Aπό την δικηγόρο Μαριάννα Βασιλείου

Τους τελευταίους μήνες παρατηρείται μια εντατικοποίηση της προάσπισης των «δικαιωμάτων» του αγέννητου παιδιού– όχι βέβαια με την εισαγωγή στα σχολεία του μαθήματος της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης ή με την θέσπιση ουσιαστικών μέτρων οικονομικής και κοινωνικής στήριξης των ατόμων που αποκτούν παιδιά. Η προσπάθεια αυτή γίνεται με σταδιακή επανεμφάνιση όλων των επιχειρημάτων που είχαν χρησιμοποιήσει οι συντηρητικές παρατάξεις της χώρας για να καταψηφίσουν τον νόμο 1609/1986, ο οποίος τροποποίησε το άρθρο 304 ΠΚ περί «τεχνητής διακοπής της εγκυμοσύνης» σε «ημέρες αγέννητου παιδιού», σε εξώφυλλα αθλητικών εφημερίδων και σε αφίσες στο μετρό: το έμβρυο είναι άνθρωπος και η διακοπή της κύησης φόνος, ο αριθμός των επεμβάσεων αυτών είναι τεράστιος, το Έθνος και η Εκκλησία κινδυνεύουν, το δημογραφικό πρόβλημα θα λυθεί με την απαγόρευσή τους, οι αλλοδαποί κάνουν περισσότερα παιδιά από τους Έλληνες και αυτό αποτελεί εθνικό κίνδυνο, οι γυναίκες κινδυνεύουν από τη διακοπή της κύησης και πρέπει να προστατευθούν από αυτές, ακόμα και ενάντια στη θέλησή τους. Γεγονός που εύλογα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι πολύ πιθανό σύντομα να δούμε μια προσπάθεια τροποποίησης επί τα χείρω του νομικού καθεστώτος που διέπει την τεχνητή διακοπή της κύησης (όπως είναι ο ορθός ορισμός της έκτρωσης ή άμβλωσης στη νομική επιστήμη), 34 χρόνια μετά την νομική επίλυση του ζητήματος.

Είναι βέβαια πολύ ενδιαφέρον το ότι στην ιστορία του δικαίου η διακοπή της κύησης και η απαγόρευση ή η αποποινικοποίησή της χρησιμοποιήθηκαν για να υπηρετήσουν τις πολιτικές σκοπιμότητες και τις ηθικοκοινωνικές αντιλήψεις της εκάστοτε χώρας, εργαλειοποιώντας τόσο την έγκυο όσο και το έμβρυο, αυτούς δηλαδή που δήθεν προστάτευαν. Επί παραδείγματι, στη Γερμανία την 18η Μαρτίου 1943, ο Χίτλερ εξέδωσε διάταγμα που προέβλεπε τη θανατική ποινή όποιου προσέβαλε «τη ζωτικότητα του γερμανικού λαού» με διακοπή της κύησης – εξυπακούεται βέβαια ότι η διακοπή της κύησης δεν αποτελούσε έγκλημα όταν αφορούσε άτομα που δεν είχαν τη γερμανική υπηκοότητα. Στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου, ο οποίος είχε ως στόχο την αύξηση του πληθυσμού της χώρας, η διακοπή της κύησης απαγορεύτηκε απολύτως, η εγκυμοσύνη έγινε υποχρέωση της κάθε γυναίκας και το έμβρυο κτήμα του κράτους . Στην Ιρλανδία μέχρι τον Δεκέμβριο του 2018 οι γυναίκες που επιθυμούσαν να υποβληθούν σε διακοπή της κύησης ήταν υποχρεωμένες να ταξιδέψουν εκτός Ιρλανδίας για την επέμβαση – και αυτό γιατί όπου το έμβρυο θεωρούνταν άνθρωπος.

Ας δούμε λοιπόν τι ισχύει νομικά. Για το ελληνικό ποινικό δίκαιο, το «έμβρυο» είναι ένα ξεχωριστό έννομο αγαθό, ποιοτικά διαφορετικό από τη ζωή του ανθρώπου που έχει ήδη γεννηθεί και προστατεύεται μόνο για όσο χρόνο βρίσκεται συνδεδεμένο με το σώμα της γυναίκας. Δεν είναι δηλαδή «αγαθό-αντικείμενο» του εξωτερικού κόσμου, αλλά «αγαθό-ιδιότητα» του γυναικείου σώματος. Έχει αυτοτελή προορισμό – την πιθανή εξέλιξή του σε έναν νέο άνθρωπο, αλλά δεν είναι άνθρωπος. Φορέας του εννόμου αγαθού του εμβρύου είναι αποκλειστικά και μόνο η έγκυος.

