Η δύσκολη καθημερινότητα μιας μονογονέα από το Πόρτλαντ, ΗΠΑ, της Brianna Beyrouti, την ώθησε να αλλάξει ριζικά ζωή: ανταποκρίθηκε θετικά σε ένα πρόγραμμα μετεγκατάστασης και μετακόμισε με τα παιδιά της σε μια πόλη «που δεν είχα ακούσει ποτέ ξανά».
Όπως λέει η Brianna σε ένα νέο ρεπορτάζ στην Guardian, η ζωή της ήταν «μεροδούλι, μεροφάι». Όποτε προέκυπτε κάποιο έκτακτο έξοδο πελάγωνε, ακόμα και αν ήταν ένα καινούριο ζευγάρι παπούτσια για τα παιδιά της.
Πέρυσι, ένα πρόγραμμα πρόσφερε 5.000 δολάρια σε οικογένειες που αποφάσιζαν να μετακομίσουν στο Muncie της Ιντιάνα, μια πόλη 65.000 κατοίκων, με πανεπιστήμιο και πολλούς ανοιχτούς χώρους. Τότε η Brianna πήρε τη μεγάλη απόφαση να αφήσει πίσω της το Πόρτλαντ, όπου ζούσε, και την ευρύτερη περιοχή των 2,5 εκατομμυρίων κατοίκων. Δεν χρειάστηκε μάλιστα να αλλάξει δουλειά: συνέχισε να εργάζεται εξ αποστάσεως για την ίδια τράπεζα, με αποτέλεσμα ο ετήσιος μισθός της, των 107.000 δολαρίων, να παραμείνει αμετάβλητος.
Αυτό που άλλαξε, πέρα από την αρχική ενίσχυση των 5.000 δολαρίων που της επέτρεψε να καλύψει τα έξοδα μετακόμισης, ήταν ότι λόγω του χαμηλότερου κόστους ακινήτων στο Muncie της Ιντιάνα, κατάφερε για πρώτη φορά να αγοράσει το δικό της σπίτι. Μάλιστα η δόση του στεγαστικού δανείου της είναι χαμηλότερη από το ενοίκιο που πλήρωνε στο Πόρτλαντ, όπου έδινε 1.290 δολάρια τον μήνα για ένα διαμέρισμα.
Αυτό που άλλαξε, πέρα από την αρχική ενίσχυση των 5.000 δολαρίων που της επέτρεψε να καλύψει τα έξοδα μετακόμισης, ήταν ότι λόγω του χαμηλότερου κόστους ακινήτων στο Muncie της Ιντιάνα, κατάφερε για πρώτη φορά να αγοράσει το δικό της σπίτι. Μάλιστα η δόση του στεγαστικού δανείου της είναι χαμηλότερη από το ενοίκιο που πλήρωνε στο Πόρτλαντ, όπου έδινε 1.290 δολάρια τον μήνα για ένα διαμέρισμα.
Καθώς το κόστος ζωής στον νέο τόπο κατοικίας της είναι συνολικά χαμηλότερο, υπολογίζει πλέον ότι εξοικονομεί περίπου 600 δολάρια τον μήνα, με αποτέλεσμα, όπως λέει σήμερα στη βρετανική εφημερίδα, η ποιότητα της ζωής της να «έχει βελτιωθεί θεαματικά».
Η Brianna είναι μόνο μία από τους κατοίκους των μεγάλων πόλεων, στις ΗΠΑ που, στην εποχή της παγκόσμιας στεγαστικής κρίσης, εγκαταλείπουν τις μεγάλες πόλεις αναζητώντας περιοχές με πιο προσιτές τιμές ακινήτων. Μαζί με τα παιδιά της είναι ανάμεσα στις περίπου 100 οικογένειες που μετακόμισαν στο Muncie στο πλαίσιο του προγράμματος μετεγκατάστασης MakeMyMove.
