Ενας ακόμη μεγάλος σχεδιαστής έφυγε από τη σκηνή της μόδας. Ο Valentino Garavani -λάτρης του κόκκινου, εκπληρωτής ονείρων, ρομαντική ιδιοφυΐα που μετέτρεπε τις γυναικείες φαντασιώσεις σε κομψές πραγματικότητες πέρα από κάθε προσδοκία- έφυγε στα 93 του από τη ζωή, στην κατοικία του στη Ρώμη, περιτριγυρισμένος από την οικογένειά του.
Για μια γενιά που ενηλικιώθηκε μέσα στη διαρκή «μουσική καρέκλα» της μόδας, το Valentino ως όνομα μπορεί να μην είναι αυτομάτως ταυτόσημο με τον Valentino ως άνθρωπο. Ο σημερινός creative director του οίκου, Alessandro Michele, έχει ήδη αφήσει το δικό του αποτύπωμα από την πρώτη του συλλογή τον Ιανουάριο του 2025, ενώ ο προκάτοχός του, Pierpaolo Piccioli, δικαίως υμνήθηκε για τον εκσυγχρονισμό του οίκου με σεβασμό στην κληρονομιά του κατά τη διάρκεια της οκταετούς θητείας του από το 2016 έως το 2024, αλλά και για τα οκτώ χρόνια όπου υπήρξε c0-creative director μαζί με τη Maria Grazia Chiuri. Εκείνοι ανέλαβαν τον οίκο όταν ο Valentino αποσύρθηκε το 2008, και δύσκολα θα μπορούσε να έχει περάσει η σκυτάλη σε πιο άξιο δίδυμο.

Κι όμως, όσο κι αν είχαν επιλεγεί προσωπικά από τον ίδιο, θα ήταν οι πρώτοι που θα παραδέχονταν ότι δεν ήταν ο Valentino. Μόνο ο Valentino ήταν Valentino. Ένας μοναδικός άνθρωπος με μια εξίσου μοναδική αισθητική, τόσο απαιτητική και απόλυτη, που ακόμη κι ένας μη ειδικός θα αναγνώριζε ένα φόρεμά του από απόσταση δέκα βημάτων. «Ξέρω τι θέλουν οι γυναίκες. Θέλουν να είναι όμορφες», έλεγε κάποτε. Για τον Valentino, ήταν πράγματι τόσο απλό – και δεν απομακρύνθηκε ποτέ από αυτό το μότο. Για εκείνον, ομορφιά σήμαινε πλούσια μεταξωτά, περίτεχνες δαντέλες, ανάλαφρα βολάν, κομψές πιέτες και ζωηρά χρώματα όπως φούξια, λιλά και το αγαπημένο του κόκκινο. Κι αν είναι εύκολο να τον χαρακτηρίσει κανείς παραδοσιακό, υπήρξε ταυτόχρονα και πεισματικά ανατρεπτικός, παραμένοντας πιστός στον στολισμό και τη διακόσμηση ακόμη κι όταν η μόδα έγερνε αποφασιστικά προς τον μινιμαλισμό. Ο Valentino δεν αντέγραφε τις τάσεις: τις δημιουργούσε. Δεν σχεδίαζε για τη στιγμή· σχεδίαζε για την αιωνιότητα.

Με ένα όνομα όπως Valentino Clemente Ludovico Garavani, ίσως να ήταν πάντα γραφτό να ζήσει μια ζωή εκλεκτή – και να χτίσει μια αυτοκρατορία αντάξια του ονόματός του. Μια αυτοκρατορία που καθόρισε τη μόδα του 20ού αιώνα, αφήνοντας πίσω της μια κληρονομιά που άλλαξε για πάντα τις σιλουέτες της σύγχρονης λάμψης. Οι γυναίκες γοητεύονταν από τη μαγεία του, ιδίως όσες βρίσκονταν στο δημόσιο βλέμμα, συνειδητοποιώντας γρήγορα ότι ο Valentino δεν θα τις άφηνε ποτέ να δείχνουν λιγότερο από απόλυτα κομψές. Όταν η Elizabeth Taylor φόρεσε ένα λευκό Valentino φόρεμα με φτερά στην πρεμιέρα του Spartacus το 1960, γεννήθηκε ένας έρωτας που την οδήγησε ακόμη και στα κεντρικά του οίκου στη Ρώμη για περισσότερα κομμάτια. «Του είπε: “Αχ, έχεις τόση δημοσιότητα μαζί μου σήμερα το αξίζω αυτό, αυτό και αυτό!”», θυμόταν ο Giancarlo Giammetti, ο επιχειρηματικός συνεργάτης του Valentino. Φυσικά, ο Valentino την εξυπηρέτησε κι έτσι ξεκίνησε μια σχέση που κράτησε χρόνια.

Το ίδιο ενθουσιασμένη υπήρξε και η Jacqueline Onassis. Αφού ανακάλυψε τον Valentino το 1964, η πρώην πρώτη κυρία εντυπωσιάστηκε τόσο, ώστε αγόρασε έξι couture φορέματα, τα οποία φόρεσε καθ’ όλη τη διάρκεια του πένθους της για τον John F. Kennedy. Όταν παντρεύτηκε τον δεύτερο σύζυγό της, Αριστοτέλη Ωνάση, το 1968, στράφηκε ξανά στον Valentino, επιλέγοντας ένα λευκό φόρεμα από chantilly δαντέλα από την επιτυχημένη «λευκή» συλλογή του 1967.

