Σε μια σπάνια στιγμή συμφωνίας μεταξύ της pop κουλτούρας και των επιστημονικών ερευνών, ο έρωτας, που «δεν είναι θεός της αρμονίας, αλλά της ανατροπής», όπως έγραψε η Αν Κάρσον, αμφισβητείται θεμελιακά από τους ίδιους του τους πιστούς: ερωτευόμαστε λιγότερο, κάνουμε λιγότερο σεξ, αγαπάμε λιγότερο.
Όταν τα μέσα ενημέρωσης, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ιαπωνία, άρχισαν να καταγράφουν τη «Μεγάλη αποσύνδεση» (τίτλος εμπνευσμένος από τη Μεγάλη Ύφεση του 1929), το «hikikomori» ως κοινωνικό φαινόμενο, τον «Ψυχρό πόλεμο των φύλων», και την «Κρίση του σεξ», αναφερόμενα στην Gen Z, που σε πλειοψηφικό ποσοστό απέχει ολοσχερώς από τη σεξουαλική δραστηριότητα, η Ευρώπη και η Ελλάδα φαινόταν να βρίσκονται ακόμα στο απυρόβλητο. Στο μεταξύ, όμως, οι επιστημονικές και στατιστικές μελέτες που διεξάγονται επιβεβαιώνουν αυτό που οι δημοσιογράφοι έχουν ήδη καταγράψει στα μπαρ, στις παρέες και τους χώρους εργασίας: το φλερτ αποδυναμώνεται, η συντροφικότητα είναι έως και «uncool», το σεξ περιγράφεται ως ρίσκο.
«Η σύνδεση έχει αρχίσει να γίνεται πιο χαλαρή, έως και να χάνεται», λέει στο Marie Claire η ψυχίατρος και συστημική ψυχοθεραπεύτρια Κάτια Χαραλαμπάκη. Διετέλεσε επί σειρά ετών συντονίστρια διευθύντρια της Μονάδας Οικογενειακής Θεραπείας του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής και έχει εξειδίκευση και σημαντική εμπειρία στη θεραπεία ζεύγους. «Διαπιστώνουμε την τάση αποσύνδεσης στις θεραπευτικές μας συνεδρίες, τα μέσα ενημέρωσης, την κοινωνία. Για παράδειγμα, υπάρχει αύξηση των διαζυγίων, αλλά και της βίας. Πρόκειται για το πιο ακραίο φαινόμενο της έλλειψης σύνδεσης», εξηγεί η επιστήμονας. Δηλαδή, όταν η επαφή καταρρέει ανοίγει η πύλη της έντασης. Συμφωνεί μαζί της ο Γιάννης Θωμόπουλος, επίσης ψυχίατρος-ψυχοθεραπευτής και αναπληρωτής διευθυντής του Ψυχιατρικού Τμήματος του Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών, ο οποίος ωστόσο τονίζει ότι «δεν πρέπει να ψυχιατρικοποιούμε μια συμπεριφορά ή ένα φαινόμενο. Διαπιστώνουμε, πράγματι, αποσύνδεση αλλά ως αδυναμία εγγύτητας αυτό που στα αγγλικά ονομάζουμε intimacy. Δεν συνεπάγεται έκπτωση της λειτουργικότητας του ατόμου αλλά απροθυμία να πλησιάσει, να βιώσει το κοντά».
Ωστόσο, η αποσύνδεση δεν μαρτυρά έλλειψη επιθυμίας, αλλά εκδήλωση ενός μηχανισμού αναδιαμόρφωσής της: οι δύο ψυχοθεραπευτές επαναλαμβάνουν τη λέξη «άμυνα». «Οι άνθρωποι φοβούνται όλο και περισσότερο να έχουν συναισθήματα και αυτό είναι επίσης ένα κοινό μοτίβο. Τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό πλαίσιο», σημειώνει η κυρία Χαραλαμπάκη. Συν τοις άλλοις, η προσωπική επιτυχία και η αυτονομία υπήρξε για πολλά χρόνια ο υπέρτατος στόχος της δυτικής πολιτικοοικονομικής οργάνωσης, οπότε, πλέον, η ατομική ευθύνη αφήνει το αποτύπωμά της στην επιλογή της μοναξιάς ως άριστης λύσης. «Η έλλειψη συμμετοχής, η μόνωση από τα συναισθήματα ισοδυναμούν με προστασία στη σκέψη του ατόμου», συμφωνεί ο κ. Θωμόπουλος.

