Η Καμίλ Σαριέρ ξέρει να γράφει. Εννοώ ότι μπορεί οι απαιτήσεις του κοινού από μία κοπέλα που ανήκει στη νεόκοπη επαγγελματική κατηγορία των influencers να μην  περιλαμβάνουν το συγγραφικό ταλέντο, αλλά σας βεβαιώνω ότι αυτή η πολυπράγμων Γαλλοαγγλίδα με σπουδές Νομικής και Οικονομικών διαθέτει σημαντικά καλύτερη πένα και αναλυτική σκέψη από πολλούς δημοσιογράφους. Τυχαία αναφέρω το τελευταίο της κομμάτι στο Camille Over the Rainbow, το blog που την έκανε παγκοσμίως γνωστή το 2010 για το ραφινάτο περιεχόμενό του. Εκεί, η συνεργασία της με μια γνωστή μάρκα ρούχων γίνεται απλώς η αφορμή για ένα μίνι διήγημα με φόντο το παραθαλάσσιο Μπράιτον, τα fish and chips και το ποδόσφαιρο. Βασικά η μπάλα -και όχι η μόδα- είναι το πιο συχνό θέμα συζήτησής μας και όταν έρχεται στην Αθήνα, καλεσμένη μας για τα φετινά Marie Claire Blog Awards και τιμώμενο πρόσωπο ως Influencer της Χρονιάς.

Είναι βράδυ των προημιτελικών του Παγκοσμίου Κυπέλλου και βλέπει Βέλγιο – Γαλλία στο δωμάτιο του ξενοδοχείου της ξεκουράζοντας το εγχειρισμένο πόδι της, και ενώ ανταλλάσσουμε συνθήματα σε μηνύματα «Allez les Bleus» (εκείνη), «It’s coming home» (εγώ), η Κροατία δεν έχει ακόμη κερδίσει την Αγγλία. «Και τι θα κάνεις αν οι δύο πατρίδες σου παίξουν αντίπαλες στον τελικό;», τη ρωτάω. Η πλευρά του Γάλλου μπαμπά της υπερισχύει. Την επομένη φωτογραφίζεται για το τεύχος Σεπτεμβρίου κάνοντας χιούμορ για τη θεότητα της ελληνικής μυθολογίας με το ένα πόδι παρά τον πόνο που νιώθει (ο γιατρός της την είχε συμβουλεύσει να μην ταξιδέψει μετά την επέμβαση που έκανε στον τένοντα, αλλά δεν τον άκουσε).

Η 30χρονη Καμίλ, μέρος μιας γενιάς δημιουργικών ανθρώπων που η καριέρα τους δεν προσδιορίζεται από τους υπάρχοντες όρους, βρίσκεται στη λίστα του Business of Fashion με τους 500 πιο επιδραστικούς επαγγελματίες στη βιομηχανία της μόδας, είναι συνδημιουργός ενός από τα πλέον επιτυχημένα podcasts και έχει δει τη δουλειά της να παρουσιάζεται από τα μεγαλύτερα περιοδικά μέχρι τους «New York Times». Σε έναν κόσμο που έχει μπουχτίσει από έμμεση διαφήμιση στο Instagram, υποστηρίζει την ανάγκη να αναφέρουν ξεκάθαρα οι μπλόγκερ το πληρωμένο περιεχόμενο και τις εμπορικές συνεργασίες. Kαι ενώ μπορεί να θαυμάζεις το ανεπιτήδευτο στυλ της στο Ιντερνετ, εκείνη στρέφεται στο ραδιόφωνο, ένα Μέσο που «φτάνει στα βάθη της σκέψης σου χωρίς να σε νοιάζει πώς φαίνεσαι», όπως λέει η ίδια.