Το άρθρο 304 του Ποινικού Κώδικα ρυθμίζει την διακοπή της κύησης και η σημερινή μορφή του είναι η ακόλουθη:

Άρθρο 304 – Διακοπή της κύησης

1. Όποιος χωρίς τη συναίνεση της εγκύου διακόπτει την κύησή της τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη.

2. Όποιος με τη συναίνεση της εγκύου ή των προσώπων που έχουν τη γονική μέριμνα ή επιμέλειά της αν αυτή είναι ανίκανη να συναινέσει, διακόπτει την εγκυμοσύνη της, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή και αν ενεργεί κατ` επάγγελμα, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή. Με την ίδια ποινή, μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 83, τιμωρείται και όποιος προμηθεύει σε έγκυο τα μέσα για τη διακοπή της εγκυμοσύνης της, εφόσον έγινε τουλάχιστον απόπειρα αυτής.

3. Έγκυος που μετά την εικοστή τέταρτη εβδομάδα της κύησης διακόπτει την εγκυμοσύνη της ή επιτρέπει σε άλλον να την διακόψει τιμωρείται με φυλάκιση έως έξι μήνες ή χρηματική ποινή.

4. Δεν είναι άδικη πράξη η τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης που ενεργείται από την έγκυο ή με τη συναίνεση των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 από γιατρό μαιευτήρα γυναικολόγο με τη συμμετοχή αναισθησιολόγου, σε οργανωμένη νοσηλευτική μονάδα, αν συντρέχει μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) Δεν έχουν συμπληρωθεί δώδεκα εβδομάδες εγκυμοσύνης.

β) Η εγκυμοσύνη είναι αποτέλεσμα βιασμού, αποπλάνησης ανήλικης, αιμομιξίας ή κατάχρησης γυναίκας ανίκανης να αντισταθεί και δεν έχουν συμπληρωθεί δεκαεννέα εβδομάδες εγκυμοσύνης.

γ) Έχουν διαπιστωθεί, με τα μέσα προγεννητικής διάγνωσης, ενδείξεις σοβαρής ανωμαλίας του εμβρύου που επάγονται τη γέννηση παθολογικού νεογνού ή υπάρχει αναπότρεπτος κίνδυνος για τη ζωή της εγκύου ή κίνδυνος σοβαρής και διαρκούς βλάβης της σωματικής ή ψυχικής υγείας της. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται σχετική βεβαίωση και του κατά περίπτωση αρμόδιου γιατρού.

5. Με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος κατά την πραγματοποίηση προγεννητικού ελέγχου μετά την εικοστή εβδομάδα της κύησης ή κατά τη διάρκεια του τοκετού και πριν από την εμφάνιση του παιδιού στον εξωτερικό κόσμο, προκαλεί με αμέλεια διακοπή της κύησης ή βαριά βλάβη στο έμβρυο, που έχει ως αποτέλεσμα τον θάνατο του νεογνού.

Τούτου λεχθέντος, νομικά είναι λάθος να μιλάμε για «δικαίωμα στην άμβλωση». Και αυτό γιατί το έμβρυο είναι έννομο αγαθό, προστατεύεται από τον νόμο με βαριές ποινές στις παραγράφους 1-3 και 5 και η προσβολή του αποτελεί άδικη πράξη. Διαφορετικά, όποιος διέκοπτε την κύηση μια εγκύου χωρίς τη θέλησή της θα έμενε ατιμώρητος. Αυτό για το οποίο πρέπει να μιλάμε είναι το αναφαίρετο δικαίωμα της κάθε γυναίκας στην αυτοδιάθεση του σώματός της, το οποίο αποτελεί και το λόγο που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της διακοπής της κύησης, όταν τελείται υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει η παράγραφος 4.

Με άλλα λόγια, η διακοπή της κύησης είναι άδικη πράξη και τιμωρείται ΕΚΤΟΣ ΑΝ: γίνει πριν τις 12 εβδομάδες ή γίνει πριν τις 19 εβδομάδες σε περίπτωση βιασμού, αποπλάνησης ανήλικης, αιμομιξίας ή κατάχρησης γυναίκας ανίκανης να αντισταθεί ή γίνει οποτεδήποτε επειδή θα γεννηθεί παθολογικό νεογνό ή επειδή κινδυνεύει η ζωή της εγκύου ή η σωματική ή ψυχική υγεία της με τρόπο σοβαρό και διαρκή. Η συναίνεση της εγκύου και μόνο είναι προφανώς απαραίτητη προϋπόθεση για όλα τα ανωτέρω.