Καθεμία από τις σχέσεις μας σηματοδοτεί τις ταυτότητές μας: κόρη, σύντροφος, φίλη, αδερφή, συνεργάτρια, συναθλήτρια, μητέρα κ.λπ. Όταν «το άτομο απεμπολεί τις ταυτότητές του, το κάνει για να νιώσει ότι έχει την παντοδυναμία. Προκειμένου να κατορθώσει να ελέγχει τα πάντα και να μην ελέγχεται», λέει ο κ. Θωμόπουλος, παρομοιάζοντας τη λειτουργία με τη χρήση του κινητού. «Ζούμε στην εποχή της μετα-αλήθειας, όπου κυριαρχεί το συναίσθημα ως αντίδραση, ως ερέθισμα, όχι ως επένδυση. Το συναίσθημα ως ευκαιριακό βίωμα με το ατελείωτο scrolling στο κινητό, όχι η ρομαντική αγάπη που απαιτεί χρόνο, προσπάθεια, αφοσίωση, συμβιβασμό».
Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον ίδιο, ο σύγχρονος άνθρωπος μπαίνει σε έναν φαύλο κύκλο χωρίς ευτυχία. Με την επιθυμία να δημιουργήσει την απόλυτα προβλέψιμη ζωή, απομακρύνεται από την πληρότητά της. Όσο περισσότερο κάνουμε αυτό που θέλουμε ως περιοριστικό στόχο τόσο λιγότερο βιώνουμε την υπέροχη και ατελείωτη ποικιλία ρόλων και συναισθημάτων που μας προσφέρει ως δυνατότητα το κορμί μας, η κοινότητά μας, η κοινωνία.
Εκ πρώτης όψεως, τουλάχιστον, πρόκειται για παράδοξο. Σε μια εποχή ριζικής αβεβαιότητας με αλλεπάλληλες οικονομικές, πολιτικές, διεθνείς, ακόμα και υγειονομικές κρίσεις, το λογικό θα ήταν οι άνθρωποι να επιδιώκουν την ασφάλεια μέσα από ένα πλέγμα δεσμών. Πράγματι, η φιλία αναβαθμίζεται.
Ειδικά οι γυναίκες αναγνωρίζουν τις ευεργετικές συνέπειες στη ζωή τους από την ύπαρξη μιας άλλου είδους συντροφικότητας. Οι άνδρες, δυστυχώς, φαίνεται να υστερούν και σε αυτό το πεδίο. Αλλά, όπως συνηγορούν οι δύο ψυχοθεραπευτές, σε κάθε περίπτωση πρόκειται για άλλοθι, όχι ισοδύναμο. Η φιλία «μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά, αλλά όχι να υποκαταστήσει την ερωτική οικειότητα», τονίζει η κυρία Χαραλαμπάκη. «Το άτομο χρειάζεται την ερωτική σχέση. Ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ, αγάπησε την Εύα. Δεν έγιναν φίλοι», σχολιάζει χαρακτηριστικά. «Συγκρίνουμε εντελώς ανόμοια πράγματα. Έχουμε φτάσει στο σημείο να συγκρίνουμε πορτοκάλια με καρπούζια», λέει ο κ. Θωμόπουλος.
