Αυτό που συνέβη στις τελευταίες εκλογές ήταν κραυγαλέο, ντροπιαστικό, απογοητευτικό. Από τους 332 δημάρχους που εξελέγησαν μόνο οι 22 ήταν γυναίκες, δηλαδή ποσοστό 6,6%. Στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, που είναι η πιο απτή και προσιτή μορφή της πολιτικής ζωής, το φύλο μας είναι απόν.

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω καμία γνωστή που ονειρεύεται να γίνει δήμαρχος, ούτε εμένα θα μου περνούσε από το μυαλό. Οι γυναίκες συνήθως δεν έχουν πολιτικές φιλοδοξίες, δεν κάθονται να κονταροχτυπηθούν για μια καρέκλα. Στους ρόλους αυτούς βλέπουμε παραδοσιακά τους άνδρες, σαν να είναι γενετικά προκαθορισμένο ποιος θα κυβερνάει. Εκείνες συχνά παραμένουν θεατές. Δεν θέλουν; Δεν μπορούν; Δεν ενδιαφέρονται;

Με 22% γυναικεία συμμετοχή στην ελληνική Βουλή και 32% μέσο όρο στην Ευρώπη γίνεται σαφές ότι η εξουσία ασκείται κατά κύριο λόγο από τους άνδρες. Αν μάλιστα ανατρέξουμε στην Ιστορία, στις ηγεσίες κρατών βρίσκουμε μόνο λίγες βασίλισσες οι οποίες κέρδιζαν το θρόνο όταν εξέλιπε ο αρσενικός διάδοχος.

Η καθηγήτρια Ιστορίας και συγγραφέας Λένα Διβάνη εξηγεί πως αυτό είναι το διαγενεακό μοντέλο διαιώνισης της πατριαρχίας.

«Οι γυναίκες δεν ασχολούνται με την πολιτική γιατί βρίσκουν εμπόδια στο δρόμο τους. Ακόμα και οι νόμοι, επί αιώνες, δεν τους επέτρεπαν να εκλέγονται. Σήμερα είναι τα κόμματα που θέτουν εμπόδια. Οι γυναίκες ως μέλη τους αναλαμβάνουν βοηθητικούς ρόλους και ανεβαίνουν δυσκολότερα στην ιεραρχία.

Από την άλλη, έχουν τα εμπόδια της προσωπικής τους ζωής. Σε μια προεκλογική εκστρατεία πρέπει να είναι κανείς δοσμένος ολοκληρωτικά, όμως ποιος θα φροντίσει το σπίτι και την οικογένεια; Αν το κάνει αυτό μια μητέρα, όπου πηγαίνει θα της θυμίζουν ότι έχει αφήσει πίσω ένα σύζυγο και δύο παιδιά. Στις συνεντεύξεις θα τη ρωτάνε πώς καταφέρνει να συνδυάζει την καριέρα με τη μητρότητα, λες και έχουν κάνει ποτέ τέτοια ερώτηση σε άνδρα. Αφού τα ξεπεράσει όλα αυτά, μαζί με τις τύψεις που έχει από μόνη της και τις ενοχές που της φορτώνει το περιβάλλον, θα κατακτήσει κάποιο αξίωμα. Τότε μπαίνει στο στόχαστρο για κάθε κακόβουλη κριτική.

Για τη Μάργκαρετ Θάτσερ έλεγαν ότι είναι ανδροπρεπής, τη Σάνα Μάριν της Φινλανδίας την κατηγόρησαν επειδή πήγε σε πάρτυ, τη Μαρία Δαμανάκη την έκαναν φωτομοντάζ με ζαρτιέρες όταν χώρισε. Ηταν εκλεγμένη βουλευτής, όμως τη σεξουαλικοποίησαν, δεν την αντιμετώπισαν σαν έναν κανονικό άνθρωπο που παίρνει διαζύγιο. Η κοινή γνώμη τιμωρεί τις γυναίκες που κατακτούν θέσεις εξουσίας. Είναι τόσο πολλές οι επιθέσεις που δέχονται ώστε τις θαυμάζω, τις θεωρώ ηρωίδες». 