 Υποστήριζες τη Γαλλία στο Μουντιάλ, αλλά ζεις και δουλεύεις στο Λονδίνο. Τελικά νιώθεις πιο πολύ Γαλλίδα ή Αγγλίδα;
Θα το θέσω έτσι: αγαπώ την υιοθετημένη πόλη μου και έχω δύο διαβατήρια. Στις φλέβες μου κυλάει ¼ αγγλικό αίμα (η μητέρα μου είναι μισή Γαλλίδα/μισή Αγγλίδα και ο πατέρας μου Γάλλος), οπότε δεν γινόταν να μην ενθουσιαστώ με τους Βρετανούς στα πρώτα παιχνίδια (το τραγούδι «It’s coming home» ήταν κολλητικό ομολογώ). Ομως η αλήθεια είναι πως όταν φτάσαμε στους τελικούς πανηγύριζα μόνο για τους Bleus. Οι αναμνήσεις μου από τη νίκη μας το 1998 είναι ακόμη πολύ έντονες και πέθαινα να ξαναζήσω την ίδια ευφορία. Είμαι εκστατικά χαρούμενη που η Γαλλία νίκησε γιατί ήταν ένα γεγονός που μας ένωσε. Ο λόγος που συνυπάρχω τόσο άνετα και με τις δύο κουλτούρες είναι επειδή στο σπίτι επιτρεπόταν να μιλάμε μόνο αγγλικά. Η μητέρα μου επέμενε σε αυτό για να εξασφαλίσει ότι θα τα μιλάμε άπταιστα. Ομως μεγάλωνα στο Παρίσι, οπότε τελικά είμαι πολύ περισσότερο Γαλλίδα όσο κι αν προσπαθήσω να καταπολεμήσω τη «γαλλικότητά» μου (αλήθεια το κάνω).

Πώς ήταν οι γονείς σου, σε τι ατμόσφαιρα μεγάλωσες;
Μεγάλωσα σε ένα σπιτικό όπου επικρατούσε η διανόηση, με βιβλία να ξεχειλίζουν από κάθε δωμάτιο και μαθηματικούς αλγόριθμους να συζητιούνται στο δείπνο. Η μητέρα μου είχε εμμονή με τον Δαρβίνο και τα δένδρα και δεν περνά ούτε μία μέρα χωρίς να παραγγείλει κάτι καινούριο να διαβάσει. Οσο για τον πατέρα μου, στο Twitter bio του (ναι, σε αυτόν οφείλω τις ρίζες μου ως σπασίκλας) αναφέρει πρόχειρα ως χόμπι του τα Μαθηματικά, τη Φιλοσοφία και τη Λογοτεχνία. Ενα από τα πράγματα που αγαπώ σε αυτόν είναι ότι μπορεί να ονομάσει αμέσως οποιοδήποτε κομμάτι κλασικής ή τζαζ μουσικής ακούσει στο ραδιόφωνο. Ωστόσο, κανείς από τους δύο δεν διαθέτει επιχειρηματικό πνεύμα και στην αρχή ήταν δύσκολο να αποδεχθούν ότι δεν θα συνεχίσω τις νομικές σπουδές μου για να κάνω καριέρα στη μόδα. Ομως νιώθω τυχερή που έχω μια τόσο ενδιαφέρουσα οικογένεια.


