Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Marieclaire.gr on Google

Ίσως χρειαστεί να κάνουμε μια δημόσια έκκληση στους τηλεοπτικούς δημιουργούς που προσλαμβάνουν τον Stephen Graham: ή να του δίνουν μόνο ρόλους όπως αυτόν που υποδύεται στη σειρά του Apple TV, Nocturne ή να μην του ξαναδώσουν τέτοιο πράγμα ποτέ.

O (γλυκούλης ως προς το physique του) Βρετανός ηθοποιός που έγινε ευρύτερα γνωστός (σε όσους δεν παρακολουθούν συστηματικά τηλεοπτικές παραγωγές) χάρη στο πολυβραβευμένο Adolescence, πρωταγωνιστεί στη νέα παραγωγή της πλατφόρμας Apple, που βασίζεται στο βιβλίο The Sandman. Όχι, δεν έχει σχέση με τον Neil Gaiman, αλλά αποτελεί το συγγραφικό παιδί των Alexander Ahndoril και της Alexandra Coelho Ahndoril, ζευγαριού στη ζωή, αλλά και στη δημιουργία των ιστοριών του Σουηδού αστυνομικού Joona Linna. Το ζεύγος, που χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Lars Kepler, έγραψε πριν χρόνια ένα ανατριχιαστικό βιβλίο, το οποίο διασκευάστηκε από τον – σχετικά άγνωστο στο χώρο – Rowan Joffé για τη μοναδική, ίσως, πλατφόρμα περιεχομένου του εξωτερικού που συνεχίζει να επενδύει με σταθερότητα σε καλές παραγωγές. Η πρεμιέρα έγινε στις 30 Οκτωβρίου και το Σαββατοκύριακο που περάσαμε μετά την παρακολούθηση των δύο πρώτων επεισοδίων ήταν «στοιχειωμένο» από την υπόθεση και, κυρίως, την ερμηνεία του Graham.

Πολλές φορές τα θρίλερ ξεκινούν με έναν χαρακτήρα που ξέρει καλά ότι δεν πρέπει να κάνει κάτι και παραταύτα το κάνει. Εν προκειμένω μιλάμε για τον Rory Culkin (τον μικρό αδερφό της ταλαντούχας οικογένειας των Culkin) που υποδύεται έναν νοσοκόμο σε μια μονάδα κράτησης πάρα πολύ επικίνδυνων εγκληματιών. Φιλοξενούμενος είναι μόνο o Jurek Walter, δηλαδή ο Graham, ένας serial killer που περνάει όλη του την ημέρα σε ένα τσιμεντένιο κουτί. Θεωρητικά, αυτού του είδους ο εγκλεισμός μπορεί να «σπάσει» τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου. Από τα δύο πρώτα επεισόδια του Nocturne φαίνεται πως οι συνθήκες κράτησης του Walter μάλλον έχουν οξύνει τα κουσούρια του, ένα από τα οποία είναι το να «εισβάλλει» πανεύκολα στο μυαλό και το θυμικό οποιουδήποτε ανθρώπου, ακόμα κι αν δεν έχει άμεση οπτική επαφή μαζί του.

Ενώ η σειρά ξεκινάει όπως μια μέση καλή παραγωγή του Χόλιγουντ, παρουσιάζοντας σιγά σιγά τα πρόσωπα και δίνοντας με ηρεμία τον τόνο της ιστορίας, σύντομα βρισκόμαστε μπροστά στο turning point, το οποίο προφανώς είναι ο ίδιος ο Walter. Ειδικά όσοι παρακολουθούμε χρόνια noir σειρές, έχουμε συναντήσει στο γυαλί δεκάδες χαρακτήρες που σίγουρα δεν θα θέλαμε να δούμε ποτέ από κοντά στον κοινωνικό μας κύκλο, ωστόσο η περίπτωση του Walter έχει κάτι παραπάνω ενοχλητικό από αυτή του μέσου villain μιας τέτοιας παραγωγής. 

