Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Marieclaire.gr on Google

Ισως να μην υπήρχε ιδανικότερο μέρος για να διεξαχθεί, το βράδυ της περασμένης Πέμπτης, μια τόσο σημαντική συζήτηση-πρωτοβουλία της Πρέσβεως Καλής Θελήσεως της UNESCO για την Προστασία και Προώθηση του Πολιτισμού, Κωστάντζας Σμπώκου-Κωνσταντακοπούλου, που αναμένεται να έχει και συνέχεια – καθώς η πόλη φαινόταν να έχει αναλάβει η ίδια τη σκηνοθεσία: ο ήλιος είχε αρχίσει να χάνεται πίσω από τον Βράχο της Ακρόπολης, το φως να μετατρέπει το υπόλευκο του μαρμάρου σε χρυσαφί και οι κορυφές των κιόνων του Ολυμπιείου να μοιάζουν για λίγο πως αιωρούνται πάνω από την πόλη.

Μακριά από τον βόμβο της σύγχρονης Αθήνας, μέσα στον αρχαιολογικό χώρο, ο χρόνος φαινόταν να αλλάζει ταχύτητα. Κάπως έτσι άρχισε, το βράδυ της Πέμπτης, η συνάντηση των Πρέσβεων Καλής Θελήσεως της UNESCO με θέμα «Τεχνητή Νοημοσύνη και Πολιτισμός», μπροστά στον Ναό του Ολυμπίου Διός, με το ηλιοβασίλεμα να προσφέρει ένα εύγλωττο, από μόνο του, σκηνικό: σε ιδανική αντίστιξη με ένα τόσο σπουδαίο μνημείο με μακραίωνη ιστορία, αντικείμενο συζήτησης ήταν το μεγάλο θέμα μιας τεχνολογίας που δείχνει να συμπυκνώνει τον ανθρώπινο χρόνο σε κλάσματα δευτερολέπτου.

Το ίδιο το Ολυμπιείο, άλλωστε, φέρει από μόνο του τη μεγάλη αφήγηση για την αντοχή της Ιστορίας. Η μνημειακή ανέγερση του ναού, στο οποίο αναφέρθηκε στην ομιλία της η κυρία Σμπώκου-Κωνσταντακοπούλου, άρχισε από τους Πεισιστρατίδες περίπου το 515 π.Χ., διακόπηκε μετά την πτώση της τυραννίας, πέρασε από αλλεπάλληλες απόπειρες ολοκλήρωσης και έφτασε να αποπερατωθεί τελικά, σχεδόν επτά αιώνες αργότερα, από τον αυτοκράτορα Αδριανό το 131-132 μ.Χ.. Το όραμά του ήταν να ανυψώσει έναν ναό που θα μπορούσε να ανταγωνιστεί σε μέγεθος και κλέος τον Ναό της Ακρόπολης, με τεράστια σημασία για όλο τον ρωμαϊκό κόσμο.

Πρόκειται για ένα μνημείο που γνώρισε την ακμή, τη φθορά και τη λεηλασία, αλλά που εξακολουθεί να αποτελεί, στις όχθες του αρχαίου Ιλισού -εκεί όπου περιδιάβαινε ο Σωκράτης στους περίφημους Πλατωνικούς διαλόγους- και σε απόσταση αναπνοής από την Ακρόπολη, ένα από τα ισχυρότερα σημεία όπου η σύγχρονη Αθήνα συναντά τη μακρά μνήμη της.

Η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, ανοίγοντας τη βραδιά ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Αν. Τασούλα, του γενικού διευθυντή της UNESCO Χαλίντ Ελ Ενάνι, των Πρέσβεων Καλής Θελήσεως, εκπροσώπων του διπλωματικού κόσμου και εκλεκτών προσκεκλημένων, υπενθύμισε ακριβώς αυτή τη σημασία του τόπου: την Αθήνα της δημοκρατίας, της φιλοσοφίας, της πολιτικής σκέψης και μιας γλώσσας που εξακολουθεί να φέρει εντός της στρώματα χιλιετιών. Εξαιρετική συγκυρία, όταν στη σκηνή ανέβηκαν η διεθνούς φήμης δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων Αμάλ Κλούνεϊ και η αρχιτέκτονας, Πρέσβης Καλής Θελήσεως της UNESCO για την Προστασία και Προώθηση του Πολιτισμού Κωστάντζα Σμπώκου-Κωνσταντακοπούλου, με συντονιστή τον Countries Editor του «Economist», Αλασντερ Ρος, ότι βρεθήκαμε όλοι να παρακολουθούμε ένα μαγικό ηλιοβασίλεμα. «Μόλις που προλάβαμε το φως», ακούστηκε από τη σκηνή. Και αυτή η μετάβαση από το φως στο σκοτάδι έμοιαζε, σχεδόν ανεπίγνωστα, να προετοιμάζει τη βασική μεταφορά της συζήτησης.