Η Guardian παρουσιάζει μια ακόμα ιστορία, της επιστήμονα Elena Chrysostomou, η οποία επίσης αξιοποίησε ένα πρόγραμμα οικονομικής υποστήριξης για να ανταλλάξει τη ζωή σε μια μεγάλη πόλη με εκείνη σε μια μικρή κωμόπολη. Το 2024 μετακόμισε από το Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας στο Jacksonville, μια αγροτική πόλη του Ιλινόι με 17.700 κατοίκους.
Η μετακόμισή της υποστηρίχθηκε από το Jacksonville Regional Economic Development Corporation (JREDC), το οποίο της πρόσφερε 5.000 δολάρια σε μετρητά, καθώς και ένα «πακέτο ποιότητας ζωής» αξίας 4.000 δολαρίων, που περιλαμβάνει δωρεάν συνδρομές σε γυμναστήρια και κάρτες για γκολφ. Το JREDC αναφέρει ότι, παρόλο που η περιοχή είναι «ήδη ένα εξαιρετικό μέρος για να ζει κανείς», το πρόγραμμα κινήτρων βοηθά να γίνει η πρόταση ακόμη πιο ελκυστική.
Η Guardian παρουσιάζει μια ακόμα ιστορία, της επιστήμονα Elena Chrysostomou, η οποία επίσης αξιοποίησε ένα πρόγραμμα οικονομικής υποστήριξης για να ανταλλάξει τη ζωή σε μια μεγάλη πόλη με εκείνη σε μια μικρή κωμόπολη. Το 2024 μετακόμισε από το Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας στο Jacksonville, μια αγροτική πόλη του Ιλινόι με 17.700 κατοίκους.
Η Elena πλήρωνε 3.000 δολάρια τον μήνα για να νοικιάζει ένα διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου στο Σαν Ντιέγκο. Σήμερα είναι ιδιοκτήτρια ενός σπιτιού με τρία υπνοδωμάτια, με μηνιαία δόση στεγαστικού 1.868 δολάρια. Παράλληλα, ο μισθός της αυξήθηκε κατά 22% μετά την αλλαγή εργασίας, ενώ η καθημερινή διαδρομή της προς τη δουλειά μειώθηκε από 15 λεπτά με το αυτοκίνητο σε μόλις ένα λεπτό.
«Δεν πίστευα ποτέ ότι θα μπορούσα να αγοράσω σπίτι μόνη μου. Πάντα θεωρούσα ότι θα χρειαζόμουν έναν σύντροφο και, ακόμη κι έτσι, στο Σαν Ντιέγκο θα ήταν πολύ δύσκολο», λέει. «Νιώθω μεγαλύτερη ελευθερία. Υπάρχει περισσότερη ασφάλεια και ανεξαρτησία».
Παρότι ούτε η Elena ούτε η Brianna μετανιώνουν για την απόφασή τους, παραδέχονται ότι η νέα τους ζωή έχει και ορισμένα μειονεκτήματα. Ανάμεσά τους είναι οι λιγότερες επιλογές σε δραστηριότητες και εστιατόρια, η απόσταση από φίλους και συγγενείς και, στην περίπτωση της Brianna, η δυσκολία προσαρμογής των παιδιών της στα καινούρια σχολεία.
Επιπλέον, ενώ στο Πόρτλαντ η Brianna απολάμβανε να πηγαίνει με τα πόδια στα πάρκα και τα καταστήματα, πλέον εξαρτάται από το αυτοκίνητό της για σχεδόν κάθε μετακίνηση.
Συνολικά, όμως, δηλώνει ενθουσιασμένη με τη νέα της ζωή. «Έχω τις περισσότερες οικονομίες που είχα ποτέ στη ζωή μου, έχω δικό μου σπίτι και μπορώ να κάνω πράγματα μαζί με τα παιδιά μου — πήγαμε μάλιστα διακοπές για πρώτη φορά στη ζωή του μικρότερου παιδιού μου».



