Δεν υπάρχει μία ιστορία εξορίας. Υπάρχουν πολλές. Και καμία δεν μοιάζει απόλυτα με την άλλη. Η Γιασμίν έφυγε παιδί από το Ιράν χωρίς να καταλαβαίνει ότι το «ταξίδι» ήταν στην πραγματικότητα φυγή και μεγάλωσε με τη μνήμη μιας πατρίδας που έμεινε πίσω. Η Ζαντάρκ έφυγε αφού είχε ήδη ζήσει μια ολόκληρη ζωή, γιατί κατάλαβε ότι χωρίς ελευθερία «δεν έχεις τίποτα». Η Σουνταμπέ έφυγε επειδή μίλησε για τα δικαιώματα των γυναικών με επιστημονικά δεδομένα μέσα σε ένα πανεπιστήμιο. Και η Αντα έφυγε όχι για τον εαυτό της, αλλά για το παιδί της – για να του δώσει μέλλον, εκπαίδευση, επιλογές. Διαφορετικές ηλικίες. Διαφορετικές διαδρομές. Διαφορετικές αφορμές. Ενας κοινός παρονομαστής: η ελευθερία όχι ως ιδέα,
αλλά ως βασική συνθήκη ζωής.
Πριν από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 το Ιράν ήταν μια άλλη χώρα. Και παρότι δεν ήταν ποτέ παράδεισος (στα χρόνια του τελευταίου Σάχη δεν έλειπαν η διαφθορά, οι παρεμβάσεις ξένων δυνάμεων στα εσωτερικά της χώρας και οι διώξεις πολιτικών αντιπάλων), οι γυναίκες ζούσαν, μισό αιώνα πριν, καλύτερα απ’ ό,τι σήμερα: με ελευθερία στην εμφάνιση και στην καθημερινότητα, δικαίωμα στην εκπαίδευση και στη δημόσια ζωή και τη δυνατότητα να κινούνται, να εργάζονται και να διεκδικούν το σώμα και τη φωνή τους χωρίς να ποινικοποιείται η ίδια τους η ύπαρξη. Μετά την αλλαγή του καθεστώτος, η καθημερινότητά τους άλλαξε ριζικά: η επιβολή αυστηρών νόμων και κανόνων μετέτρεψε το ντύσιμο, την κίνηση και την ίδια την παρουσία στον δημόσιο χώρο σε αντικείμενο ελέγχου. Το σώμα τέθηκε υπό διαρκή επιτήρηση.
Το 2022, ο θάνατος της 22χρονης Μαχσά Αμινί, μετά τη σύλληψή της από την Aστυνομία Hθών, άνοιξε μια πληγή που δεν μπορούσε πια να κρυφτεί. Οι διαδηλώσεις που ακολούθησαν βάφτηκαν με αίμα – χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, συνελήφθησαν, πολλές φωνές φιμώθηκαν. Κι όμως, το σύνθημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» συνέχισε να ακούγεται πεισματικά και έγινε η φωνή μιας συλλογικής μνήμης και μιας γενιάς που αρνείται να ζει στη σιωπή.

Τέσσερις Ιρανές που ζουν σήμερα στην Ελλάδα μιλούν στο Marie Claire για τη ζωή πριν και μετά τη φυγή. Για την πατρίδα που κουβαλούν μέσα τους, την αντίσταση, την ελπίδα. Όλες έφυγαν για τον ίδιο λόγο: για να μπορούν να αναπνέουν. Για το δικαίωμα να υπάρχουν ελεύθερες. Γιατί, όπως λένε, η ελευθερία δεν είναι πολυτέλεια. Είναι οξυγόνο.
Γιασμίν Αλιζαντέ
Woman, Life, Freedom: H ελπίδα της νέας γενιάς
Εφυγα από το Ιράν όταν ήμουν 7 χρόνων, μαζί με τη μητέρα και τον πατέρα μου. Το αποφασίσαμε για πολλούς λόγους. Ο βασικότερος ήταν ότι ο πατέρας μου ήθελε ένα καλύτερο μέλλον για μένα, μακριά από τα στερεότυπα και τους περιορισμούς που επέβαλλε η καθημερινότητα εκεί. Παράλληλα, λόγω της δουλειάς του ως δημοσιογράφου είχε ήδη αντιμετωπίσει προβλήματα: ένα άρθρο πολιτικού περιεχομένου, γραμμένο χωρίς έγκριση, έκανε τη φυγή μας σε μεγάλο βαθμό αναγκαστική. Ως παιδί, θυμάμαι κυρίως σύγχυση. Στο σπίτι πουλήσαμε ό,τι είχαμε για να μπορέσουμε να ξεκινήσουμε από την αρχή. Κανείς δεν μου εξήγησε ακριβώς τι συνέβαινε. Για μένα, το «φεύγουμε» έμοιαζε με ταξίδι. Θυμάμαι τη στιγμή που μπήκαμε στο λεωφορείο για την Τουρκία, γύρω μου άνθρωποι έκλαιγαν κι εγώ αναρωτιόμουν γιατί. Δεν είχα καταλάβει. Το κατάλαβα αργότερα.