Αμάλ Κλούνεϊ για AI: «Δεν μπορούμε πια να πιστεύουμε όσα διαβάζουμε, ακούμε ή βλέπουμε»
Ο γενικός διευθυντής της UNESCO Χαλίντ Ελ Ενάνι, η Αμάλ Κλούνεϊ, ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Αν. Τασούλας, η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, η Πρέσβης Καλής Θελήσεως της UNESCO Κωστάντζα Σμπώκου-Κωνσταντακοπούλου και ο Countries Editor του «Economist» Αλασντερ Ρος

Τεχνολογική χειραφέτηση

Την ευκαιρία έδωσε ο κ. Ρος, επικαλούμενος τον Προμηθέα, τον Τιτάνα που έκλεψε τη φωτιά και την παρέδωσε στους ανθρώπους, θυσιάζοντας ουσιαστικά τον εαυτό του, για να τους προσφέρει το αρχαιότερο ίσως σύμβολο τεχνολογικής χειραφέτησης. Η αναλογία με την Τεχνητή Νοημοσύνη ήταν σαφής: όπως η φωτιά, έτσι και η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να επεκτείνει δραματικά τα όρια των ανθρώπινων δυνατοτήτων, φέροντας, ωστόσο, μια δύναμη που, σε πολλές περιπτώσεις, μοιάζει σχεδόν ανεξέλεγκτη. Το ερώτημα, είπε ουσιαστικά ο κ. Ρος, είναι αν θα μπορέσουμε να δεχθούμε τα δώρα της τεχνολογίας χωρίς να υποστούμε τη μοίρα του Προμηθέα. Παίρνοντας τον λόγο η κυρία Σμπώκου-Κωνσταντακοπούλου επέλεξε μια διαφορετική, πολύ πιο σωματική και παραστατική εικόνα. Ως αρχιτέκτονας, είπε, κοιτάζοντας τους κίονες του Ολυμπιείου δεν αντίκριζε μόνο την Ιστορία, αλλά «τον ανθρώπινο μόχθο, τα ανθρώπινα χέρια». Και αν ο πολιτισμός μας μεταφέρεται σταδιακά στο ψηφιακό συγκείμενο, το πραγματικό ζητούμενο είναι πώς θα καταφέρουμε να μεταφέρουμε μαζί του και «την ανθρώπινη ψυχή που αισθανόμαστε εδώ».

Δεν ήταν, ωστόσο, ένας λόγος εναντίον της τεχνολογίας. Η πρέσβης υπενθύμισε ότι σχεδόν κάθε τεχνολογική τομή συνοδεύτηκε από μια μικρή πολιτιστική αποκάλυψη: όταν εμφανίστηκε η φωτογραφία, θεωρήθηκε ότι θα τελείωνε τη ζωγραφική, όταν ήρθε ο κινηματογράφος, ότι θα εξαφάνιζε το θέατρο, όταν μπήκε στη ζωή μας το Διαδίκτυο, ότι θα σήμαινε το τέλος του βιβλίου. «Κάθε φορά κάναμε λάθος», είπε, όχι επειδή οι φόβοι ήταν παράλογοι, αλλά επειδή η ανθρώπινη δημιουργικότητα έχει την ικανότητα να απορροφά το καινούριο, να το οικειοποιείται και να δημιουργεί μαζί του νέες μορφές.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη, όμως, εισάγει μια κρίσιμη διαφοροποίηση: ποτέ στο παρελθόν δεν κρατούσε η ανθρωπότητα στα χέρια της μια τεχνολογία ικανή όχι απλώς να ενισχύσει την πραγματική της δύναμη, αλλά δυνητικά να αντικαταστήσει ή ακόμη και να υπερβεί πτυχές της ανθρώπινης νόησης. Τα παραδείγματα που έφερε έδειχναν, ωστόσο, την άλλη όψη της επανάστασης. Το Vesuvius Challenge, για παράδειγμα, χρησιμοποιεί ακτίνες Χ και μηχανική ανάγνωση για να διαβάσει χωρίς φυσικό ξετύλιγμα απανθρακωμένους παπύρους που σφραγίστηκαν από την έκρηξη του Βεζούβιου το 79 μ.Χ. Στην προκειμένη περίπτωση, η AI επιτρέπει να προσεγγίσουμε χαμένα έργα τέχνης ή να αποκαταστήσουμε θραύσματα γνώσης. Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι αν η AI μπορεί να είναι χρήσιμη για τον πολιτισμό, αλλά ποιος θα αποφασίζει τι αξίζει να σωθεί, να καταστεί ορατό και υπολογίσιμο και, κυρίως, ποια εκδοχή του πολιτισμού θα μάθει η μηχανή να προκρίνει ως σημαντική και ποια όχι.

