Η Ιερά Οδός, ο αρχαιότερος ιερός δρόμος στον κόσμο, δεν υπήρξε ποτέ μόνο αυτό. Υπήρξε διαδρομή, τελετουργία, μνήμη, πέρασμα από την πόλη προς το μυστήριο. Σήμερα, ανάμεσα σε φουγάρα, club, μάντρες, σφαγεία, sex shops, αρχαιολογικά ίχνη, φορτηγά και σιωπηλούς κήπους, η ταινία αναζητά ό,τι απέμεινε από αυτή την παλιά έννοια του ιερού. Μέσα από συναντήσεις με ανθρώπους που ζουν, εργάζονται ή περνούν καθημερινά από εκεί, η διαδρομή γίνεται σταδιακά εσωτερική. Η Νικολέττα Παρχάσχη μας μιλά για το ντοκιμαντέρ της, που έκανε τη διεθνή πρεμιέρα του στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και ανιχνεύει με τον τρόπο του ζητήματα μνήμης, απώλειας, ομορφιάς, μέτρου και την ανάγκη του ανθρώπου να δώσει νόημα στο πέρασμά του.

Στο σημείωμά σας για την ταινία αναφέρετε ότι η Ιερά Οδός «δεν είναι απλώς ένας δρόμος», αλλά υπήρξε κάποτε «μια έννοια, ένας κόσμος αξιών». Τι αναζητούσατε όταν ξεκινήσατε αυτή τη διαδρομή και τι τελικά βρήκατε;

Αναζητούσα την γνώση για μένα αλλά και τις μνήμες. Αυτό που τελικά βρήκα ήταν – αν όχι γνώση – μία καλύτερη κατανόηση, ίχνη από μνήμες και μια μοναχική προσπάθεια των ανθρώπων να διατηρήσουν την εσωτερική τους ισορροπία. Μ’ έναν τρόπο, έτσι λειτούργησε για μένα και η ίδια διαδικασία της δημιουργίας της ταινίας.

Το ιερό δεν είναι κάτι αφηρημένο· βρίσκεται στην αναζήτηση της αρμονίας, σε μια αισθητική που εμπεριέχει και μια ηθική στάση.

Στην ταινία, η σύγχρονη Ιερά Οδός εμφανίζεται ως ένας δρόμος αντιφάσεων: σφαγεία, sex shops, βιομηχανικά κτίρια, μάντρες, σταθμοί του Μετρό, αρχαιολογικά ίχνη, παζάρια, φορτηγά, κήποι, εκκλησίες. Ποια εικόνα ή συνάντηση συμπύκνωσε περισσότερο για εσάς αυτή τη σύγκρουση ανάμεσα στο ιερό και το καθημερινό;

Νομίζω ότι συμπυκνώνεται στην εικόνα του Θριάσιου Πεδίου, όπως το αντικρίζει κανείς από τον λόφο Ηχούς, μπροστά από την ταμπέλα «Ιερά Οδός – Λίμνες Ρειτοί – Αρχαιολογικός Χώρος». Η άλλοτε εύφορη πεδιάδα της Δήμητρας έχει μετασχηματιστεί ανεπιστρεπτί σε έναν τόπο διυλιστηρίων, logistics και βιομηχανιών — αναγκαίων μεν για την οικονομική ζωή, αλλά εγκατεστημένων με έναν τρόπο που ευτελίζει την ομορφιά και τον πολιτισμό. Εκεί γίνεται απτή η σύγκρουση: στην απουσία μέτρου και σεβασμού. Το ιερό δεν είναι κάτι αφηρημένο· βρίσκεται στην αναζήτηση της αρμονίας, σε μια αισθητική που εμπεριέχει και μια ηθική στάση. Στον αντίποδα, πίσω από τα φουγάρα του Θριασίου, το ιερό και το καθημερινό συμπυκνώνεται στον χαρακτήρα της ηλικιωμένης αγρότισσας σ΄ ένα χωράφι του Ασπροπύργου. Μια φιγούρα σχεδόν μυθική, που μόλις αντίκρυσα, ένιωσα ότι αναδύονταν από τον ίδιο τον μύθο, σαν μια περιπλανώμενη γηραιά Δήμητρα.

