Σε μια νέα συνέντευξή της στο podcast «Armchair Expert» του Dax Shepherd, η Amanda Peet αναφέρθηκε στην ομοιότητά της με την επίσης διάσημη Lake Bell – και πώς αυτή έχει επηρεάσει τη ζωή της μέχρι σήμερα. Σε σημείο που σε ένα διάλειμμα εννέα μηνών της σχέσης της από τον τωρινό σύζυγό της, David Benioff, εκείνος έβγαινε με τη σωσία της.

«Η απόφαση του χωρισμού ήταν αμοιβαία. Ήθελα πολύ να γίνω μητέρα. Ήμουν 31 ετών» όπως εξηγεί η 54χρονη σήμερα ηθοποιός. «Και μαθαίνω, από γνωστούς, ότι έβγαινε ραντεβού με εκείνη».

Το χειρότερο ήταν όταν, αμέσως μετά τον χωρισμό, βγήκε έξω με ένα «τσούρμο φίλες», οι οποίες ήθελαν να της φτιάξουν τη διάθεση. Πηγαίνουν λοιπόν σε ένα μπαρ και «στην άλλη άκρη, βλέπω έναν τύπο να φωνάζει. “Lake! Lake!”. Κι εγώ ήμουν σε φάση, δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό. Και μετά άρχισε να με πλησιάζει όλο και περισσότερο και του λέω, “Δεν είμαι η Lake!”. Θα έδινα τα πάντα να δω πώς το είπα». Εκείνος ο άντρας, που την πέρασε για τη σωσία της, ήταν ένας συνάδελφός της ηθοποιός, όπως διευκρινίζει η Peet.

«Bλέπω έναν τύπο να φωνάζει. “Lake! Lake!”. Κι εγώ ήμουν σε φάση, δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό. Και μετά άρχισε να με πλησιάζει όλο και περισσότερο και του λέω, “Δεν είμαι η Lake!”. Θα έδινα τα πάντα να δω πώς το είπα»

Τελικά τα ξαναβγήκαν με τον Benioff, σεναριογράφο και παραγωγό που είναι κυρίως γνωστός ως ένας από τους δημιουργούς του «Game of Thrones». Παντρεύτηκαν το 2006 και πλέον έχουν τρία παιδιά. Όσο για τη σωσία της, ήταν παντρεμένη, από το 2013 έως το 2020, με τον tattoo artist Scott Campbell, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά.

Η 46χρονη Bell, πάντως, θεωρεί κολακευτική της ομοιότητά της με την Peet. «Είναι απίστευτη», είχε πει σε παλαιότερη συνέντευξή της. «Το θεωρώ μεγάλο κομπλιμέντο. Είναι κουκλάρα και πραγματικά ταλαντούχα και πιο έμπειρη από εμένα. Προηγήθηκε αυτή, με τα ανοιχτόχρωμα μάτια και τα καστανά μαλλιά και όλα αυτά, ξέρετε, τα χαρακτηριστικά».

Η Amanda Peet αποκάλυψε ότι διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού το περασμένο φθινόπωρο, την ίδια περίοδο που και οι δύο γονείς της βρίσκονταν σε ξενώνες ανακουφιστικής φροντίδας. Περιγράφει την εμπειρία της σε προσωπικό της κείμενο που δημοσιεύτηκε στο The New Yorker.

Όπως αναφέρει, όλα ξεκίνησαν μετά από έναν τυπικό έλεγχο. «Για πολλά χρόνια μου έλεγαν ότι έχω “πυκνούς” και “δραστήριους” μαστούς, όχι ως κομπλιμέντο αλλά ως προειδοποίηση ότι χρειάζονται επιπλέον παρακολούθηση», γράφει. Η ίδια έκανε τακτικούς ελέγχους κάθε έξι μήνες και, κάποια στιγμή τον Σεπτέμβριο υποβλήθηκε σε αυτό που θεωρούσε μια ακόμη εξέταση ρουτίνας.

Ωστόσο, τα ευρήματα οδήγησαν σε περαιτέρω έλεγχο. «Έβλεπα έναν χειρουργό μαστού κάθε έξι μήνες για ελέγχους. Την Παρασκευή πριν από την αργία του Labor Day πήγα για αυτό που νόμιζα ότι θα ήταν μια απλή εξέταση», σημειώνει, ενώ προσθέτει ότι ο γιατρός της είπε πως «δεν του άρεσε αυτό που είδε στον υπέρηχο» και ζήτησε να γίνει βιοψία.