Εν προκειμένω, η κυρία Σμπώκου-Κωνσταντακοπούλου έθεσε ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα της βραδιάς. Η AI εκπαιδεύεται πάνω σε δεδομένα, τα οποία δεν είναι ουδέτερα, καθώς αποτυπώνουν πρωτίστως τις κυρίαρχες γλώσσες, τους πολιτισμούς με τη μεγαλύτερη ψηφιακή παρουσία, τις ιστορίες που έχουν ήδη καταγραφεί και διακινηθεί περισσότερο. Τι συμβαίνει, όμως, με μια μικρή διάλεκτο, μια τοπική παράδοση, μια τελετουργία χωρίς εκτεταμένο ψηφιακό αποτύπωμα; «Αν κάτι δεν υπάρχει στις βάσεις δεδομένων, είναι αόρατο. Η μηχανή δεν μπορεί να το προστατεύσει και τότε η AI θα το διαγράψει αργά και αθόρυβα», υποστήριξε. Πρόκειται ίσως για την πλέον ύπουλη εκδοχή πολιτιστικού αφανισμού, καθώς δεν αφορά τη βίαιη καταστροφή ενός μνημείου, αλλά τη σταδιακή εξαφάνιση της καταγραφής πλέον σημαντικών πραγμάτων σε τέτοιο σημείο που ένας πολιτισμός να κινδυνεύει πραγματικά με αφανισμό επειδή ο αλγόριθμος δεν θα έχει αρκετά δεδομένα ώστε να γνωρίζει ότι υπήρξε.

Η γιαγιά από τα Ανώγεια

Η πρέσβης, ωστόσο, δεν μίλησε για την πολιτιστική μνήμη μόνο θεωρητικά. Την οικειοποιήθηκε με τον πιο προσωπικό τρόπο, επικαλούμενη τη γιαγιά της από τα Ανώγεια, η οποία είχε μάθει από μικρό κορίτσι να υφαίνει, σε μια εποχή που ο αργαλειός δεν ήταν είδος λαϊκής τέχνης για μουσειακή χρήση αλλά κομμάτι της οικονομίας, της καθημερινότητας και της ίδιας της ταυτότητας μιας κοινότητας. Οταν τα Ανώγεια καταστράφηκαν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η γιαγιά της έφυγε έχοντας, όπως το περιέγραψε η εγγονή της, μονάχα «τη δεξιότητα των χεριών της». Στην πόλη δημιούργησε ένα μικρό εργαστήριο με δεκάδες γυναίκες, άρχισε να παραγάγει υφαντά που έφτασαν μέχρι την Αυστραλία και αργότερα επέστρεψε στο χωριό της για να ξαναστήσει εκεί την υφαντική δραστηριότητα. Πολλά χρόνια αργότερα, στην Ιορδανία, η κυρία Σμπώκου-Κωνσταντακοπούλου ήρθε σε επαφή με την ιστορία μιας Παλαιστίνιας που είχε αφιερώσει πάνω από μισό αιώνα στη συλλογή και διάσωση χιλιάδων κεντημάτων, ενδυμασιών και υφαντών του τόπου της. Και τότε, όπως είπε, κατάλαβε ότι αυτές οι δύο γυναίκες ήταν κατά κάποιον τρόπο «η ίδια γυναίκα»: δύο άνθρωποι που είχαν χάσει τα πάντα αλλά αρνήθηκαν να αφήσουν το νήμα να κοπεί. «Η μία ήταν από την Κρήτη, η άλλη από την Παλαιστίνη. Δεν συναντήθηκαν ποτέ. Δεν χρειαζόταν. Ο αργαλειός τις συνέδεε», τόνισε χαρακτηριστικά.