«Οι υποχρεώσεις της μητρότητας και του γάμου δεν αφήνουν στοιχειωδώς το χρόνο που απαιτούν τα κοινά. Κοινότοπο, αλλά αληθές», έχει πει η Αννα Διαμαντοπούλου, πρώην υπουργός και επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ενωσης σε συνέντευξή της στο Marie Claire.

«Και η διευθυντική πορεία και τα κοινά είναι πρωταθλητισμός. Θέλει αφιέρωση. Αν δεν έχεις τις συνθήκες να το κάνεις, μένεις πίσω. Πρέπει να έχεις χρόνο, θέληση και… στομάχι».

Το αδιέξοδο που αντιμετωπίζουν στην πράξη εκείνες που θέλουν να πολιτευτούν διαπιστώνει και η Μαίη Ζαννή, πρόεδρος και συνιδρύτρια του Women Act, του οργανισμού ενδυνάμωσης στην υλοποίηση των πολιτικών, επαγγελματικών και άλλων στόχων μας.

«Εχουμε 15 hubs σε όλη την Ελλάδα και έχουμε δει ότι υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για τη δημόσια σφαίρα από γυναίκες στις δεκαετίες των 30 και των 40. Αυτά όμως είναι τα πιο σκληρά τους χρόνια γιατί την ίδια στιγμή έχουν και τις επαγγελματικές και τις οικογενειακές τους υποχρεώσεις στο μέγιστο βαθμό. Ερχονται και μας λένε “θέλω να κατέβω στις εκλογές” ή “θέλω να γίνω πρόεδρος στον τάδε οργανισμό“, ωστόσο δεν διαθέτουν υποστηρικτικό πλαίσιο ούτε οικογενειακό αλλά ούτε και κοινωνικό. Οταν μια γυναίκα λέει ότι θα πολιτευτεί, όλοι τη ρωτάνε πώς θα τα καταφέρει, τι θα γίνουν τα παιδιά της, ο άνδρας της. Όταν ένας άνδρας πει “βάζω υποψηφιότητα“, μέχρι και ο τρίτος ξάδερφος του γαμπρού του θα έρθει από το χωριό να τον βοηθήσει. Αυτό είναι πολύ σωστό, απλά θα έπρεπε να ισχύουν τα ίδια μέτρα και τα ίδια σταθμά και για τις γυναίκες». 

Οι υποψήφιες

Κάποιες γυναίκες τολμούν. Είναι λίγες, αλλά είναι σίγουρα άξιες γιατί καταβάλλουν πολλαπλάσιες προσπάθειες σε σύγκριση με τους άνδρες. Μία από αυτές είναι η βουλευτής Μαρία Συρεγγέλα που, ως υφυπουργός για θέματα ισότητας και οικογένειας, θέσπισε τη γονική άδεια για τον πατέρα. Πώς βρήκε τη δύναμη να πολιτευτεί;

«Από μικρή, από τότε που ήμουν πρόεδρος στο 15μελές, ένιωθα την υποχρέωση ν’ ανακατευτώ με τα κοινά, να βοηθήσω το σχολείο μου, να προσφέρω. Μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι μπορούσα ν’ ασχοληθώ επαγγελματικά με την πολιτική, παρόλο που δεν ήμουν από σχετική οικογένεια, ούτε είχα γνωριμίες. Υπηρέτησα σε διάφορες θέσεις μέχρι τα 48 μου χρόνια, που αποφάσισα να κατέβω υποψήφια στις εκλογές του 2023. Φοβόμουν πάρα πολύ μην αποτύχω. Δεν ήξερα καθόλου ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα. Μάζεψα όλο μου το κουράγιο και η αλήθεια είναι ότι με στήριξε και η οικογένειά μου. Με το σύζυγό μου έχουμε γνωριστεί σε πολιτική νεολαία, οπότε ήξερε ότι κάποια στιγμή θα έθετα υποψηφιότητα. Αν εκείνος δεν συμφωνούσε, θα έπρεπε είτε να χωρίσω, είτε να εγκαταλείψω τους στόχους μου».