Μεγάλωσα στη Ραστ, μια πράσινη πόλη κοντά στην Κασπία Θάλασσα. Έχω εικόνες, αλλά δεν έχω επιστρέψει. Μέχρι το 2017 ήμουν πολιτικός πρόσφυγας, οι γονείς μου παραμένουν ακόμη. Από τότε που απέκτησα ελληνική υπηκοότητα, θεωρητικά μπορώ να πάω, αλλά ο φόβος παραμένει: ο έλεγχος, οι ερωτήσεις, η αβεβαιότητα.
Από το Ιράν μου έχουν μείνει ανεξίτηλες οι εικόνες του σχολείου. Η δασκάλα ντυμένη στα μαύρα, το χιτζάμπ από πάνω μέχρι κάτω. Ακόμα κι εμείς, παιδιά, φορούσαμε μαντίλα. Σχολεία χωρισμένα – μόνο κορίτσια, μόνο αγόρια. Θυμάμαι τη ζέστη, το παιχνίδι στο διάλειμμα και την ανάγκη να σηκώσω λίγο το μαντίλι για να πάρω ανάσα. Δεν επιτρεπόταν. Οι παρατηρήσεις έρχονταν αμέσως. Αυτό για ένα παιδί είναι καταπίεση. Έκλαιγα και δεν ήθελα να πάω σχολείο. Θυμάμαι γυναίκες στη θάλασσα να μπαίνουν στο νερό με τα ρούχα, να βγαίνουν κι αυτά να στάζουν. Θυμάμαι τη μητέρα μου να τη σταματούν στον δρόμο επειδή φαινόταν η φράντζα της. Αυτές οι εικόνες δεν φεύγουν.
Σχεδόν όλη μου η οικογένεια βρίσκεται ακόμη στο Ιράν. Η γιαγιά μου μού λέει συχνά πως φοβάται ότι θα φύγει από τη ζωή χωρίς να με ξαναδεί. Είναι η φράση που με πονά περισσότερο. Κι όμως, ο ιρανικός λαός είναι ζεστός και χαρούμενος. Μέσα στην καταπίεση βρίσκουν τρόπους να χαίρονται, έστω ιδιωτικά. Οι γυναίκες ειδικά ζουν σε έναν μόνιμο φόβο: για το τι θα πουν, πώς θα ντυθούν, ποιος θα τις σταματήσει στον δρόμο. Κι όμως, είναι δυνατές. Αγωνίζονται καθημερινά, ακόμα κι αν αυτό δεν φαίνεται. Με θυμώνει όταν στην Ευρώπη ταυτίζουν τον λαό με το καθεστώς. Το Ιράν δεν είναι το καθεστώς του. Μιλώντας δημόσια, δεν φοβάμαι για μένα – φοβάμαι για όσους έχω πίσω. Κι όμως, δεν μπορώ να σωπάσω.
Σχεδόν όλη μου η οικογένεια βρίσκεται ακόμη στο Ιράν. Η γιαγιά μου μού λέει συχνά πως φοβάται ότι θα φύγει από τη ζωή χωρίς να με ξαναδεί. Είναι η φράση που με πονά περισσότερο.

Ο φεμινισμός στο Ιράν υπάρχει ως λέξη, αλλά η πραγματικότητα απέχει πολύ. Μια γυναίκα χρειάζεται άδεια για να ταξιδέψει, να δουλέψει ή να αποφασίσει για το σώμα της, δεν έχει δηλαδή βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Το κίνημα Woman, Life, Freedom έδειξε ότι η αλλαγή, αν έρθει, θα έρθει από τη νέα γενιά. Στην Ελλάδα νιώθω ορατή. Είναι η δεύτερη πατρίδα μου. Εδώ μεγάλωσα, σπούδασα, έφτιαξα οικογένεια. Εχω αποκτήσει έναν γιο με τον Ελληνα σύντροφό μου. Κι όμως, όσο μεγαλώνω μεγαλώνει και η ανάγκη να επιστρέψω -έστω για λίγο- στις μυρωδιές, στις γεύσεις, στους ανθρώπους. Αγαπώ και τις δύο μου πατρίδες, παρότι και οι δύο με έχουν πληγώσει. Είναι κάτι σαν τον σκέτο καφέ: σε πικραίνει, αλλά δεν σταματάς να τον αγαπάς. Για μένα η ελευθερία είναι σαν το οξυγόνο. Δεν είναι κάτι που ζητάς. Είναι κάτι που πρέπει να υπάρχει. Γιατί χωρίς ελευθερία, απλώς δεν αναπνέεις. Κι αν η δική μου ιστορία ξεκινά με τη φυγή ενός παιδιού, η επόμενη φωνή μάς γυρίζει σε μια εποχή όπου η αλλαγή δεν ήρθε σε μια στιγμή, αλλά με μια καθημερινή συρρίκνωση της ζωής.