Η μετατόπιση προς τη φιλία συχνά προσποιείται την ισοδυναμία, προκειμένου να αποφευχθεί η σύγκρουση με το φόβο της επιθυμίας, της ζήλιας, της ματαίωσης και της ενσώματης εμπλοκής. «Η φιλία είναι το “παιχνίδι που δεν θα χαλάσει” – έτσι τουλάχιστον φαντασιώνονται», συμπληρώνει ο κ. Θωμόπουλος. Πιο απλά είναι μια εύκολη εναλλακτική αλλά όχι λύση, γιατί η φιλία απαντά σε ένα τελείως διαφορετικό ερώτημα και ο άνθρωπος, αν στοχεύει στην ευτυχία, χρειάζεται και τις δύο απαντήσεις. Η επιλογή της φιλίας ως αντικατάσταση δεν συνιστά πρόοδο, αλλά ένα ευχάριστο ψέμα. Το αποτέλεσμα δεν είναι η ελευθερία, αλλά ζωές χαμηλής έντασης, αποδυναμωμένη επιθυμία και χρόνιο άγχος.

Κατ’ αντιστοιχία, το σεξ δεν έχει εξαφανιστεί, η ενσώματη συνάντηση υποχωρεί, κυρίως στις εφηβικές και νεαρές ηλικίες. Βγάζοντας από τη συζήτηση τα όποια οφέλη μπορεί να υπάρχουν για την υγεία του νεαρού ατόμου που παίρνει λιγότερα ρίσκα, συναισθηματικά και ψυχολογικά, η τάση είναι ανησυχητική. Τα ερευνητικά δεδομένα αποκαλύπτουν ότι η πρόσβαση στο σεξ αυξήθηκε, αλλά η ανεκτικότητα στην απογυμνωμένη οικειότητα κατέρρευσε.
Όπως αναφέρει ο κ. Θωμόπουλος, «καλλιεργείται η κουλτούρα της μη επαφής. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, στις οποίες αναφέρονται οι περισσότερες έρευνες, δεν κάνουν σεξ αλλά, ας πούμε, έχουν “only fans”. Όλα αυτά συνεπάγονται την απομάκρυνση από την εγγύτητα, στην κυριολεξία της. Να μη νιώθει ο ένας τον άλλον, να μην ακούει, να μη μυρίζει, να μη συμμετέχουν όλες οι αισθήσεις. Δεν υπάρχει επαφή. Δεν μειώνεται το σεξ. Μειώνονται οι ερωτικές σχέσεις, εκεί να εστιάσουμε». Το ζήτημα δεν είναι η λίμπιντο· είναι η αποφυγή της αμοιβαίας παρουσίας, της α-προβλεψιμότητας και του αγγίγματος πάνω σε ένα ευάλωτο, γυμνό κορμί. «Όλα αυτά είναι πολύ δύσκολα, ειδικά για τα νέα άτομα. Εάν βρισκόμαστε δίπλα τους με κάποιο ρόλο, να το αναγνωρίσουμε αυτό και να προσφέρουμε τη στήριξή μας και τη φροντίδα μας».
Για την επιστροφή στο δρόμο του έρωτα και της ευτυχίας, η κυρία Χαραλαμπάκη προτείνει να κοιτάξουμε γύρω μας στις πιο θετικές σχέσεις που υπάρχουν. Να τις θαυμάσουμε, να τις γιορτάσουμε, να τις αντιγράψουμε, να δώσουμε και να λάβουμε. Και φυσικά να ψάξουμε προς τα μέσα, να καταλάβουμε και να διεκδικήσουμε πάλι την ελπίδα. Γιατί, δεν γινόμαστε μάρτυρες του τέλους του έρωτα ή της αγάπης, αλλά της ανάδυσης μιας κουλτούρας που αντιμετωπίζει το να ερωτεύεσαι, να κυριεύεσαι από πόθο ή αγάπη ως απαράδεκτο ρίσκο, να προσπαθείς και να συμβιβάζεσαι για κάτι πέρα από τον εαυτό ως υποτιμητική αλλαγή – και ύστερα απορεί γιατί η ζωή μοιάζει άδεια.