Πρόκειται για μια ιδανική θεωρητική διατύπωση που εξηγεί γιατί ο πολιτισμός μπορεί να λειτουργήσει ως αντίδοτο στον διχασμό: όχι επειδή εξαφανίζει τις διαφορές αλλά επειδή μας επιτρέπει να αναγνωρίζουμε τις κοινές χειρονομίες και τις πολιτιστικές διασταυρώσεις. Σε αυτό ακριβώς το σημείο παρενέβη η κυρία Κλούνεϊ, λίγες ώρες μετά τη συνάντησή της με το ζεύγος Μητσοτάκη στο Μέγαρο Μαξίμου. Εστρεψε το βλέμμα από τον πολιτισμό στην πολιτική πραγματικότητα ενός κόσμου που εξοικειώνεται, δυστυχώς, όλο και περισσότερο με τη διχαστική σκέψη. Η δημόσια συζήτηση, είπε, οργανώνεται πλέον διαρκώς γύρω από το «ή το ένα ή το άλλο»: αυτή η χώρα ή εκείνη, αυτή η παράταξη ή η άλλη, και μαζί χάνεται η λεπτή απόχρωση, η δυνατότητα του διαλόγου, ακόμη και η συνήθεια να ακούμε ανθρώπους που δεν συμφωνούν ήδη μαζί μας.

Τα μέσα και τα κοινωνικά δίκτυα ενισχύουν συχνά αυτή την περίκλειστη πραγματικότητα, μέσα στην οποία καταναλώνουμε κυρίως απόψεις που επιβεβαιώνουν τις δικές μας. Ο πολιτισμός, υποστήριξε, είναι ένα από τα λίγα πραγματικά αντίδοτα, επειδή επαναφέρει στο προσκήνιο τα κοινά, ανθρώπινα αγαθά: τη μουσική, την ομορφιά, την αγάπη, την Ιστορία. Και τότε, ως Βρετανίδα δικηγόρος καθισμένη απέναντι ακριβώς από την Ακρόπολη, πέρασε σχεδόν φυσικά στο ελληνικό ζήτημα που γνώριζε ήδη καλά από την προηγούμενη εμπλοκή της πριν από δώδεκα χρόνια.

Εξέφρασε την ελπίδα να υπάρξει μια πολιτιστική συμφωνία ανάμεσα στη Βρετανία και την Ελλάδα που θα οδηγήσει στην επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα, με τη χώρα μας να δανείζει στο Λονδίνο σημαντικές αρχαιότητες που δεν έχουν ποτέ εκτεθεί εκεί. Και επέμεινε στη λέξη «επιλύσιμο».

Σε έναν κόσμο που καλείται να αντιμετωπίσει τον πόλεμο στο Σουδάν, τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, την Ουκρανία και τη δύσκολη διεθνή διακυβέρνηση της AI, είπε, η υπόθεση των Γλυπτών «δεν είναι ένα από τα ανυπέρβλητα προβλήματα της εποχής μας. Είναι απολύτως επιλύσιμο».

Ο κίνδυνος με τα deepfakes

Η τεχνολογία μπορεί μάλιστα να βοηθήσει στη μάχη κατά της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών: εργαλεία αναγνώρισης εικόνας όπως το ID-Art της Interpol, δορυφορικές εικόνες που μπορούν να εντοπίζουν παράνομες ανασκαφές, η χρήση της AI στην αποκατάσταση και χρονολόγηση αρχαίων επιγραφών, αλλά και το Ψηφιακό Μουσείο των κλεμμένων πολιτιστικών θησαυρών της UNESCO, με περισσότερα από 2.250 αντικείμενα από 50 χώρες, συγκροτούν ήδη μια νέα εργαλειοθήκη πολιτιστικής προστασίας.

Ομως, ούτε η καλύτερη ψηφιακή αναπαράσταση, όπως παρατήρησε η κυρία Σμπώκου-Κωνσταντακοπούλου, μπορεί να αντικαταστήσει την εμπειρία του αυθεντικού αντικειμένου ή ενός ολοκληρωμένου μνημείου. Γιατί όταν ο άνθρωπος στέκεται μπροστά σε κάτι που έχει επιβιώσει επί αιώνες, αντιλαμβάνεται κάτι περισσότερο από την αισθητική του αξία, που είναι «η κλίμακά του απέναντι στον χρόνο». Και αυτό το αίσθημα ταπεινότητας, είπε, καμία τεχνολογία δεν μπορεί να αναπαραγάγει. Ειδικά σε έναν χώρο όπως το Ολυμπιείο δεν χρειαζόταν να εξηγήσει περισσότερο τι εννοούσε.