Αγαπώ και τις δύο μου πατρίδες, παρότι και οι δύο με έχουν πληγώσει. Είναι κάτι σαν τον σκέτο καφέ: σε πικραίνει, αλλά δεν σταματάς να τον αγαπάς.
Ζαντάρκ-Αννα Γκοράσι
«Ετρεξα για να σωθώ»
Ο πατέρας μου ήταν καθηγητής Γαλλικής Φιλοσοφίας, από εκεί εμπνεύστηκε το όνομα Ζαντάρκ. Αργότερα βαπτίστηκα Αννα. Και έχω μια ιστορία που πονάει – και που δεν χωράει εύκολα σε λίγες λέξεις. Κρατάω ακόμα παλιές φωτογραφίες. Τις κουβαλάω σαν απόδειξη ότι το Ιράν δεν ήταν πάντα έτσι. Φωτογραφίες με τη μαμά και τον μπαμπά μου – γυναίκες ελεύθερες, φυσιολογικές, ντυμένες όπως ήθελαν. Τώρα και οι δύο έχουν φύγει από τη ζωή, αλλά όταν τις κοιτάζω, βλέπω μια Περσία που μοιάζει σχεδόν απίστευτη. Βλέπω τη θεία μου με τον άντρα της και το παιδί τους. Βλέπω τον γάμο της αδελφής μου και εμένα μικρή, 8-9 χρόνων, να στέκομαι ανάμεσα σε γυναίκες που τότε ντύνονταν αλλιώς. Τώρα παντρεύονται με χιτζάμπ. Εξω πρέπει να είσαι με χιτζάμπ. Αλλαξαν όλα.

Ως παιδί ήμουν γεμάτη ζωή. Επαιζα βόλεϊ. Επαιζα βιολί. Υπήρχε μουσική. Υπήρχε κίνηση. Και μετά… άρχισαν να κλείνουν τα πάντα. Μουσική κρυφά, κασέτες κρυφά, μια μικρή χαρά κρυφά. Και το μαντίλι – αυτό το μαντίλι που αν γλιστρούσε λίγο μπορούσαν να σε κατασπαράξουν. Υπάρχει θρησκευτική αστυνομία. Αστυνομία Ηθών. Σε αρπάζουν, σε συλλαμβάνουν. Το ξέρετε. Θυμάμαι κι εκείνη τη στιγμή στο σχολείο, την τελευταία περίοδο που νιώθαμε πως έχουμε μια σταγόνα ελευθερίας. Ηταν τα χρόνια που ακόμα μας άφηναν λίγο πριν σφίξουν τα πάντα. Βγάζαμε φωτογραφίες γελώντας, σαν παιδιά που δεν ξέρουν ακόμη τι έρχεται. Κι όμως, ήρθε. Ξαφνικά άλλαξαν όλα. Ξεκίνησε η επανάσταση και μετά έπρεπε να φορέσουμε το «πρέπει».
Πέρασα στην Ιατρική. Σπούδασα σε ένα πανεπιστήμιο πανέμορφο – κι όμως, η καθημερινότητα ήταν φυλακή. Εγώ φορούσα το ελάχιστο που μπορούσα. Αλλά το ελάχιστο εκεί ήταν μαύρο τσαντόρ. Μαύρο από πάνω μέχρι κάτω. Σου σβήνει το σώμα, σου σβήνει τη χαρά. Ακόμη και μια φωτογραφία, ακόμη και μια στιγμή, ήταν παράνομη. Θυμάμαι να βγάζουμε φωτογραφίες ξημερώματα, 6 το πρωί, για να μη μας πιάσουν. Απαγορευόταν να βγεις έξω όπως θες. Ολα ήταν φόβος. Κάποτε έφτασα να είμαι γυναικολόγος. Είχα καριέρα. Είχα σπίτι. Είχα όμορφη ζωή, όπως θα έλεγε κάποιος. Είχα παντρευτεί μικρή -στα 20- και έμεινα παντρεμένη 15 χρόνια. Εκανα δύο παιδιά, που σήμερα είναι μεγάλα και ζουν στην Αμερική. Είχα τα πάντα, αλλά όταν δεν έχεις ελευθερία, δεν έχεις τίποτα. Αυτό έζησα. Και κάτι άλλο: τότε, όταν παντρεύτηκα, απαγορευόταν οι γυναίκες να μιλούν με άντρες. Δεν γνωριζόσουν με τον άλλον. Παντρευόσουν και μετά τον γνώριζες. Στην Ιατρική καθόμασταν χωριστά – κορίτσια από τη μία, αγόρια από την άλλη. Ούτε να κοιτάξεις, ούτε να γελάσεις ελεύθερα. Ούτε να κρατήσεις το χέρι του ανθρώπου σου έξω. Ακόμη και παντρεμένοι δεν μπορούσαν να περπατούν χέρι-χέρι. Να φιληθούν; Αδιανόητο.