Τι επιρροές είχες στα παιδικά και εφηβικά σου χρόνια σε σχέση με τη μόδα;
Δεν είχα! Τέλος πάντων, η μόδα δεν με ενδιέφερε όπως τώρα. Οταν ήμουν μικρή μού άρεσε η όπερα και τα μιούζικαλ και επινοούσα ιστορίες με τα μικρότερα αδέλφια μου. Ηθελα πάντα να μοιράζομαι – κάποτε τύπωσα μια δική μου εφημερίδα και τη μοίρασα στους γείτονες, ίσως αυτό εξηγεί το πού βρίσκομαι τώρα. Το γούστο μου στη μόδα καλλιεργήθηκε όταν μετακόμισα στο Λονδίνο και -παραδόξως- ήταν εκεί που άρχισα να προβάλλω τη «γαλλικότητά» μου, αν και λατρεύω την ανοιχτή και εκκεντρική προσέγγιση στα ρούχα που έχουν οι άνθρωποι στην από δω πλευρά της Μάγχης. Εχω μεγάλη περιέργεια, γι’ αυτό δεν κολλάω ποτέ στα ίδια, εμπνέομαι συνεχώς από νέα μέρη και ιδέες.
Σπούδασες Νομικά στο Παρίσι αλλά βρέθηκες να δουλεύεις στο NetAPorter στο Λονδίνο. Πώς έγινε η μετάβαση;
Η ζωή είναι παράξενη. Αν δεν ακολουθούσα την τότε σχέση μου στο Λονδίνο ίσως να μη συνέβαινε ποτέ αυτή η αλλαγή. Βλέπεις, όταν άλλαξα πανεπιστήμιο έπρεπε να πάρω οικονομική κατεύθυνση στο πτυχίο για κάποιον γραφειοκρατικό λόγο και έπειτα βρέθηκα να δουλεύω σε ένα τεχνοκρατικό περιβάλλον που δεν μου άρεσε καθόλου. Αποφάσισα ότι το να βγάλω χρήματα δεν είναι προτεραιότητα στη ζωή μου και έστειλα ένα βιογραφικό στο Net-A-Porter, όπου μάλλον η δικηγορίστικη πλευρά μου τους έπεισε να μου δώσουν τη δουλειά, αν και είχα μηδενική προϋπηρεσία στη μόδα.
Τι δουλειά έκανες ακριβώς στο NetAPorter και μετά στο Matches Fashion;
Ημουν στη σύνταξη και μέλος της ομάδας που λάνσαρε τη γαλλική έκδοση του ψηφιακού περιοδικού The Edit. Στο Matches με πήραν για να κάνω social media και περιεχόμενο, αλλά δεν κράτησε πολύ. Η διευθύντρια με φώναξε και μου είπε ότι πρέπει να διαλέξω ανάμεσα στη δουλειά εκεί και στο blog μου, οπότε μου έδωσε την ώθηση που χρειαζόμουν. Κέρδιζα ήδη περισσότερα χρήματα από τις συνεργασίες μου με το Camille Over The Rainbow, οπότε το πήρα απόφαση. Διστακτικά στην αρχή, γιατί έμοιαζε μεγάλο ρίσκο, ειδικά εκείνη την εποχή που έβλεπαν τους bloggers υποτιμητικά.

Βίωσες τη μετάβαση από το blogging στο instagramming. Πώς εξηγείς την άνοδο και κυριαρχία του Instagram στην επικοινωνία μόδας;
Οταν ξεκίνησε το Instagram το να ποστάρεις εκεί ήταν απλά ένας τρόπος να φέρεις κίνηση στο blog σου. Σαν να δημιουργείς μια όμορφη βιτρίνα για να προσελκύεις κόσμο μέσα. Ομως η ροπή των ανθρώπων προς την κατανάλωση εύκολης εικόνας βρήκε φλέβα στο Instagram και η online κοινότητα στράφηκε σε αυτό. Σήμερα, που τόσες βιομηχανίες τα κάνουν όλα εύκολα και προσβάσιμα (Amazon Prime, shopping χωρίς checkout, κοινωνίες χωρίς μετρητά κ.λπ.) όλοι αναζητούν την ευκολία. Το Instagram είναι εύκολο. Ολοι έχουμε τα κινητά συνέχεια μαζί μας, έχουν καταλάβει τις ζωές μας. Κλείνουμε ραντεβού από τα κινητά μας, παραγγέλνουμε φαγητό από αυτά, στέλνουμε mail, τραβάμε φωτογραφίες. Γι’ αυτό έχει γίνει τόσο μεγάλο το Instagram.


