Η Gloria Steinem, η πρωτοπόρος δημοσιογράφος και φεμινίστρια, πέθανε σε ηλικία 92 ετών, «γαλήνια στο σπίτι της στη Νέα Υόρκη, με αγαπημένους γύρω της» σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του θανάτου της στο Instagram, η οποία ωστόσο δεν αναφέρει το αίτιο.
Οι εκπρόσωποί της πρότειναν στους θαυμαστές της να ανάψουν ένα κερί προς τιμήν της και, αν επιθυμούν να προχωρήσουν σε δωρεές, να το κάνουν στο ίδρυμά της, Gloria’s Foundation.
Η Steinem, που αναδείχθηκε σε ηγετική μορφή του δεύτερου κύματος του φεμινισμού, στη δεκαετία του ‘60, αφιέρωσε τη ζωή της σε διάφορους σκοπούς, από την αναπαραγωγική ελευθερία και την πρόληψη της ενδοοικογενειακής βίας μέχρι την εξάλειψη των έμφυλων ανισοτήτων στην αγορά εργασίας. Τους υπερασπίστηκε όχι μόνο με τα γραπτά αλλά και με εντυπωσιακά γενναίες πράξεις.
Η Steinem, που αναδείχθηκε σε ηγετική μορφή του δεύτερου κύματος του φεμινισμού, στη δεκαετία του ‘60, αφιέρωσε τη ζωή της σε διάφορους σκοπούς, από την αναπαραγωγική ελευθερία και την πρόληψη της ενδοοικογενειακής βίας μέχρι την εξάλειψη των έμφυλων ανισοτήτων στην αγορά εργασίας.
Το ριζοσπαστικό της πνεύμα έγινε παναμερικανικά γνωστό το 1963. Για τις ανάγκες ενός ρεπορτάζ ντύθηκε λαγουδάκι του Playboy και πέρασε δύο εβδομάδες εργαζόμενη ως Bunny Marie σε «Playboy Club», έναν από τους «ναούς του ανδρισμού» που ξεφύτρωναν παντού στην Αμερική. Μόλις προσλήφθηκε πέρασε από το Bunny School, όπου έμαθε πώς να χαμογελάει, να στέκεται, να περπατάει, ακόμα και πώς να λυγίζει τα γόνατα με τον σωστό τρόπο ώστε να σκύβει μπροστά σε πελάτες χωρίς να κουνηθεί η ουρά της. Κάθε πρωί τη ζύγιζαν και αν είχε πάρει έστω και μισό κιλό την τιμωρούσαν. Το μεροκάματο ήταν υποτυπώδες, τα φιλοδωρήματα συχνά κατακρατούνταν και πίσω από τη βιτρίνα του Playboy υπήρχε σεξουαλική παρενόχληση, ψυχική φθορά και σωματική εξάντληση. Όταν δημοσιεύτηκε το άρθρο, «A Bunny’s Tale» στο περιοδικό Show, προκάλεσε σεισμό. Ήταν η πρώτη φορά που ένα ρεπορτάζ τολμούσε να καταγγείλει την κακοποίηση εκθέτοντας ένα γκλιτεράτο οικοδόμημα της πατριαρχίας.
Σε μια εκδήλωση για τις αμβλώσεις το 1969 άκουσε για πρώτη φορά γυναίκες να μιλούν δημόσια για την εμπειρία τους και της ήρθε η ιδέα για ένα έντυπο που θα προβάλλει φεμινιστικά θέματα. Έτσι γεννήθηκε το Ms., ως ένθετο στο New York Magazine στο τέλος του 1971. Στο εξώφυλλο του πρώτου τεύχους απεικονιζόταν η θεά Κάλι έγκυος με διάφορα αντικείμενα στα χέρια της κάνοντας ένα σημειολογικό σχόλιο για τις πολλαπλές υποχρεώσεις των γυναικών, αλλά και το πέρασμα της Στάινεμ από την Ινδία. Το αρχικό τιράζ εξαντλήθηκε μέσα σε λίγες ημέρες. Την 1η Ιουλίου του 1972 το Ms. κυκλοφόρησε ως ανεξάρτητο έντυπο, το πρώτο στις ΗΠΑ που ανήκε, διευθυνόταν και γραφόταν εξ ολοκλήρου από γυναίκες.