Η ίδια κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά από την αντίδραση της γιατρού της. «Μετά τη διαδικασία, μου είπε ότι θα παραδώσει η ίδια το δείγμα προσωπικά στην παθολογοανατομική. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα», ανέφερε.

«Έβλεπα έναν χειρουργό μαστού κάθε έξι μήνες για ελέγχους. Την Παρασκευή πριν από την αργία του Labor Day πήγα για αυτό που νόμιζα ότι θα ήταν μια απλή εξέταση», σημειώνει, ενώ προσθέτει ότι ο γιατρός της είπε πως «δεν του άρεσε αυτό που είδε στον υπέρηχο» και ζήτησε να γίνει βιοψία.

Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν ότι υπήρχε όγκος. «“Φαινόταν” μικρός, αλλά θα χρειαζόταν μαγνητική τομογραφία μετά το τριήμερο για να καθοριστεί η έκταση της νόσου», εξηγεί.

Την ίδια περίοδο, η προσωπική της ζωή βρισκόταν σε ιδιαίτερα δύσκολη φάση. Και οι δύο γονείς της, που ήταν διαζευγμένοι, βρίσκονταν σε ξενώνες ανακουφιστικής φροντίδας, σε διαφορετικές ακτές των ΗΠΑ. Η Peet ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη για τον πατέρα της, αλλά δεν πρόλαβε να τον δει ζωντανό.

Με την επιστροφή της στο Λος Άντζελες για να είναι κοντά στη μητέρα της, έμαθε ότι είχε καρκίνο του μαστού σταδίου 1, ορμονοεξαρτώμενο, δηλαδή σε αρχικό στάδιο. «Ήμουν πιο χαρούμενη απ’ ό,τι πριν από τη διάγνωση, όταν ήμουν απλώς ένας άνθρωπος χωρίς καρκίνο», λέει, αλλά παραδέχεται ότι ο φόβος επέστρεψε γρήγορα. «Αλλά μετά από περίπου 10 λεπτά θυμήθηκα ότι έπρεπε ακόμη να κάνω τη μαγνητική και φοβήθηκα ξανά».

Η ίδια περιγράφει τη διαδικασία της διάγνωσης ως ψυχολογικά απαιτητική. «Άρχισα να συνειδητοποιώ ότι οι διαγνώσεις καρκίνου έρχονται σταδιακά, σαν αργές σταγόνες», σημειώνει.

Σε επόμενο έλεγχο εντοπίστηκε και δεύτερη μάζα, η οποία όμως αποδείχθηκε καλοήθης. Έτσι, η θεραπεία της περιορίστηκε σε αφαίρεση όγκου και ακτινοβολίες, χωρίς να χρειαστεί χημειοθεραπεία ή μαστεκτομή.

Η Peet επέλεξε να μην αποκαλύψει στη μητέρα της ούτε τη δική της διάγνωση ούτε τον θάνατο του πατέρα της, καθώς εκείνη βρισκόταν στα τελευταία στάδια της νόσου Parkinson. Για να διαχειριστεί το άγχος της, λάμβανε αγωγή. «Έβαζα μικρά κομμάτια Ativan στο στόμα μου όλη μέρα, αλλά η πίεσή μου ήταν τόσο ανεβασμένη που δεν είχαν καν αποτέλεσμα», αναφέρει.

Περιγράφοντας τις τελευταίες στιγμές με τη μητέρα της, γράφει: «Η μορφίνη αργούσε πολύ να δράσει και εκείνη κοιτούσε το ταβάνι και βογκούσε, έτσι ανέβηκα στο νοσοκομειακό κρεβάτι για να μπω στο οπτικό της πεδίο». Και συνεχίζει: «Κλειδώσαμε τα βλέμματά μας και ηρέμησε, και μετά συνεχίσαμε να κοιταζόμαστε για αυτό που έμοιαζε με αρκετά λεπτά».

Η ίδια θυμάται και μια προσωπική στιγμή σύνδεσης. «Της είπα “howdy doodle” – έτσι με χαιρετούσε συχνά. Αλλά μετά κατάλαβα ότι επικοινωνούσε χωρίς λόγια και έκανα το ίδιο. Ο χρόνος τελείωνε και, άλλωστε, της είχα ήδη πει τα πάντα».

Δείτε το απόσπασμα της συνέντευξης της Amanda Peet:

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below