Εχεις κουραστεί από το όρο «
blogger»; Μήπως δεν περιγράφει πια αυτό που κάνεις;
Περιγράφει το δρόμο που ακολούθησα για να φτάσω εδώ που είμαι, αλλά δεν αντανακλά πλέον αυτό που κάνω. Σήμερα έχω μια εξαιρετικά πολύπλευρη καριέρα και οι αναρτήσεις στο Instagram ευτυχώς αντιπροσωπεύουν μόνο ένα πολύ μικρό μέρος της δουλειάς μου. Βγάζω ένα podcast, το Fashion No Filter, το οποίο συμπαρουσιάζω με τη δημοσιογράφο Monica Ainley. Τα συναρπαστικά νέα είναι ότι ξεκινά και η τηλεοπτική εκδοχή του στο κανάλι Paris Premiere τον Σεπτέμβριο, ενώ είμαστε σε συζητήσεις και με το Netflix. Επίσης είμαι σύμβουλος σε μάρκες, ενώ υπάρχει και ένα νέο μυστικό project για το οποίο δεν μπορώ να αποκαλύψω πολλά, παρά μόνο ότι έχει σχέση με τη βιωσιμότητα, οπότε μείνετε συντονισμένοι.
Η δική μου γενιά ονειρευόταν προαγωγή και μεγάλη θέση σε κάποια εταιρεία. Γιατί όλο και περισσότερες νέες γυναίκες επιλέγουν να είναι αφεντικά της δικής τους -έστω και μικρής- επιχείρησης;
Νομίζω ότι η ελευθερία και ο χρόνος είναι σήμερα η μεγαλύτερη πολυτέλεια, επομένως η δυνατότητα να συνδυάζεις και τα δύο και να οργανώνεις το πρόγραμμά σου μοιάζει με τα απόλυτα «hashtag goals» των νέων γυναικών – ειδικά εφόσον μπορείς να το κάνεις ακόμη και μεγαλώνοντας παιδιά. Το να είσαι ελεύθερος επαγγελματίας ωστόσο έχει τις δυσκολίες του, όπως ότι ουσιαστικά δεν σταματάς ποτέ τη δουλειά. Ωστόσο, από την εμπειρία μου και πάλι, τα υπέρ είναι περισσότερα από τα κατά.

Είναι όσο cool δείχνει η ζωή της internet influencer;|
Και βέβαια είναι, αλλά κοίτα, ας πάρουμε το εξώφυλλο αυτού του τεύχους ως παράδειγμα απομυθοποίησης της ονειρεμένης αυτής ζωής: ο λόγος που έχω τα χέρια μου πίσω από την πλάτη μου είναι επειδή στηρίζομαι στο πόμολο, γιατί στέκομαι μόνο στο ένα πόδι καθώς το άλλο πονάει ακόμη πολύ από τότε που πάτησα γυαλιά σε ένα γάμο λίγους μήνες πριν. Ο τραυματισμός δεν μου επέτρεψε να παραστώ στα Marie Claire Blog Awards όπου θα παραλάμβανα το βραβείο της International Influencer of the Year, καθώς η μόλυνση στο πόδι μου υποτροπίασε την επομένη της φωτογράφησης και κατέληξα σε ένα ελληνικό νοσοκομείο με την υπέροχη διευθύντρια του περιοδικού για διερμηνέα μου (σε ευχαριστώ και πάλι!). Είναι όμως μια ιστορία και ανυπομονώ να αφηγηθώ κάποτε στα εγγόνια μου ότι στο πρώτο μου εξώφυλλο πόζαρα με το ένα πόδι!