Αν η Πρέσβης Καλής Θελήσεως της UNESCO για την Προστασία και Προώθηση του Πολιτισμού τοποθέτησε την Τεχνητή Νοημοσύνη μέσα στο μεγάλο ερώτημα της μνήμης, η κυρία Κλούνεϊ την έφερε σε ένα αντίστοιχα άμεσο πεδίο: εκεί όπου η τεχνολογία μπορεί να αρχίσει να αλλοιώνει όχι μόνο όσα θυμόμαστε, αλλά ακόμη και τα ίδια τα γεγονότα.

Ως δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων, γνωρίζει ότι ο έλεγχος της πραγματικότητας δεν είναι φιλοσοφική πολυτέλεια. Μπορεί να επηρεάσει τη Δικαιοσύνη και τη γενικότερη δημοσιογραφική αξιοπιστία. Μέσα από το Trial Watch, την πρωτοβουλία του Ιδρύματος Κλούνεϊ για τη Δικαιοσύνη (Clooney Foundation for Justice), δικηγόροι και συνεργάτες παρακολουθούν δίκες δημοσιογράφων και υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε δεκάδες χώρες και παρέχουν νομική υποστήριξη σε ανθρώπους που δεν έχουν πρόσβαση σε αυτή. Ταυτόχρονα, όμως, η ίδια η τεχνολογία απειλεί να διαλύσει έναν από τους βασικότερους όρους της Δικαιοσύνης, που είναι η δυνατότητα να διακρίνει κανείς το αυθεντικό τεκμήριο από το κατασκευασμένο.

Οπως υποστήριξε, οι ειδικοί στα deepfakes παραδέχονται ότι η εξέλιξη είναι τόσο γρήγορη ώστε σε λίγο δεν θα μπορούμε να διακρίνουμε τα σημάδια που προδίδουν την πλαστή εικόνα ή φωνή.

Η κυρία Κλούνεϊ συνόψισε, μάλιστα, την επικίνδυνη αυτή κατάσταση σε μια φράση: «Εχουμε ήδη καταλάβει ότι δεν μπορούμε να πιστεύουμε όσα διαβάζουμε. Τώρα δεν μπορούμε να πιστεύουμε όσα ακούμε και δεν μπορούμε να πιστεύουμε όσα βλέπουμε». Το βίωσε και η ίδια όταν βρισκόταν με την οικογένειά της στο Ντουμπάι, καθώς έπρεπε να τσεκάρουν με το BBC αν οι κρότοι που άκουγαν αντιστοιχούσαν σε πραγματικές βόμβες! Για να ελαφρύνει, όμως το κλίμα, επικαλέστηκε μια φαινομενικά αθώα οικογενειακή ιστορία που ίσως περιέγραψε ακόμη καλύτερα το μέγεθος της αλλαγής. Πρόσφατα έδειξε σε ένα παιδί, φίλο του γιου της -ενός από τα εννιάχρονα δίδυμα-, ένα βίντεο με ένα χαριτωμένο σκυλάκι.

Η αυθόρμητη αντίδραση του εννιάχρονου δεν ήταν «τι όμορφο», αλλά: «Ναι, αλλά είναι AI;». «Οχι», του απάντησε εκείνη, «είναι ένα πραγματικό pug». Εν ολίγοις, η πρώτη ερώτηση της νέας γενιάς μπορεί να μην είναι πια «τι βλέπω;», αλλά «υπάρχει πράγματι αυτό που βλέπω;» – και αυτό είναι ίσως το πιο προβληματικό από όλα.