Είχα τα πάντα, αλλά όταν δεν έχεις ελευθερία, δεν έχεις τίποτα.



Κάποια στιγμή άρχισα να βλέπω τον έξω κόσμο μέσα από χαραμάδες – δορυφορικά κανάλια, κάτι βίντεο, κάτι εικόνες. Και μέσα μου γεννήθηκε μια απλή σκέψη: δεν έχω ζήσει σαν γυναίκα. Ηθελα να ερωτευτώ. Ηθελα να ζήσω. Ηθελα να περπατήσω χωρίς να φοβάμαι. Αλλά για να φύγεις από το Ιράν πρέπει να είσαι ελεύθερη γυναίκα. Και δεν είσαι. Θέλεις άδεια. Θέλεις υπογραφή. Θέλεις έναν άντρα να συμφωνήσει ακόμη κι όταν η ζωή είναι δική σου. Ο πρώτος μου άντρας δεν ήθελε να φύγω. Με το ζόρι χώρισα. Και όταν τελικά έφυγα, ήρθα στην Ελλάδα όχι επειδή ήταν το όνειρό μου, αλλά γιατί εδώ άνοιξε μια καινούρια ζωή.
Και μέσα μου γεννήθηκε μια απλή σκέψη: δεν έχω ζήσει σαν γυναίκα. Ηθελα να ερωτευτώ. Ηθελα να ζήσω. Ηθελα να περπατήσω χωρίς να φοβάμαι.
Παντρεύτηκα ξανά έναν Ελληνα, αποκτήσαμε δίδυμα, αλλά χωρίσαμε. Δούλεψα. Πάλεψα. Εδωσα ξανά εξετάσεις, ΔΙΚΑΤΣΑ (ΔΟΑΤΑΠ), γλώσσα, χαρτιά – στα ελληνικά. Μου πήρε τρία χρόνια για να ξαναγίνω γυναικολόγος εδώ. Δούλεψα στο Κέντρο Υγείας, έκανα αγροτικό, στη Σύρο, μετά Μύκονο – είχα ιατρείο, είχα δουλειά. Και να σου πω κάτι; Ρατσισμό δεν έζησα. Μόνο μια φορά κάτι έγινε, αλλά κατά τ’ άλλα βρήκα ανθρώπους που στάθηκαν δίπλα μου. Κι όμως, το Ιράν δεν έφυγε ποτέ από μέσα μου. Για χρόνια πηγαινοερχόμουν για να βλέπω τη μαμά μου. Κάθε φορά έβλεπα τη ζωή εκεί να γίνεται πιο ακριβή, πιο δύσκολη, πιο ασφυκτική. Και κάθε φορά, πριν φύγω για ταξίδι, έκανα τα «προληπτικά» μου: social, κινητό, φόβος. Γιατί μπορούν να σε πιάσουν για ό,τι θέλουν. Για ένα μαλλί. Για ένα πόδι. Ή να σου πουν ότι είσαι πράκτορας, ότι δουλεύεις για τους Ισραηλινούς… Δεν ξέρεις…
Εχω χάσει ανθρώπους. Ενας 16χρονος ανιψιός φίλης σκοτώθηκε. Ενας άλλος, πενηντάρης, βγήκε να αγοράσει κάτι, είχε κόσμο έξω και τον σκότωσαν. Ξέρω τα ονόματα, τα πρόσωπά τους. Δεν είναι απλά «ειδήσεις» για μένα. Είναι δικοί μου.
Και μετά ήρθε εκείνη η στιγμή, η στιγμή που κατάλαβα στο σώμα μου τι σημαίνει Αστυνομία Ηθών. Ημουν στο Ιράν και φορούσα ένα μακρύ ρούχο, αλλά είχε ένα πολύ μικρό σκίσιμο στο πλάι. Περπατούσα και δεν κατάλαβα ότι φαινόταν το πόδι μου. Με έπιασαν. Με έβαλαν σε ένα βαν. Θρησκευτική Αστυνομία. Μου είπαν να πάω να γράψω την ιστορία μου, ποια είμαι. Κι εγώ, μες στον τρόμο, είπα εντάξει – γιατί σε δύο μέρες έπρεπε να γυρίσω Ελλάδα και ήξερα: αν με πάρουν, πάει το ταξίδι, πάνε όλα. Ισως ακόμη να ήμουν εκεί. Και εκεί, τη στιγμή που πήγα να πατήσω για να μπω στο βαν, το έσκασα. Εφυγα. Δεν ξέρω από πού μου ήρθε η ενέργεια. Ημουν 50+ – δεν είμαι παιδί. Αλλά έτρεξα σαν να έτρεχε η ζωή μου. Δεν έβλεπα μπροστά μου. Πέρασα δρόμους χωρίς να κοιτάω αυτοκίνητα. Πανικός. Εκείνοι δεν μπόρεσαν να με ακολουθήσουν όπως θα ήθελαν, τους έπιασε κόκκινο κι εγώ έτρεξα, έστριψα, χάθηκα. Μπήκα σε ένα μαγαζί που πουλούσε παγωτό και κρύφτηκα πίσω. Μισή ώρα καθόμουν εκεί, ακίνητη, για να είμαι σίγουρη ότι δεν έρχονται. Μετά πήρα ταξί, πήγα στη μαμά μου, κλείστηκα σπίτι. Από εκεί, κατευθείαν αεροδρόμιο. Δεν ξαναβγήκα έξω ούτε μέχρι την πόρτα.