 

Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το podcast Fashion No Filter;
Η στιγμή του «εύρηκα!» ήρθε αφότου με κάλεσαν να μιλήσω σε μία από τις αγαπημένες μου ραδιοφωνικές εκπομπές, το BBC Women’s Hour. Ερωτεύτηκα κατευθείαν το ηχητικό μέσο, καθώς σου επιτρέπει να φτάσεις στα βάθη των σκέψεών σου χωρίς να σε απασχολεί η εμφάνισή σου. Κατά την επιστροφή για το σπίτι τηλεφώνησα στη φίλη μου και δημοσιογράφο Μόνικα, η οποία μου υπενθύμισε ότι έχει εμμονή με τα podcasts και έτσι γεννήθηκε η ιδέα: γιατί να μην κάνουμε κάτι που δεν είχαμε επιχειρήσει στο παρελθόν και να μιλήσουμε για τη μόδα χωρίς το εικαστικό κομμάτι σε έναν κόσμο που ξεχειλίζει από εικόνες ούτως ή άλλως. Η φαντασία μας είναι ένα παντοδύναμο εργαλείο και πρέπει να συνεχίσουμε να το γυμνάζουμε αλλιώς θα ατροφήσει όπως ένας μυς! Πήρα συνέντευξη από τη Σούζαν Σαράντον, ένα πραγματικό είδωλο, ήταν μια κορυφαία στιγμή στην καριέρα μου. Είμαι ιδιαίτερα περήφανη για το επεισόδιο με τη βιωσιμότητα στη μόδα, χάρη στο οποίο βρέθηκα να κάθομαι δίπλα στον Εντουαρντ Ενινφουλ (σ.σ.: διευθυντής της βρετανικής «Vogue») και στη Λίβια Φερθ ως κριτής στο πάνελ για το Green Carpet Challenge, συμμετέχοντας πιο ενεργά σε ένα θέμα για το οποίο παθιάζομαι.

Ποια είναι η μεγαλύτερη αλλαγή που θα δούμε στη βιομηχανία της μόδας;
Το βίντεο, καθώς είναι πολύ πιο engaging. Επίσης, το περιεχόμενο που μπορείς να αγοράσεις (στο Netflix ή το Amazon Prime) θα αποτελέσει τεράστια τάση.

Ερχεσαι συχνά στην Ελλάδα. Τι σε συνδέει με τη χώρα;
Είχα πάντα κάτι με τα… αγόρια από την Ελλάδα. Τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Ομηρο. Η ηρωίδα των παιδικών μου χρόνων ήταν η Αντιγόνη (σου είπα ότι είχα μια έφεση στο δράμα), ενώ πρόσφατα χάρηκα που ανακάλυψα ότι υπάρχει μια θεότητα με ένα πόδι στην ελληνική μυθολογία η οποία συνήθιζε να αποπλανεί νεαρότερους άνδρες. Δεν θα επιβεβαιώσω εδώ αν βγαίνω με μικρότερους, αλλά ας πούμε ότι έχω κάποια να θαυμάζω μέχρι να αποκτήσω ξανά το πόδι μου. Πέρα από την πλάκα, θα στεναχωρηθώ αν δεν μπορέσω να έρθω στην Ελλάδα για διακοπές φέτος, αφού ειλικρινά δεν έχω περάσει πουθενά στον κόσμο πιο αξέχαστα. Του χρόνου!

Ποια είναι τα αγαπημένα σου ελληνικά πράγματα ή συνήθειες;
Με τυχαία σειρά: τζατζίκι, ούζο, αιώνια λιακάδα και λευκές εκκλησίες σκαρφαλωμένες σε βράχους σε νησιά που σου κόβουν την ανάσα. Αγαπώ το πόσο φιλικοί και δεμένοι με την οικογένεια είναι οι Ελληνες. Είναι πραγματικά το αγαπημένο μου μέρος στη Γη. Εχει κάτι μαγικό η Ελλάδα.

Τι παίρνεις πάντα μαζί σου όταν ταξιδεύεις; Ποιο είναι το μυστικό για μια επιτυχημένη βαλίτσα διακοπών;
Ενα φανταστικό βιβλίο βέβαια! Μόλις τελείωσα το «Φως τον Αύγουστο» του Φόκνερ και διαβάζω μανιωδώς το «Ενας άνθρωπος που τον έλεγαν ‘Οβ» του Μπάκμαν.