Η αδιαφορία

Στη Βενετία, λίγες ημέρες νωρίτερα, όπως διηγήθηκε η κυρία Κλούνει, είχε ακούσει έναν καρδινάλιο να διατυπώνει τον αλλόκοτα βάσιμο φόβο οι άνθρωποι να κινδυνεύουν να γίνουν σχεδόν «κοσμικοί -Seculars- απέναντι στην αλήθεια». Δεν εννοούσε φυσικά την εκκοσμίκευση με θρησκευτικούς όρους, αλλά με την έννοια της αδιαφορίας που μπορεί να προκαλέσει ο εξαντλητικός έλεγχος του κατά πόσο μια φωτογραφία, μια φωνή, ένα βίντεο ή μια είδηση είναι γνήσια. Οπότε το πιο επικίνδυνο είναι ότι κάποια στιγμή θα πάψει να μας ενδιαφέρει αν ένα deepfake μας εξαπάτησε.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο, σύμφωνα με την ίδια, η προστασία των ανεξάρτητων μέσων και των δημοσιογράφων αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, γιατί μόνο αυτοί μπορούν να έχουν ως κύρια αποστολή τους την επαλήθευση. Δεν υπάρχει ουσιαστική δημοκρατία, είπε, αν οι πολίτες δεν μπορούν να γνωρίζουν τι πραγματικά συμβαίνει. Εδώ ακριβώς φάνηκαν να συγκλίνουν οι γραμμές της συζήτησης της κυρίας Σμπώκου-Κωνσταντακοπούλου και της κυρίας Κλούνεϊ, καθώς η πρώτη μιλούσε για τον κίνδυνο να καταστούν αόρατες οι πολιτιστικές μνήμες που δεν υπάρχουν στις βάσεις δεδομένων, ενώ η δεύτερη για τον κίνδυνο να γίνει αόρατη η ίδια η διαφορά ανάμεσα στο πραγματικό και το κατασκευασμένο. Και στις δύο περιπτώσεις, το κεντρικό πρόβλημα δεν είναι τεχνικό αλλά βαθιά πολιτικό και ανθρωπολογικό, αφού αφορά το ποιος αποφασίζει τι θα γνωρίζει η μηχανή, τι θα θεωρεί σημαντικό και, τελικά, ποια εκδοχή του κόσμου θα μας επιστρέφει ως αληθινή. Για την Ελλάδα το ερώτημα αυτό έχει και μια ιδιαίτερη διάσταση, με την κυρία Σμπώκου-Κωνσταντακοπούλου να αναφέρεται στο «Pharos», το ελληνικό AI Factory, στον «Daedalus», τον εθνικό υπερυπολογιστή, αλλά και στις πρωτοβουλίες για τη διάσωση ελληνικών διαλέκτων και τοπικών ιδιωμάτων. Η διατήρηση της γλωσσικής και πολιτιστικής ιδιαιτερότητας μέσα στα νέα μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης δεν είναι, υπό αυτή την έννοια, κάποια ρομαντική άσκηση προστασίας του παρελθόντος αλλά ζήτημα ψηφιακής κυριαρχίας: αν μια γλώσσα ή μια πολιτιστική εμπειρία δεν υπάρχει στα δεδομένα, κινδυνεύει να εξαφανιστεί.

Οι αξίες

Και έτσι η Πρέσβης Καλής θελήσεως της UNESCO έκλεισε τη συζήτηση με μια πρόταση για τους ανθρώπους που θα σχεδιάσουν τις μηχανές του μέλλοντος, οι οποίοι, όπως υποστήριξε, θα έπρεπε πρωτίστως να λάβουν υποχρεωτικά μαθήματα Ιστορίας, Ηθικής και Φιλοσοφίας. Γιατί «δεν εκπαιδεύουμε τους coders του μέλλοντος. Εκπαιδεύουμε τους αρχιτέκτονες της ανθρώπινης κοινωνίας». Με άλλα λόγια, χρειαζόμαστε την Ιστορία για να καταλάβουμε τους πολιτισμούς που μας διαμόρφωσαν, την ηθική για να εξασφαλίσουμε ότι η τεχνολογία θα στηρίζεται στις αξίες μας και τη φιλοσοφία για να αμφισβητούμε κάθε βήμα που κάνουμε.

Προφανώς δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερο κλείσιμο μπροστά σε έναν ναό που χρειάστηκε σχεδόν επτά αιώνες για να ολοκληρωθεί. Οταν η συζήτηση τελείωσε, ο ήλιος είχε πια δύσει και ο κ. Ρος παρατήρησε την ατμόσφαιρα μιας ζωντανής πόλης που συνέχιζε να κινείται γύρω από τον αρχαιολογικό χώρο, ενώ όλοι εμείς παραμέναμε για λίγο ακόμη «ανάμεσα σε αυτά τα ιστορικά μνημεία».

 

πηγή: protothema.gr

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below