Όταν με έπιασε η θρησκευτική αστυνομία , έτρεξα να σωθώ σαν να έτρεχε η ζωή μου

Δύο βράδια δεν κοιμήθηκα. Σκεφτόμουν: αν έχουν βγάλει φωτογραφία; Αν με πιάσουν στο αεροδρόμιο; Αν δεν με αφήσουν να φύγω; Δεν ξέρεις τι φόβο πέρασα.
Και όταν τελικά πάτησα Ελλάδα, ένιωσα να ξαναγυρνάει η ανάσα μου. Είπα μέσα μου: «Αχ Ελλάδα, Ελλάδα». Γιατί εδώ βρήκα μια καινούρια ζωή. Εδώ είχα ευκαιρίες, υποστήριξη. Εδώ μπορώ να είμαι άνθρωπος. Κι όταν με ρωτούν τι θα έλεγα στις γυναίκες που ζουν σήμερα στο Ιράν, λέω μόνο αυτό: Είμαστε όλοι εγκλωβισμένοι -γυναίκες και άντρες-, αλλά οι γυναίκες το κουβαλάνε πιο βαριά. Εκεί ξυπνάς με φόβο. Ζεις με φόβο. Θέλω να αλλάξει. Αλλά πιστεύω ότι δεν θα αλλάξει αν ο κόσμος δεν βοηθήσει – αν δεν πιέσουν, αν δεν σταθούν δίπλα μας. Γιατί μόνες μας απέναντι σε αυτό, είναι σαν να κρατάμε την αναπνοή μας κάτω από το νερό.
Σουνταμπέ Μπαλεσίνι
«Εφυγα γιατί μίλησα για τα δικαιώματα των γυναικών»
Εφυγα από το Ιράν το 1996, όταν ήμουν 21 χρόνων. Σπούδαζα Κοινωνιολογία και Παιδοψυχολογία και μαζί με συμφοιτητές μου κάναμε έρευνες σε ιδρύματα για παιδιά που είχαν απομακρυνθεί από τις οικογένειές τους ή είχαν παραβατική συμπεριφορά. Μέσα από αυτή τη δουλειά μιλήσαμε ανοιχτά για ένα θέμα που τότε θεωρούνταν… επικίνδυνο: τα δικαιώματα των γυναικών στο διαζύγιο και, κυρίως, την επιμέλεια των παιδιών. Στο Ιράν η επιμέλεια δινόταν σχεδόν πάντα στον πατέρα. Οι μητέρες δεν είχαν φωνή. Η εργασία μας βασιζόταν σε επιστημονικά δεδομένα, όμως για τις Αρχές αυτό ήταν αρκετό. Αρχικά ήρθαν οι παρατηρήσεις. Μετά, η τιμωρία: αποβολή από το πανεπιστήμιο για έναν χρόνο. Τότε φοβήθηκα πραγματικά. Και αποφάσισα να φύγω.