Αν και ο Valentino υπήρξε αψεγάδιαστος μόδιστρος ήταν το βραδινό ντύσιμο και όχι το καθημερινό αυτό που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα. Ήξερε ότι το σωστό φόρεμα στη σωστή γυναίκα μπορεί να δημιουργήσει μια είσοδο τόσο δυνατή που σχεδόν σταματά τον χρόνο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Valentino πρωταγωνιστεί διαχρονικά σε κάθε λίστα καλοντυμένων στα βραβεία Όσκαρ. Το ασπρόμαυρο vintage Valentino φόρεμα της Julia Roberts το 2001, όταν κέρδισε το Όσκαρ για το Erin Brockovich, θεωρείται μέχρι σήμερα μία από τις πιο εμβληματικές red carpet στιγμές στην ιστορία του θεσμού, τόσο, που έχει και δική του σελίδα στη Wikipedia. Η Sophia Loren, η Jessica Lange, η Reese Witherspoon, η Cate Blanchett και η Jennifer Lopez είναι μόνο μερικές από τις σταρ που επέλεξαν Valentino τη βραδιά των Όσκαρ, γνωρίζοντας ότι όσο εντυπωσιακό κι αν είναι το φόρεμα, ποτέ δεν θα τις «καταπιεί».

Είτε ήταν διάσημες είτε όχι, μία φράση επέστρεφε συχνά από τις πελάτισσές του: πόσο αληθινά αγαπούσε τις γυναίκες. Πολλές από τις σταθερές πελάτισσές του έγιναν φίλες του, ανάμεσά τους και η πριγκίπισσα Diana, για την οποία υπήρξε, κατά κάποιον τρόπο, «σχεδιαστής συναισθηματικής υποστήριξης» σε δύσκολες εποχές. Πέρα από το ότι τον φορούσε συχνά, ήταν τόσο κοντά, ώστε περνούσε διακοπές στο ιδιωτικό του γιοτ τη δεκαετία του ’90, σε ένα από τα ελάχιστα καταφύγια μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα των παπαράτσι. Ο Valentino ανέπτυξε επίσης ιδιαίτερο δεσμό με την Anne Hathaway μετά το cameo του στην ταινία The Devil Wears Prada. Εκείνη φόρεσε υπέροχα τα κόκκινα φορέματά του —με αποκορύφωμα όταν παρουσίασε τα Oscars του 2011— ενώ η φιλία τους την οδήγησε να επιλέξει τον Valentino για το νυφικό της το 2012.
Γεννημένος στις 11 Μαΐου 1932 στη Voghera της βόρειας Ιταλίας, ο Valentino ξεκίνησε από μια ήσυχη γωνιά της Λομβαρδίας, αλλά στόχευσε από νωρίς πολύ πιο μακριά. Στα 17 του ταξίδεψε στο Παρίσι για να σπουδάσει μόδα στην École des Beaux-Arts και στο Chambre Syndicale de la Couture, και το 1959 επέστρεψε στη Ρώμη για να ανοίξει το δικό του ατελιέ στη Via Condotti. Ο οίκος Valentino ιδρύθηκε επίσημα το 1960, μαζί με τον Giammetti.
Είναι αδύνατον να υπερεκτιμηθεί η σημασία του Giammetti στην ιστορία του Valentino: υπήρξαν συνεργάτες για πάνω από 50 χρόνια, αλλά και σύντροφοι από την ημέρα που γνωρίστηκαν το 1960 έως το 1972. Μαζί δημιούργησαν μια αχανή αυτοκρατορία υψηλής ραπτικής, πολυτελών βιλών και εντυπωσιακών γιοτ, απολαμβάνοντας τη ζωή τους σαν να είχε διαγραφεί η λέξη «εγκράτεια» από το ιταλικό λεξικό. Όποιος τους είχε δει μαζί στην Paris Couture Week θα θυμάται πως καβγάδιζαν με το ίδιο πάθος που αγαπιόντουσαν — κάτι που αποτυπώθηκε και στο ντοκιμαντέρ Valentino: The Last Emperor (2008), ένα must-watch για κάθε θαυμαστή, ακριβώς επειδή δεν διστάζει να δείξει και την πεισματάρικη πλευρά του, μαζί με την ιδιοφυΐα του.

Όταν αποσύρθηκε το 2008, με μια τελευταία συγκινητική επίδειξη στο Musée Rodin του Παρισιού, με πρωταγωνίστριες όπως η Claudia Schiffer, η Shalom Harlow και η Naomi Campbell, άφησε πίσω του μια βιομηχανία στην οποία είχε προστατεύσει με πάθος τις παραδόσεις της υψηλής ραπτικής, παραμένοντας παράλληλα ο απόλυτος δημιουργικός κυρίαρχος του οίκου του. Σε μια εποχή αναλώσιμων τάσεων και αναλώσιμων ρούχων, η δεξιοτεχνία του ως δημιουργού ενός brand αφήνει πίσω της όχι μόνο κληρονομιά, αλλά και μάθημα: να ακούς την καρδιά σου, να μένεις πιστός στο όραμά σου και να μην υποχωρείς ποτέ. Ξαφνικά, ο κόσμος μοιάζει… λιγότερο ντυμένος.



