Η Yayoi Kusama έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 97 ετών. Πέθανε στις 14 Αυγούστου, σε νοσοκομείο του Τόκιο, αλλά ο θάνατός της έγινε σήμερα ευρύτερα γνωστός.
Η αβανγκάρντ εικαστικός από την Ιαπωνία διακρινόταν για τη γεμάτη χρώμα τέχνη της, με εμβλήματα τα πουά και τις κολοκύθες στα γλυπτά αλλά και τις μεγάλης κλίμακας εγκαταστάσεις της. Η τεχνοτροπία της έγινε pop, επεκτάθηκε ακόμα και στον κόσμο της μόδας, μέσα από τη συνεργασία της με οίκους όπως οι Lancome και Louis Vuitton, που επέλεξαν τα σχέδιά της για να ντύσουν προϊόντα ομορφιάς, ρούχα και αξεσουάρ.
Κάποια από τα έργα της έσπασαν ρεκόρ τιμής πώλησης, ειδικά για τα δεδομένα μιας γυναίκας καλλιτέχνιδας. Η διεθνής φήμη της απογειώθηκε στα 80 και στα 90 χρόνια της, ενώ συνέχισε να ζωγραφίζει μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής της.
Για την Kusama, η τέχνη ήταν μηχανισμός επιβίωσης απέναντι στην ψυχική ασθένεια και σε μια τραυματική παιδική ηλικία. «Δεν μου αρέσει το σεξ», θα θυμόταν η ίδια πολλά χρόνια αργότερα. «Όταν ήμουν παιδί, ο πατέρας μου είχε ερωμένες και τον έβλεπα μαζί τους. Η μητέρα μου με έστελνε να τον κατασκοπεύω. Δεν ήθελα να κάνω σεξ με κανέναν, για χρόνια».
«Όταν ήμουν παιδί, ο πατέρας μου είχε ερωμένες και τον έβλεπα μαζί τους. Η μητέρα μου με έστελνε να τον κατασκοπεύω. Δεν ήθελα να κάνω σεξ με κανέναν, για χρόνια»
Από παιδί, επίσης, άρχισε να έχει έντονες παραισθήσεις, όπως λάμψεις φωτός, χωράφια διάσπαρτα με πουά και λουλούδια που την αγκάλιαζαν και τα οποία μετάφερε αργότερα στην τέχνη της. Στις αρχές της εφηβείας της έζησε τον τρόμο του πολέμου στην Ιαπωνία, ειδικά όταν, στα 13 της, οι γονείς της την έστειλαν να δουλέψει σε στρατιωτική μονάδα κατασκευής αερόστατων για τον ιαπωνικό στρατό. Δεν θα ξεχνούσε ποτέ τις σειρήνες και τα αμερικανικά βομβαρδιστικά που πετούσαν πάνω από τα κεφάλια τους.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Ενάντια στην επιθυμία των γονιών της, το 1948 πήγε να σπουδάσει Καλές Τέχνες στο Κιότο και, αφού έκανε μια σειρά από ατομικές εκθέσεις στην πατρίδα της, μετακόμισε σε ηλικία 27 ετών στη Νέα Υόρκη, ελπίζοντας να βρει εκεί μια φιλόξενη γωνιά ως γυναίκα δημιουργός. Τα έργα της δεκαετίας του ’60, με φαλλικά σύμβολα και γυμνό, προκάλεσαν αίσθηση, ενώ η εγκατάστασή της «Infinity Mirror Rooms», με καθρέφτες και φώτα που δημιουργούσαν την εντύπωση ότι εκτείνεται ώς το άπειρο, προσέλκυσε εκατομμύρια επισκέπτες.
Η εγκατάστασή της «Infinity Mirror Rooms», με καθρέφτες και φώτα που δημιουργούσαν την εντύπωση ότι εκτείνεται ώς το άπειρο, προσέλκυσε εκατομμύρια επισκέπτες.
Η ίδια ωστόσο ένιωσε ότι τις ιδέες της αντέγραφαν άντρες εικαστικοί, όπως οι Andy Warhol, Claes Oldenburg και Lucas Samaras, χωρίς να της αποδίδονται τα ανάλογα εύσημα. Το 1973 επέστρεψε στην Ιαπωνία με σοβαρά επιβαρυμένη ψυχική υγεία. Υποφέροντας από κατάθλιψη, και μετά από κάποιες απόπειρες αυτοκτονίας, μπήκε οικειοθελώς σε ψυχιατρική κλινική, όπου παρέμεινε ώς το τέλος της ζωής της, χωρίς να σταματήσει ποτέ να δημιουργεί τέχνη.

Το νοσοκομείο ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκό απέναντι στην art therapy, έτσι η Kusama βρήκε εκεί ένα ασφαλές περιβάλλον. Από τη δεκαετία του ’80 η καριέρα της γνώρισε νέα άνθηση και μεγάλη αναγνώριση και στην πατρίδα της: το 1993 η Ιαπωνία την επέλεξε για να την εκπροσωπήσει στην Μπιενάλε στη Βενετία. Η Kusama έντυσε το ιαπωνικό περίπτερο με καθρέφτες και το γέμισε με γλυπτά κολοκύθας.
Το 1993 η Ιαπωνία την επέλεξε για να την εκπροσωπήσει στην Μπιενάλε στη Βενετία. Η Kusama έντυσε το ιαπωνικό περίπτερο με καθρέφτες και το γέμισε με γλυπτά κολοκύθας.
Η αναγνώρισή της δεν είχε τέλος. Το 2001 της απονεμήθηκε το διακεκριμένο ιαπωνικό βραβείο Asahi Prize. Το 2016 διοργανώθηκε η πρώτη μεγάλη ρετροσπεκτίβα της, που ταξίδεψε στα μουσεία τεσσάρων σκανδιναβικών χωρών (Δανία, Νορβηγία, Σουηδία, Φιλανδία). Το 2022 ένα έργο της πουλήθηκε στην τιμή-ρεκόρ των 10,5 εκατομμυρίων δολαρίων σε δημοπρασία. Η τέχνη της εκτέθηκε σε μουσεία σε όλο τον κόσμο, βρήκε όμως τη θέση της και σε δημόσιους χώρους, μέσα από αναθέσεις εγκαταστάσεων και γλυπτών μεγάλης κλίμακας.
Λιγότερο γνωστή είναι η ενασχόλησή της με τη λογοτεχνία, μέσα από μυθιστορήματα, ποιήματα αλλά και ένα αυτοβιογραφικό έργο που εστίαζαν σε θέματα ψυχικής υγείας, σεξουαλικότητας και στη ζωή μιας εικαστικού που μοιράστηκε μεταξύ της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ.
Αν θα έπρεπε να επιλέξουμε ένα σύμβολό της, αυτό θα ήταν η κολοκύθα, για την οποία είχε πει κάποτε σε συνέντευξή της, σε μια ατάκα χαρακτηριστική του αντισυμβατικού πνεύματός της: «Οι κολοκύθες μού μιλούν. Συμβολίζουν μια αίσθηση σταθερότητας και μου δίνουν ηρεμία ψυχής».