Το θέμα δεν ήταν μόνο θεωρητικό. Ηταν βαθιά προσωπικό. Είμαι παιδί διαζυγίου. Οι γονείς μου χώρισαν όταν ήμουν 6 και παρότι η επιμέλεια δόθηκε στον πατέρα μου, δεν ζήσαμε ποτέ μαζί του. Είχε φτιάξει δεύτερη οικογένεια κι εμείς μεγαλώσαμε με τη γιαγιά και τον θείο μας. Η μητέρα μου πάλεψε χρόνια για να μας πάρει κοντά της και τα κατάφερε μόνο όταν ήμουν 10 χρόνων. Αυτή η αδικία με σημάδεψε. Κατάλαβα πολύ νωρίς ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ήμουν 6 χρόνων, λίγο μετά την επανάσταση, όταν θυμάμαι τη θεία μου να μπαίνει πανικόβλητη στο σπίτι και να μαζεύει βιβλία – λογοτεχνία, πολιτικά βιβλία, ακόμη και Καζαντζάκη. Μια φίλη της είχε συλληφθεί επειδή είχε βιβλία στο σπίτι. Τα βάλαμε σε σακιά και τα κρύψαμε σε αποθήκες και στο δάσος. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα για πρώτη φορά φόβο. Και κατάλαβα τι σημαίνει να φοβάσαι τη γνώση.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Στο πανεπιστήμιο, η ανάγκη μου να μιλήσω έγινε ακόμη πιο έντονη. Είχαμε και φοιτητικό περιοδικό, όπου δημοσιεύαμε τα συμπεράσματά μας. Κατά βάθος ήθελα να γίνω συγγραφέας. Μας καλούσαν συχνά όργανα θρησκευτικού ελέγχου – ήταν παντού. «Αυτά δεν αρέσουν», μας έλεγαν. Στο τέλος ήρθε η αποβολή. Ηξερα ότι αυτό ήταν μόνο η αρχή. Εφυγα με προορισμό τη Δανία, όπου βρίσκονταν ο πατέρας και ο αδερφός μου. Η Ελλάδα θα ήταν απλώς ενδιάμεσος σταθμός. Τελικά, έγινε το σπίτι μου. Εδώ διαμορφώθηκα. Εδώ έμαθα να ανήκω. Οταν έφυγα, ένιωσα ανακούφιση – αλλά και τύψεις. Αφησα τη μητέρα μου πίσω. Κάναμε 14 ολόκληρα χρόνια να συναντηθούμε. Τόσα χρόνια χωρίς αγκαλιά. Τότε δεν υπήρχαν ούτε οι βιντεοκλήσεις. Οταν την ξαναείδα, η συγκίνηση ήταν τεράστια, αλλά και το σοκ εξίσου μεγάλο. Δεν μπορούσα να πιστέψω πόσος χρόνος είχε χαθεί.
Ήμουν 6 χρόνων, λίγο μετά την επανάσταση, όταν θυμάμαι τη θεία μου να μπαίνει πανικόβλητη στο σπίτι και να μαζεύει βιβλία – λογοτεχνία, πολιτικά βιβλία, ακόμη και Καζαντζάκη. Μια φίλη της είχε συλληφθεί επειδή είχε βιβλία στο σπίτι. Τα βάλαμε σε σακιά και τα κρύψαμε σε αποθήκες και στο δάσος. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα για πρώτη φορά φόβο.
Στην Ελλάδα έμαθα τη γλώσσα μόνη μου – διαβάζοντας πινακίδες, ακούγοντας τηλεόραση, ζώντας την καθημερινότητα. Και κάπως έτσι, μέσα από τη γλώσσα ξαναβρήκα τη φωνή μου. Το 2013 ξεκίνησα εθελοντικά να βοηθώ ασυνόδευτα παιδιά ως διερμηνέας. Θυμάμαι ακόμα την πρώτη φορά που μπήκα σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου και μίλησα σε δύο μικρά παιδιά στη γλώσσα τους. Ετρεξαν και με αγκάλιασαν. Εκεί κατάλαβα τι ήθελα να κάνω: να γίνω διερμηνέας. Από το 2018 το κάνω επαγγελματικά. Σήμερα νιώθω ότι ανήκω σε δύο κόσμους. Εχω κρατήσει τα καλύτερα στοιχεία της ιρανικής μου ταυτότητας και έχω υιοθετήσει πολλά από την ελληνική. Η πατρίδα είναι σαν τη μητέρα που σε γέννησε. Η χώρα που επιλέγεις να ζήσεις, σαν τον σύντροφο που διαλέγεις.

Αυτό που δεν μου λείπει καθόλου από το Ιράν είναι η καταπίεση. Η υποχρεωτική μαντίλα από την ηλικία των 6. Η Αστυνομία Ηθών. Ο φόβος. Να με σταματούν στον δρόμο και να με ρωτούν ποια είμαι και με ποιον περπατάω. Η ελευθερία, για μένα, είναι ανάσα. Στο Ιράν είναι σαν να ζεις κάτω από το νερό κρατώντας την αναπνοή σου. Μετράς τις λέξεις σου, τις κινήσεις σου, τη ζωή σου. Εδώ, αναπνέω. Κι όμως, η σκέψη μου είναι πάντα στα κορίτσια που έμειναν πίσω. Οταν τα βλέπω να βγαίνουν στους δρόμους νιώθω περηφάνια και συγκίνηση. Είναι απίστευτα γενναία. Και γενναιότητα δεν είναι μόνο να μένεις και να αντιστέκεσαι, αλλά και να φεύγεις – να αφήνεις πίσω κομμάτια του εαυτού σου για να σωθείς. Για το μέλλον, θέλω να πιστεύω ότι το καθεστώς θα πέσει. Φοβάμαι όμως ότι θα πέσει με πολύ αίμα. Αυτό είναι που με τρομάζει περισσότερο. Αν μπορούσα να πω κάτι στα κορίτσια του Ιράν, θα ήταν μόνο αυτό: Λυπάμαι που δεν είμαι εκεί. Λυπάμαι που δεν είμαι μαζί σας.
