσταλλα, μετά τα σεντόνια, μετά τα παιχνίδια μου, πουλήσαμε τα πάντα. Πουλήσαμε τις κουβέρτες και ο πόλεμος τελείωσε λίγο πριν αναγκαστούμε να πουλήσουμε τα βιβλία μου»

Μετά τον πόλεμο ταξίδεψαν στην Κύπρο και κατόπιν στην Αίγυπτο, να συναντήσουν τις οικογενειακές ρίζες. Όπως λέει στο ντοκιμαντέρ του Σίμου Κορεξενίδη: «Από τον καιρό που γεννήθηκα η μοίρα μάς έσπρωχνε από το ένα μέρος στο άλλο. Και σκεφτόμουν: εκεί που βάζω τη βαλίτσα μου εκεί είναι η πατρίδα μου».


Έφυγε από την Αίγυπτο επί Νάσερ, στα τέλη της δεκαετίας του ‘50, και βρέθηκε στη Λέσβο, όπου η οικογένεια είχε έναν μικρό ελαιώνα. Κοντραρίστηκε με τα ήθη της εποχής όχι μόνο μέσα από τον έρωτά της με έναν χωρικό, που αψηφούσε τις ταξικές διαφορές, αλλά και με τον καρπό του, ένα κορίτσι που γέννησε και μεγάλωσε μόνη.

«Είχα συναντήσει στα κτήματα ένα παλικάρι, το οποίο συμπάθησα» εξηγεί στο ντοκιμαντέρ. Η μητέρα της όμως της είπε ότι «δεν είναι της σειράς μας. Και έγινε ατύχημα. Μία φορά πήγα με άντρα στη ζωή μου».

Κοντραρίστηκε με τα ήθη της εποχής όχι μόνο μέσα από τον έρωτά της με έναν χωρικό, που αψηφούσε τις ταξικές διαφορές, αλλά και με τον καρπό του, ένα κορίτσι που γέννησε και μεγάλωσε μόνη.

Όταν ήταν σαράντα ενός, όπως λέει στη συνέντευξή της στο CNN, είχε ένα πρόβλημα υγείας. Πήγε σε έναν γιατρό στην Αθήνα, ο οποίος τής είπε ότι είχε καρκίνο. Αποφάσισε να πάρει μια δεύτερη γνώμη, όχι στην Ελλάδα αλλά στην Αγγλία, όπου διαπιστώθηκε η εγκυμοσύνη της.«Πέρασα δύσκολα αλλά μπορώ να πω ότι είμαι ευχαριστημένη από τη ζωή μου».

«Οι Καβάφηδες ήταν άνθρωποι σοβαροί, μελαγχολικοί. Ο John Καβάφης και ο αδερφός του, Κωστής, ήταν ποιητές» έχει πει για τους προγόνους της.

Για τον θείο της Κωνσταντίνο Καβάφη, η μαμά της έλεγε ότι «ήταν άνθρωπος που κοίταζε πολύ το συμφέρον του, ήταν ρήτορας, πολύ μορφωμένος. Η γλώσσα που μιλούσε κανονικά ήταν τα αγγλικά. Τα ελληνικά τα έμαθε μετά και τα μιλούσε όπως τα μιλούσαν οι Έλληνες της Αλεξάνδρειας».

Παρουσιάζει, μάλιστα, τη δική της εκδοχή για τη μυστηριώδη σχέση του θείου της με τον Αλέκο Σεγκόπουλο, με τον οποίο είχε ιδιαίτερα στενή σχέση αλλά, σύμφωνα με διαφορετικά σενάρια, ήταν εραστής, νόθος γιος (από μια γυναίκα που δούλευε στην υπηρεσία της μητέρας του Καβάφη) ή νόθος ανιψιός του. Το σίγουρο είναι ότι ο Καβάφης τον επέλεξε ως μοναδικό κληρονόμο του.

Η μικρανιψιά του ποιητή υποστηρίζει τη δεύτερη εκδοχή. «Όταν πέθανε ο Καβάφης σε νοσοκομείο της Αλεξάνδρειας, ο Σεγκόπουλος ήταν παρών. Έπεσε στο κρεβάτι, έκλαιγε και φώναζε “πατέρα μου, πατέρα μου”. Όταν ο Σεγκόπουλος μιλούσε για τον Καβάφη, έλεγε “ο γέρος μου”. Η μητέρα μου, ως αριστοκράτισσα, θεωρούσε ότι αποκαλώντας τον έτσι δεν έδειχνε σεβασμό, αλλά ήταν μια χαρακτηριστική λαϊκή έκφραση όταν μιλούσε κάποιος για τον πατέρα του».

«Όταν πέθανε ο Καβάφης σε νοσοκομείο της Αλεξάνδρειας, ο Σεγκόπουλος ήταν παρών. Έπεσε στο κρεβάτι, έκλαιγε και φώναζε “πατέρα μου, πατέρα μου”».

«Το μόνο πράγμα που έχω κοινό με τον Καβάφη είναι που αυτός είναι ένας πολύ γνωστός και μεγάλος ποιητής και εγώ είμαι ένας [sic] άγνωστος ποιητής», λέει στον Άρη Κατσιγιάννη και μας αφήνει να αναρωτιόμαστε, αν έχει την ποίηση στο DNA της, πόσο διαφορετικά θα είχε εξελιχθεί η ζωή της αν ήταν άντρας.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below