Το Ιερό της Αφροδίτης στην Ελευσίνα.

Οι άνθρωποι που συναντάτε —έμποροι, μικροπωλητές, οδηγοί νταλίκας, αρχαιολόγοι, καλλιτέχνες, αγρότες, περαστικοί— δεν μιλούν μόνο για τον δρόμο, αλλά μοιάζουν να μιλούν και για μια προσωπική ανάγκη νοήματος. Σας ξάφνιασαν; 

Με ξάφνιασαν από την πρώτη κιόλας τυχαία συνάντηση. Πριν ακόμη ξεκινήσει η παραγωγή της ταινίας, έβγαινα μόνη με την κάμερα στο χέρι κυρίως στο πρώτο κομμάτι της Ιεράς Οδού, που είναι γνωστό για τη νυχτερινή ζωή. Την ημέρα, όμως, δεν συνέβαινε σχεδόν τίποτα — ένας αυτοκινητόδρομος, καντίνες, λίγα εμπορικά μαγαζιά. Πολύ γρήγορα, η παρουσία μου στον δρόμο άρχισε να τραβά το ενδιαφέρον των ανθρώπων γύρω μου. Με πλησίαζαν με απορία, πρόθυμοι να με κατευθύνουν και σταδιακά μέσα από τη συζήτηση, με απλές, καθημερινές κουβέντες άρχισαν να ξεδιπλώνονται προσωπικές ιστορίες, μικρές εξομολογήσεις που έκρυβαν όμως μια εσωτερική αναζήτηση. Τότε ήταν που κατάλαβα πως η ταινία υπήρχε ήδη.

Οι περισσότεροι άνθρωποι που βιώνουν καθημερινά την Ιερά Οδό γνωρίζουν ελάχιστα για το παρελθόν της, αλλά μέσα από τις αφηγήσεις τους αναδύεται μια πνευματική αναζήτηση. Πιστεύετε ότι το “ιερό” μπορεί να επιβιώνει ακόμη και όταν έχει χαθεί η συνείδηση της ιστορίας του;

Ανάμεσα στην πανανθρώπινη αγωνία της επιβίωσης και του θανάτου, που αργά ή γρήγορα μας απασχολεί όλους, στο ενδιάμεσο υπάρχει η προσπάθεια του καθενός να δώσει νόημα στο σύντομο πέρασμά του, να βρει τη θέση του στον κόσμο. Αυτές οι ανησυχίες είναι εγγενής· δεν προϋποθέτουν ιστορική συνείδηση. Κι αν κάποτε το ιερό συνδεόταν με την τελετουργία, την προετοιμασία και τη συμμετοχή μιας κοινωνίας, σήμερα συναντάμε διάσπαρτα διάφορες εκφάνσεις του — μέσα από προσωπικές διαδρομές και εναλλακτικές πρακτικές. Μορφές αναζήτησης που συχνά μοιάζουν αντιφατικές, αλλά κουβαλούν μια ιδιότυπη, σχεδόν «ανίερη ιερότητα».

Μετά το Δαφνί, η ενέργεια της ταινίας φαίνεται να αλλάζει, σαν να ανοίγει προς την ανάσα του Βοτανικού Κήπου και μετά προς το ρέμα, το ιερό της Αφροδίτης και την Ελευσίνα. Το αισθανθήκατε κι εσείς ως μια μετάβαση;

Στο τμήμα του δάσους, ανάμεσα στο Δρομοκαΐτειο, τον Κήπο Διομήδους και τη Μονή Δαφνίου, ένιωσα πολύ έντονα αυτή τη συνύπαρξη του ανθρώπινου, του φυσικού και του θείου – σχεδόν σαν μια υπόγεια, μεταφυσική συνομιλία. Το ίδιο συνέβη και στο ιερό της Αφροδίτης. Ωστόσο, η πιο ουσιαστική μετάβαση για μένα δεν συνέβη στον δρόμο, αλλά αργότερα, στο μοντάζ. Εκεί, μέσα στο “σκοτεινό δωμάτιο”, άρχισε μια πιο εσωτερική διεργασία. Καθώς πλησίαζα στο τέλος της ταινίας, ένιωσα ότι η διαδρομή μετατοπιζόταν από τον χώρο προς τα μέσα — και ότι η ταινία ολοκληρωνόταν ταυτόχρονα ως μια προσωπική εμπειρία.

