Από τη Χρύσα Οικονομοπούλου

Στην αρχή ήμουν επικίνδυνη λόγω της γυναικείας μου φύσης. Ήμουν επικίνδυνη για την τιμή της οικογένειας – παραήμουν «ζωηρούλα», και τι θα έλεγε η γειτονιά… Ήμουν επικίνδυνη για την αξιοπρέπεια του άνδρα που παντρεύτηκα – ίσως να μην ήμουν καλή σύζυγος. Ήμουν επικίνδυνη για τον εγωισμό του φίλου μου – δεν άντεξε την απόρριψη. Ήμουν επικίνδυνη για την ηρεμία του κουβαλητή – η γκρίνια μου τού ήταν αφόρητη.

Ήμουν τόσο επικίνδυνη που τα μέτρα που λήφθηκαν ήταν κατεπείγοντα – από κακοποίηση, σωματική, ψυχολογική ή λεκτική, μέχρι φόνο. Μετά, έγινε επικίνδυνη ακόμα και η λέξη. Γιατί γυναικοκτονία; Ας μην είμαστε υπερβολικές (ή «ριζοσπαστικές φεμινίστριες»), υπάρχει λέξη γι’ αυτές τις περιπτώσεις και λέγεται «ανθρωποκτονία». Άλλωστε, ισότητα δεν θέλετε; Έχετε ακούσει ποτέ να χρησιμοποιείται η λέξη «ανδροκτονία»; Όχι, γιατί είμαστε όλοι άνθρωποι, και όταν έχουμε να κάνουμε με δολοφονία ανθρώπου από άνθρωπο δεν πρέπει να γίνονται διακρίσεις ανάλογα με το φύλο.

Το σημαινόμενο με το οποίο χρησιμοποιείται σήμερα ο όρος «γυναικοκτονία» (femicide) δόθηκε από τα φεμινιστικά κινήματα της δεκαετίας του ’70, ακριβώς επειδή υπήρχε η ανάγκη να έρθει στο φως και να προσδιοριστεί με σαφήνεια το συγκεκριμένο εκείνο είδος βίας που στοχοποιεί τη γυναίκα εξαιτίας του φύλου της και των σχέσεών της με το αντίθετο φύλο.

Ο όρος χρησιμοποιείται επισήμως από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και, φυσικά, βρίσκεται σε πλήρη ακολουθία με την περιγραφική λειτουργία της γλώσσας και την ιδιότητά της να δημιουργεί συνεχώς λέξεις, ανάλογα με τις, υπαρκτές στη συγχρονία, ανάγκες έκφρασης. Δεν αμφισβητείται ότι υπάρχει άμεση ανάγκη να γίνει κατανοητή η βία κατά των γυναικών στις σημερινές κοινωνίες οι οποίες είναι στη βάση τους πατριαρχικές – βία που εντοπίζεται στο στενό οικογενειακό περιβάλλον τους ή στις ερωτικές τους σχέσεις. Το περιβάλλον, δηλαδή, που συνδέεται άμεσα με τη γαλήνη, την ασφάλεια και τη συναισθηματική πλήρωση του ατόμου γίνεται τόπος εκφοβισμού, βασανισμού και απειλής της σωματικής ακεραιότητας.

Γιατί είναι τόσο σημαντικό να υπάρχει η λέξη; Επειδή καθιστά εξαρχής δεδομένο, πέραν πάσης αμφιβολίας, το ειδικό εκείνο είδος βίας που σχετίζεται με την εξουσία, την οποία θεωρεί ότι δικαιούται να απολαμβάνει ο άνδρας πάνω στον ψυχισμό και το σώμα της γυναίκας. Αλλά και επειδή είναι σημαντικό να αναγνωρίζεται εξαρχής, απευθείας από τη φωνολογική και μορφολογική απεικόνιση μιας λέξης, πως πατριαρχία σημαίνει (και) το δικαίωμα του άνδρα να τιμωρήσει μια γυναίκα αφαιρώντας της τη ζωή για λόγους που σχετίζονται με το φύλο της.

Και τέλος, επειδή είναι ζωτικής σημασίας να τεθεί σε αντιδιαστολή προς τους παραπλανητικούς και κατάπτυστους όρους που χρησιμοποιούνται έως τώρα για περιγραφές ανάλογων καταστάσεων – βλέπε «έγκλημα πάθους», «κακιά στιγμή» ή «οικογενειακή τραγωδία».

Δεν πρόκειται λοιπόν περί ορολογίας φανατισμένων οπαδών ενός παράλογου και υπερβολικού φεμινισμού, αλλά για ένα πρώτο βήμα παραδοχής μιας μάστιγας, καθώς ο εντοπισμός ενός προβλήματος αποτελεί ένα πρώτο, μικρό αλλά σημειολογικά σημαντικό βήμα προς την αντιμετώπισή του.

Όσο για τις ενστάσεις ή/και αντιδράσεις που έχουν προκληθεί στον δημόσιο διάλογο μετά τα πρόσφατα τραγικά γεγονότα που πυροδότησαν εκ νέου το debate περί του όρου, αυτές δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο επιθανάτιος ρόγχος του παλιού κόσμου που αντιστέκεται στις αλλαγές ακριβώς επειδή βρίσκει κάπως επίπονο το να ξεβολευτεί από μια σχετικώς ξεκούραστη θέση – γιατί ξεκούραστο είναι οτιδήποτε εδραιωμένο, και τι άλλο παρά εδραιωμένη είναι η πατριαρχική οργάνωση της ελληνικής κοινωνίας.

Δεν είναι τίποτε άλλο παρά το να κλείνει κανείς τα μάτια απέναντι στο πόσο μεγάλο κακό μπορεί να προκαλέσει η καθημερινή εξάσκηση του προνομίου του μέχρι τα άκρα -γιατί ακριβώς η αίσθηση του προνομίου αυτού, η αίσθηση της κτήσης μάλιστα, είναι η βαθιά ουσία της γυναικοκτονίας- και η άρνηση να απαρνηθεί το προνόμιο αυτό προχωρώντας σε μια αναδιάρθρωση σχέσεων και κοινωνικής δομής.

Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, 137 γυναίκες ανά τον κόσμο δολοφονούνται καθημερινά από τον σύντροφό τους ή κάποιον συγγενή τους, με πιθανότερο μέρος διάπραξης του εγκλήματος εις βάρος της γυναίκας το ίδιο της το σπίτι. Περισσότερες από τις μισές από τις 87.000 γυναίκες που δολοφονήθηκαν το 2017 φέρεται ότι έπεσαν νεκρές από τα χέρια των πιο στενών τους ανθρώπων. Από αυτές σχεδόν 30.000 σκοτώθηκαν από τον σύντροφό τους και άλλες 20.000 από κάποιον συγγενή τους.

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση για τη βία κατά των γυναικών από τη Γενική Γραμματεία Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, από το 2010 έως και το 2019 οι καταγγελίες για εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας τετραπλασιάστηκαν.

Η Χρύσα Οικονομοπούλου είναι Γλωσσολόγος, Υπεύθυνη Γραφείου Τύπου Gagarin 205. Το κείμενο περιλαμβάνεται στο βιβλίο Είμαι Επικίνδυνη, εκδ. key books

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below