Η σκέψη μου είναι πάντα στα κορίτσια που έμειναν πίσω. Αν μπορούσα να πω κάτι στα κορίτσια του Ιράν, θα ήταν μόνο αυτό: Λυπάμαι που δεν είμαι εκεί. Λυπάμαι που δεν είμαι μαζί σας.
Αντα Ρουχί
«Εφυγα για το μέλλον του γιου μου»
Γεννήθηκα στην Τεχεράνη μετά την Ιρανική Επανάσταση. Είμαι 46 χρόνων και μεγάλωσα μέσα σε ένα καθεστώς περιορισμών που όσο κι αν τους συνηθίζεις, ποτέ δεν τους επιλέγεις πραγματικά. Τα τελευταία πέντε χρόνια ζω στην Ελλάδα. Ήρθαμε οικογενειακώς -εγώ, ο σύζυγός μου και ο γιος μας- για έναν και μόνο λόγο: το μέλλον του παιδιού μας.
Ο γιος μου ήθελε να ασχοληθεί με την Πληροφορική. Στο Ιράν, όμως, ειδικά στο επίπεδο του λυκείου και του πανεπιστημίου, δεν υπήρχε πια σοβαρό εκπαιδευτικό σύστημα στον τομέα αυτό. Μετά τις διεθνείς κυρώσεις, πριν από περίπου 15 χρόνια, πολλά διεθνή σχολεία έκλεισαν. Οι επιλογές περιορίστηκαν δραματικά. Ο ίδιος ήξερε από νωρίς ότι δεν θα είχε καλό μέλλον εκεί. Ηθελε να φύγει, να ζήσει σε μια χώρα με περισσότερες ευκαιρίες, να χτίσει μια καλύτερη ζωή.

Η Ελλάδα υπήρξε αρχικά μια ρεαλιστική λύση μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήταν η πιο προσιτή χώρα για να αγοράσουμε σπίτι και να μπορέσει ο γιος μας να τελειώσει εδώ το λύκειο. Σήμερα σπουδάζει στο Λονδίνο – κι αυτό από μόνο του επιβεβαιώνει ότι κάναμε τη σωστή επιλογή. Θυμάμαι ακόμα την πρώτη μας μέρα στην Ελλάδα. Από την αρχή μάς άρεσε πάρα πολύ. Δεν νιώσαμε πολιτισμικό σοκ. Το αντίθετο. Το φαγητό, οι άνθρωποι, η κουλτούρα – όλα μου φάνηκαν οικεία. Οι Έλληνες μοιάζουν πολύ με τους Ιρανούς. Και η κουζίνα μας είναι πολύ κοντά. Ένιωσα σαν να βρίσκομαι σε έναν τόπο όπου μπορούσα να ανήκω.
Ως γυναίκα στο Ιράν, έπρεπε πάντα να φοράω μαντίλι. Οχι κάτι ακραίο, όχι όπως σε άλλες χώρες, ένα απλό μαντίλι. Αλλά δεν μου άρεσε ποτέ. Ειδικά το καλοκαίρι ήταν πολύ δύσκολο. Και το πρόβλημα δεν ήταν μόνο το μαντίλι. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσες να επιλέξεις. Δεν μπορούσες να πεις «θέλω να φορέσω αυτό». Δεν μπορούσες να φορέσεις φόρεμα αν φαίνονταν τα πόδια σου. Έπρεπε πάντα να φοράς παντελόνι ή πολύ μακριά φούστα. Δεν ήταν επιλογή. Ήταν υποχρέωση. Ο σύζυγός μου δεν είχε ποτέ πρόβλημα με το πώς ντύνομαι. Το καθεστώς μάς ανάγκαζε. Έτσι μεγάλωσα. Έτσι έζησα από παιδί. Το είχα συνηθίσει, αλλά με το ζόρι.
Στην Ελλάδα, από την πρώτη στιγμή, ντύνομαι ελεύθερα. Δεν φοράω μαντίλι. Και ναι, όλα είναι καλύτερα. Δεν φοβόμασταν κάτι συγκεκριμένο πριν φύγουμε από το Ιράν. Αλλά υπήρχε πάντα η σκιά του πολέμου. Ενας μόνιμος φόβος που δεν φεύγει ποτέ. Οταν δολοφονήθηκε η Μάχσα Αμινί εμείς ήμασταν ήδη στην Ελλάδα. Οι γονείς μου είναι ακόμα εκεί. Ηταν πολύ δύσκολη περίοδος. Σκότωσαν πολλούς ανθρώπους. Φοβόμουν για τους δικούς μου. Ευτυχώς, οι γονείς μου δεν βγαίνουν έξω, δεν κυκλοφορούν. Αν γύριζα τον χρόνο πίσω, θα έκανα ακριβώς την ίδια επιλογή. Θα ερχόμουν ξανά στην Ελλάδα. Δεν υπήρχε πια καλή ζωή εκεί.