Γιατί είναι πιο δύσκολο για τις γυναίκες να πολιτευτούν;

«Τα στερεότυπα είναι βαθιά ριζωμένα. Οταν είσαι γυναίκα πολιτικός, ο κόσμος ασχολείται περισσότερο με την εμφάνισή σου, τι φοράς, πώς χτενίστηκες, αν βάφτηκες, αν δείχνεις κουρασμένη από το φόρτο εργασίας ή αν επιτρέπεται να διασκεδάζεις. Επιπλέον, μας κρίνουν με βάση το ποιος είναι ο πατέρας ή ο σύζυγός μας αντί να δίνουν βαρύτητα στο βιογραφικό και την πορεία μας. Επομένως, ο δρόμος που διανύουμε είναι πιο δύσκολος, πιο μακρύς, πιο περίπλοκος. Τα εμπόδια που αντιμετωπίζουμε είναι σημαντικά. Ακόμα και οικονομικά οι γυναίκες χρειάζεται να ξοδέψουμε πολύ περισσότερα χρήματα για να γίνουμε γνωστές και να φτάσουμε τους αρκετά προβεβλημένους άνδρες πολιτικούς.

Οπότε ο κίνδυνος της αποτυχίας είναι μεγαλύτερος. Οφείλουμε όμως για τις κόρες, τις ανιψιές μας, για κάθε κορίτσι εκεί έξω να ξεπεράσουμε τους φόβους μας και να διεκδικήσουμε τη θέση μας στην πολιτική σκηνή». 

Από τις πιο τολμηρές στάθηκε η Χίλαρι Κλίντον, η πολιτικός που στόχευσε στο ύπατο αξίωμα το 2016. Ωστόσο τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα απ’ ό,τι είχε υπολογίσει. Μόλις ανακοινώθηκε η υποψηφιότητά της για το χρίσμα των Δημοκρατικών, οι πρώτες έρευνες έδειξαν ότι η απορία του κόσμου δεν επικεντρωνόταν στο αν «μπορεί μια γυναίκα να γίνει πρόεδρος των ΗΠΑ», αλλά στο «γιατί θέλει να το κάνει».

Ο προβληματισμός δεν αφορούσε το αν είχε τα προσόντα, αλλά το ότι οι ψηφοφόροι δεν ένιωθαν οικεία με το γεγονός ότι μια γυναίκα έκανε κάτι πρωτόγνωρο. Οσο εξελισσόταν η καμπάνια, οι σύμβουλοί της άκουγαν συνέχεια τον κόσμο να λέει για τη Χίλαρι «υπάρχει κάτι σ’ αυτή που δεν μ’ αρέσει». Αυτό το «κάτι» κατάλαβαν αργότερα πως ήταν η γυναικεία μάχη για την ηγεσία.

Το προφίλ του ηγέτη αποδίδεται μόνο σε ένα φύλο. Εκείνο με τη μεγαλύτερη σωματική δύναμη και την πιο βροντερή φωνή μονοπωλεί την ηγεσία, για τον ίδιο λόγο που το λιοντάρι χρίζεται βασιλιάς σύμφωνα με το νόμο της ζούγκλας. Μετά από αυτή την προαιώνια ανάθεση έργου, έχει οικοδομηθεί ένα πατριαρχικό σύστημα που την αναπαράγει. Κανόνας νούμερο ένα: τα παιδιά πρέπει από μικρά να εκπαιδεύονται στους ρόλους. Τα αγόρια να επιβραβεύονται για τη δύναμή τους, τα κορίτσια για τις ευαισθησίες τους. Αν ένα κορίτσι δείξει περισσότερο δυναμισμό απ’ όσο επιτρέπεται στο φύλο της, αυτόματα αλλάζει πίστα και γίνεται αγοροκόριτσο.

«Μόλις αποκτήσεις δύναμη, παύεις να θεωρείσαι γυναίκα», λέει η Λένα Διβάνη.

«Μεγαλώνουμε τα κοριτσάκια με ροζ φιόγκους και ουσιαστικά τούς λέμε ότι η θηλυκότητα είναι απαλή και βελούδινη, δεν έχει το στοιχείο της δύναμης. Αν κάνεις το “λάθος” ν’ αποκτήσεις ισχύ, χάνεις τη θηλυκότητα και δεν θα σε κοιτάξει κανένας άνδρας. Εκεί είναι που οι γυναίκες πέφτουν στην παγίδα γιατί σκέφτονται: “Αν δεν με επιθυμήσει κανείς, δεν υπάρχω. Πρέπει να με ποθούν ως ερωτικό ον για να υπάρχω”. Η κοινωνία εκπαιδεύει για να γίνουν ερωτικά και φροντιστικά όντα, δύο ιδιότητες που εξυπηρετούν τους άνδρες. Αν γίνουν πολιτικοί, δεν θα μπορούν να εξυπηρετούν κανέναν από τους δύο σκοπούς. Οπότε παραιτούνται εγκαίρως από τέτοιες φιλοδοξίες».