Μια τελευταία σκέψη, πέρα από τα νομικά: από ηθικής άποψης, μου κάνει φοβερή εντύπωση το εξής: όσοι κόπτονται για τα δικαιώματα του εμβρύου επειδή το θεωρούν άνθρωπο (αν και τόσο η ιατρική όσο και η νομική επιστήμη έχουν αποφανθεί ότι το έμβρυο είναι ένας εν δυνάμει άνθρωπος), τα δικαιώματα αυτού του εν δυνάμει ανθρώπου τα θεωρούν πιο σημαντικά από τα δικαιώματα της γυναίκας πάνω στο σώμα της, της γυναίκας που είναι ήδη άνθρωπος, και αυτό δεν αμφισβητείται από κανέναν. Ή μήπως τελικά αμφισβητείται και αυτό;

Εν προκειμένω, πρέπει να υπάρξει στάθμιση. Από τη μια, άνθρωποι που δεν υφίστανται καμία απολύτως συνέπεια στα σώματά τους και έμβρυα που ιατρικά και νομικά δεν θεωρούνται άνθρωποι. Ειρήσθω εν παρόδω, τα επιχειρήματα που επικαλείται η οργάνωση αυτή για να μας πείσει ότι το έμβρυο είναι άνθρωπος είναι ψευδή – και αυτός είναι ο ουσιαστικός λόγος, πέραν του ότι αντιτίθεται σε νόμο της Ελληνικής Δημοκρατίας, για τον οποίο έπρεπε να κατεβεί η επίμαχη αφίσα. Και από την άλλη, όλες οι γυναίκες που θα υποστούμε στο σώμα μας και στη ζωή μας όλες τις συνέπειες μιας κύησης και της διακοπής της ή του τοκετού και της λοχείας. Τα σώματά μας μάς ανήκουν, απλά και μόνο γιατί είμαστε άνθρωποι κι όχι μηχανήματα, και άρα τελικά εμείς και μόνο μπορούμε να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε με τα σώματά μας. Η υποβάθμιση της σημασίας του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση, βασισμένη σε συναισθηματικής και θρησκευτικής φύσης επιχειρήματα, αποτελεί ουσιαστικά αντικειμενοποίηση της γυναίκας και υποβάθμισή της στο ρόλο της μηχανής παραγωγής παιδιών.

Άλλωστε, η αφαίρεση από τις γυναίκες του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση του σώματος έχει και την αντίστροφη έκφανση: ας σκεφτούμε την περίπτωση μιας εγκύου που θέλει να συνεχίσει την κύηση και να γεννήσει και η οικογένειά της επιμένει στην διακοπή της κύησης «για τη διαφύλαξη της τιμής» της. Το παράδειγμα δεν είναι τυχαίο, είναι πραγματικό – η ιταλική νομοθεσία μέχρι το 1978 θεωρούσε ότι η διακοπή της κύησης δεν ήταν έγκλημα κατά του εμβρύου, αλλά «κατά της ακεραιότητας και της υγείας της φυλής» (!) και προέβλεπε μειωμένη ποινή για την διακοπή της κύησης, αν αυτή γινόταν για τη διαφύλαξη της τιμής κάποιου συγγενικού προσώπου. Τι θα πούμε εκεί; Ότι η οικογένεια έχει δικαίωμα να απαιτήσει να κάνει έκτρωση η έγκυος; Η ιδέα και μόνο είναι εφιαλτική. Αυτός είναι και ο σκοπός του νόμου, του οποίου τη διατήρηση πρέπει να διαφυλάξουμε ως κόρη οφθαλμού – να μην εξαρτάται ποτέ και για κανένα λόγο το σώμα μιας γυναίκας από τις απόψεις και τις αποφάσεις άλλου. Είτε ο άλλος είναι ο πατέρας του παιδιού, είτε η οικογένειά της, είτε μια οργάνωση που εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να μείνει έγκυος, απαιτεί όμως να έχει λόγο στην εγκυμοσύνη μιας άλλης γυναίκας.

Μαριάννα Βασιλείου
Δικηγόρος (ΑΜΔΣΘ 9682)
ΜΔΕ Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών ΑΠΘ
ΜΔΕ Σύγχρονες Ιατρικές Πράξεις: Δικαιϊκή Ρύθμιση και Βιοηθική Διάσταση ΑΠΘ
Επιστ. Συνεργάτιδα ΑΠΘ – Υποψ. Δρ. Ιατρικής ΑΠΘ
e-mail: [email protected]