Ίσως φταίει ο τρόπος με τον οποίο γίνεται χειριστικός, ίσως να μάς ενοχλεί το ότι ένας κοινωνιοπαθής δολοφόνος έχει το χάρισμα να καταλαβαίνει την ψυχή του άλλου (αλλά όχι να διαθέτει την αντίστοιχη ενσυναίσθηση ώστε να μην τον βλάψει), ίσως να μας επηρεάζει το ίδιο το σκηνικό της φυλακής και η αντίθεσή του με το έξω, το οποίο και πάλι λειτουργεί τρόπον τινά ως χώρος «ατελείωτου περιορισμού», μιας και μιλάμε για χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα πυκνού δάσους. Ο Stephen Graham, ακριβώς όπως σε έπειθε πανεύκολα ότι ήταν ο δύστυχος πατέρας του παιδιού στο Adolescence, έτσι σου δίνει να καταλάβεις ότι «εδώ είναι Pennsylvania, δεν είναι παίξε – γέλασε», φέρνοντας σε κάθε πλάνο έναν συνδυασμό ανατριχίλας με σιχαμάρα και disturbing αβεβαιότητα για το τι άλλο μπορεί να κάνει μετά.

Αυτό που μάς ενοχλεί επίσης, με εντελώς διαφορετικό τρόπο ωστόσο, είναι η ερμηνεία του Liev Schreiber, που κάνει ό,τι μπορεί ως ο αστυνομικός Jonah Lynn, που είναι εμπνευσμένος από τον πιο πάνω λογοτεχνικό χαρακτήρα, αλλά το αποτέλεσμα είναι επιεικώς μέτριο. Ουσιαστικά ερμηνεύει ανεβοκατεβάζοντας τα φρύδια του, το αριστερό όταν συμβαίνει κάτι μάλλον κακό και το δεξί όταν συμβαίνει κάτι περίεργο. Αντίθετα από τον Schreiber, η Zazie Beetz, ο χαρακτήρας της οποίας θα παίξει πάρα πολύ σημαντικό ρόλο στη σειρά, είναι ιδιαίτερα πειστικός, παρότι καλείται να κάνει κάτι θεωρητικά προβλεπόμενο ή που τέλος πάντων το έχουμε ξαναδεί.

Πώς σε στοιχειώνει, λοιπόν, αυτή η σειρά από το πρώτο κιόλας επεισόδιο; Σου ρίχνει γύρω γύρω από τους πρωταγωνιστές ψιχουλάκια τα οποία καλείσαι να συλλέξεις για να συνθέσεις τη μεγαλύτερη εικόνα κι εκεί που θεωρείς ότι κατάλαβες τι γίνεται, «σκάει» πάνω σου μια ακόμα πληροφορία που θα ήθελες να μην ξέρεις, αλλά ταυτόχρονα πεθαίνεις για να μάθεις. Προφανώς και η ερμηνεία του Graham, σε συνδυασμό με το παρουσιαστικό του, εκπέμπουν μια αίσθηση Σιωπής των Αμνών, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αποδίδεται αυτό, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, δεν φαίνεται να αντιγράφει τον Dr. Lecter και την Clarisse.

Μάλλον η συνειδητοποίηση ότι το κακό δεν έχει συγκεκριμένο, προκαθορισμένο πρόσωπο, είναι αυτή που μάς στοιχειώνει σε αυτή τη σειρά και πως δεν υπάρχουν όρια που να μη μπορεί να ξεπεράσει ένας άνθρωπος που – για οποιονδήποτε λόγο – θέλει να βλάψει κάποιον άλλο. Το ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπους που θέλουν να βοηθήσουν κάποιον άλλο, βέβαια, και εδώ εντοπίζεται η καρδιά της σειράς, ειδικά όπως αναμένεται να εξελιχθεί στα επόμενα έξι επεισόδιά της. Προς το παρόν περιμένουμε υπομονετικά τη συνέχεια και ρυθμίζουμε τα φώτα του σαλονιού στο δυνατό, γιατί το σκανδιναβικό noir, ακόμα κι όταν διασκευάζεται από το Χόλιγουντ, χρειάζεται μια πεζή, έστω, διαβεβαίωση ότι το σκοτάδι μπορεί πράγματι να καταπολεμηθεί.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below