Ετεροπροσδιοριζόμαστε. Για να νιώσουμε γυναίκες πρέπει να έχουμε απήχηση ως ερωτικά όντα και πολλές επιτυχίες ως φροντιστικά. Περιποιούμαστε τους εαυτούς μας ώστε να προσελκύουμε το ενδιαφέρον του αντίθετου φύλου, περνάμε αμέτρητες ώρες πληρώνοντας το «ροζ φόρο» σε κομμωτήρια, νυχάδικα, ψώνια.

Συγχρόνως σκιζόμαστε να αποδείξουμε ότι είμαστε καλές μαμάδες, ικανές μαγείρισσες, αποτελεσματικές νοικοκυρές. Οι φιλοδοξίες μας αναλώνονται στο κλουβί όπου μας έχουν κλείσει και δεν τολμάμε να πιστέψουμε ότι θα μπορούσαμε να διαχειριστούμε ένα δυσκολότερο έργο, να αλλάξουμε κάτι στην πόλη ή ακόμα και στη χώρα μας. Θα θέλαμε να προσφέρουμε, να δούμε τα παιδιά μας σε καλύτερα σχολεία, να ταξιδέψουμε με ασφαλή τρένα, να φροντίσουμε για την ισότητα, ακόμα και να εκσυγχρονίσουμε τα νοσοκομεία ή να ψηφιοποιήσουμε τη Δικαιοσύνη. Θέλουμε ένα καλύτερο μέλλον και μπορούμε να δουλέψουμε γι’ αυτό γιατί έχουμε τις σπουδές και τις ικανότητες.

«Ο κόσμος αφήνει ανεκμετάλλευτη μια τεράστια πηγή ταλέντου και ικανοτήτων όταν ανέχεται την υποεκπροσώπηση του ενός φύλου στα κέντρα λήψης αποφάσεων», έλεγε η πρώτη γυναίκα Αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών Μαντλίν Ολμπράιτ. «Αυτό που ίσως διακρίνει τις γυναίκες σε μεγαλύτερο βαθμό είναι ότι έχουν διαφορετική αίσθηση της οργάνωσης του χρόνου και της αποτελεσματικότητας, ούσες από πολύ νωρίς αναγκασμένες να συνδυάσουν πολλαπλούς ρόλους», πιστεύει η Αννα Διαμαντοπούλου.

«Και επίσης, η ανάγκη να διαψεύσουν τη λογική “αυτή είναι γυναίκα, γι’ αυτό δεν πέτυχε” τις κάνει πολύ πιο πείσμονες και αποτελεσματικές». Το οξύμωρο είναι ότι, αν θέλουμε νομοθετικές αλλαγές με στόχο την ισότητα, μόνο εμείς μπορούμε να τις κάνουμε, μας λέει η Λένα Διβάνη: «Μόνο οι γυναίκες πολιτικοί έχουν νομοθετήσει υποστηρίζοντας το φύλο μας. Κανένας άνδρας στην Ελλάδα δεν έχει εργαστεί σε νομικό επίπεδο προς όφελος των γυναικών».

Αυτό αποδεικνύεται και από την Ιστορία, που λέει ότι το 1985 η Μαργαρίτα Παπανδρέου είναι εκείνη που είχε υποχρεώσει τον Ανδρέα να επιλέξει 10 γυναίκες για τις θέσεις των νομαρχών. Ανάμεσά τους ήταν η 26χρονη Αννα Διαμαντοπούλου στον Νομό Καστοριάς με τη γνωστή μετέπειτα σταδιοδρομία. Η ποσόστωση στα κέντρα λήψης αποφάσεων που τότε εφαρμόστηκε άτυπα είναι ένα μέτρο που θα έδινε σε περισσότερες γυναίκες τη δυνατότητα να προσφέρουν και να εμπνεύσουν με το παράδειγμά τους. Πόσο δυνατά χρειάζεται να το φωνάξουμε;

 

 

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below