Από το Ιράν δεν μου λείπει τίποτα – μόνο οι γονείς μου. Πηγαίνουμε κάθε χρόνο να τους δούμε. Τις τελευταίες μέρες δεν έχουμε καν επικοινωνία μαζί τους. Εδώ και πολλές μέρες δεν έχουν Ιντερνετ. Μόνο σταθερό. Δεν μπορώ να τους καλέσω εγώ. Πρέπει εκείνοι να μας πάρουν. Νιώθω ότι τα τηλέφωνα παρακολουθούνται. Δεν μπορείς να πεις ό,τι θέλεις. Αν αλλάξει η κατάσταση, θα ήθελα να επιστρέψω. Οσο όμως είναι έτσι, δεν θέλω να γυρίσω. Αγαπώ τον καιρό στην Ελλάδα. Στο Ιράν έχουμε πολλή μόλυνση. Εδώ η ποιότητα ζωής είναι πολύ καλύτερη. Η καθημερινότητά μου είναι απλή και κανονική: πηγαίνω σχεδόν κάθε μέρα στο γυμναστήριο, μαγειρεύω, μαθαίνω ελληνικά σε διδασκαλείο. Εχουμε και ιρανική κοινότητα εδώ – πολλές φίλες, παρέες, συναντήσεις τα Σαββατοκύριακα. Κάποιες φορές έχω νιώσει ξένη ή ότι με κοιτάνε διαφορετικά, αλλά γενικά νιώθω καλά εδώ. Μου αρέσει πολύ που οι Ελληνες ζουν στο μπαλκόνι. Μιλάνε από το ένα μπαλκόνι στο άλλο. Είναι γεμάτοι ζωντάνια, ανθρώπινοι. Με κάνουν να χαμογελώ.
Το κέντημα είναι κομμάτι της ζωής μου από τα χρόνια του λυκείου. Το μάθαμε στο σχολείο, σαν μάθημα. Για μένα είναι τέχνη και χαλάρωση. Όταν κεντάω, δεν σκέφτομαι τίποτα άλλο. Στην αρχή είχα φέρει υλικά από το Ιράν, τώρα ξέρω πού να τα βρω εδώ. Χωρίς το κέντημα δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου. Πολλά μοτίβα που κεντάω μου θυμίζουν την πατρίδα μου – σχέδια εμπνευσμένα από τα ιρανικά χαλιά, μεταφρασμένα σε σταυροβελονιά. Στο Ιράν μπορούσα να κεντάω ό,τι ήθελα, αλλά αν το μοιραζόμουν στα κοινωνικά δίκτυα, όχι. Θα με έβρισκαν.
Αυτή την περίοδο κεντάω την παλιά σημαία του Ιράν. Οταν ήρθαν οι μουλάδες την άλλαξαν και έβαλαν στο κέντρο μια αραβική φράση -«ο Θεός είναι μεγάλος»-, κάτι που δεν έχει καμία σχέση ούτε με τη γλώσσα, ούτε με τις πεποιθήσεις μας. Το λιοντάρι και ο ήλιος που κεντάω είναι αρχαία σύμβολα του Ιράν που υπήρχαν πολύ πριν από το καθεστώς. Οταν κεντάω αυτή τη σημαία, δεν είναι απλώς ένα σχέδιο. Είναι ένας τρόπος να κρατάω ζωντανή τη μνήμη, την ταυτότητα και την ιστορία μας. Αυτό που υπήρχε πριν. Αυτό που μας ανήκει. Αν έπρεπε να κεντήσω ένα σύμβολο ελευθερίας, θα ήταν μια γυναίκα με μακριά μαλλιά, ελεύθερα, να κυματίζουν στον άνεμο. Και αν κεντούσα μια ευχή για το μέλλον, θα κεντούσα τον χάρτη του Ιράν. Για να μη διαλυθεί. Να μείνει όπως είναι. Σαν γάτα. Πιστεύουμε και θέλουμε πάρα πολύ να σωθεί.

Αν έπρεπε να κεντήσω ένα σύμβολο ελευθερίας, θα ήταν μια γυναίκα με μακριά μαλλιά, ελεύθερα, να κυματίζουν στον άνεμο. Και αν κεντούσα μια ευχή για το μέλλον, θα κεντούσα τον χάρτη του Ιράν. Για να μη διαλυθεί. Να μείνει όπως είναι. Σαν γάτα. Πιστεύουμε και θέλουμε πάρα πολύ να σωθεί.
Φωτογραφίες: Penguin Productions/Xenia Tsilochristou, Αρης Ράμμος