Το μυστήριο είναι η ανάγκη να αναζητήσεις κάτι βαθύτερο — μια μορφή μύησης που μπορεί να υπάρξει στην τέχνη, στην επιστήμη, στη θρησκεία, αλλά και σε πιο σύγχρονες ή εναλλακτικές πρακτικές.

Η Ιερά Οδός ήταν ο δρόμος που ένωνε την πόλη με το ιερό και το μυστήριο. Σήμερα, μέσα σε ένα τοπίο από γερανούς, συρματοπλέγματα, φουγάρα, δεξαμενές και βιομηχανικές κατασκευές, τι σημαίνει για εσάς η λέξη “μυστήριο”;

Για μένα, το “μυστήριο” ξεκινά από τη στιγμή που προσπαθείς να κοιτάξεις πέρα από τον υλικό κόσμο, πέρα απ’ το ορατό. Είναι η ανάγκη να αναζητήσεις κάτι βαθύτερο — μια μορφή μύησης που μπορεί να υπάρξει στην τέχνη, στην επιστήμη, στη θρησκεία, αλλά και σε πιο σύγχρονες ή εναλλακτικές πρακτικές. Δεν αφορά όμως τόσο το πλαίσιο, όσο την πρόθεση. Στο επίκεντρο δηλαδή να είναι ο άνθρωπος και η προσφορά προς αυτόν, χωρίς ιδιοτέλεια.

Στο τέλος αυτής της διαδρομής, η ταινία μοιάζει να επιστρέφει στο ερώτημα της ταυτότητας: “ποιος είμαι και τι με ορίζει σ’ έναν τόπο και σε μια εποχή που μεταβάλλονται ραγδαία;” Τι επαναπροσδιορίσατε εσείς για τον εαυτό σας περπατώντας την Ιερά Οδό;

Κατά τη διάρκεια της παραγωγής της ταινίας δεν είχα συνδέσει συνειδητά τον εαυτό μου με τη διαδρομή της Ιεράς Οδού. Την έβλεπα περισσότερο ως έναν εξωτερικό άξονα, έναν δρόμο προς παρατήρηση. Αυτό άρχισε να αλλάζει προς το τέλος, κατά την διάρκεια του μοντάζ. Χωρίς να το επιδιώξω, ένιωσα μια εσωτερική μετατόπιση — σαν να χαλάρωσαν κάποια όρια, σαν να άνοιξε ένας χώρος μεγαλύτερης ελευθερίας, χωρίς φόβο. Ήταν μια απελευθέρωση ήσυχη αλλά ουσιαστική.

Γνωρίσατε την Ιερά Οδό ως clubber; Αυτά τα είκοσι χρόνια ποιος άλλαξε περισσότερο, ο δρόμος ή οι άνθρωποι που τον περπατούν; Πώς την φαντάζεστε 20 χρόνια από σήμερα;

Την Ιερά Οδό την γνώρισα σε μεγαλύτερη ηλικία, όταν πια εγκαταστάθηκα στην Αθήνα και έκλεινε για μένα εκείνος ο κύκλος της νυχτερινή ζωής, αφήνοντας χώρο για μια πιο εσωτερική φάση. Μέσα σε αυτά τα είκοσι χρόνια οι μεταβολές είναι ραγδαίες όπως όλα άλλωστε στην εποχή μας. Όσο για το μέλλον, ελπίζω να ξαναβρούμε τον σεβασμό στην ομορφιά και στο μέτρο.

Δείτε το ντοκιμαντέρ της Νικολέττας Παράσχη, “Ιερά Οδός, 21 χλμ.”, από 14 – 20 Μαΐου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος στην Αθήνα και στο Ολύμπιον, αίθουσα «Παύλος Ζάννας» στη Θεσσαλονίκη.
Την Κυριακή 10 Μαΐου θα πραγματοποιηθεί ειδική προβολή στο Κινηματοθέατρο Ρένα Βλαχοπούλου, στην Ιερά Οδό στο Αιγάλεω.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below