Για τις ανάγκες ενός ρεπορτάζ ντύθηκε λαγουδάκι του Playboy και πέρασε δύο εβδομάδες εργαζόμενη ως Bunny Marie σε «Playboy Club», έναν από τους «ναούς του ανδρισμού» που ξεφύτρωναν παντού στην Αμερική.
Η Steinem είχε, ωστόσο, μια δύσκολη παιδική ηλικία. Μεγάλο μέρος της το είχε περάσει περιπλανώμενη με την οικογένειά της. Ο πατέρας της, Leo, έμπορος αντίκας, ταξίδευε συνέχεια, από πολιτεία σε πολιτεία, με τη σύζυγο και τις δύο κόρες του να τον ακολουθούν.
Δεν πήγε συστηματικά σχολείο παρά μόνο μετά το διαζύγιο των γονιών της, στα έντεκα χρόνια της, οπότε μετακόμισε με τη μητέρα της, Ruth, στη γενέτειρά της, το Οχάιο. Αργότερα θα μιλούσε για το βαθύ αντίκτυπο που είχαν στην ίδια τα προβλήματα ψυχικής υγείας από τα οποία υπέφερε η μητέρα της. Το γεγονός, μάλιστα, ότι την είδε να αντιμετωπίζει την αδιαφορία των γιατρών ήταν ένας από τους λόγους που την ενέπνευσαν, μεγαλώνοντας, να αγωνιστεί για τα γυναικεία δικαιώματα.
Το καθήκον που φορτώθηκε από παιδί, να γίνει φροντίστρια της μητέρας της, την αποθάρρυνε από το να γίνει αργότερα η ίδια μητέρα. «Ήμουν ήδη ο πολύ μικρός γονιός ενός πολύ μεγάλου παιδιού, της μητέρας μου», είχε πει το 1992 στο People.
Το καθήκον που φορτώθηκε από παιδί, να γίνει φροντίστρια της μητέρας της, την αποθάρρυνε από το να γίνει αργότερα η ίδια μητέρα. «Ήμουν ήδη ο πολύ μικρός γονιός ενός πολύ μεγάλου παιδιού, της μητέρας μου», είχε πει το 1992 στο People.
Σίγουρα όταν διαπίστωσε το 1956, σε ηλικία 22 ετών, μια εγκυμοσύνη, δεν επιθυμούσε να την προχωρήσει. Οι αμβλώσεις ήταν παράνομες τότε, αλλά όπως θα αφηγούταν η ίδια στο αυτοβιογραφικό βιβλίο της «My Life on the Road» (2015), από «καθαρή τύχη» βρήκε έναν γιατρό που την κατεύθυνε σε μυστική κλινική. Ανέκαθεν, στο μεταξύ, ξεκαθάριζε ότι δεν ήταν «υπέρ» των αμβλώσεων ή «κατά» της δημιουργίας ζωής αλλά «υπέρ» της ελευθερίας κάθε γυναίκας να διαλέγει.
Στα 66 της παντρεύτηκε με τον δικηγόρο και επιχειρηματία David Bale, πατέρα του ηθοποιού Christian Bale. Ο σύζυγός της πέθανε από λέμφωμα, τρία χρόνια αργότερα. Όταν δέχτηκε κριτικές, επειδή είχε καταφερθεί για δεκαετίες κατά του θεσμού του γάμου, η Steinem απάντησε ότι «δεν άλλαξα εγώ. Ο γάμος άλλαξε. Αν είχα παντρευτεί την εποχή που περίμεναν από εμένα να το κάνω, θα είχα χάσει το όνομά μου, πολλά από τα πολιτικά δικαιώματά μου. Αυτό δεν ισχύει πλέον. Μπορείς να κάνεις έναν ισότιμο γάμο».
Ακόμα και στην ένατη δεκαετία της ζωής της, συνέχισε να τοποθετείται δημοσίως, με το γνώριμο πλέον θάρρος της. Τον Σεπτέμβριο του 2020 θα έλεγε στους New York Times πως «η πιο επώδυνη κριτική έρχεται από ανθρώπους που μοιράζονται τις ίδιες αξίες με εσένα, όχι από εκείνους που δεν τις μοιράζονται. Αν ο Trump μιλούσε ευνοϊκά για μένα, θα αυτοκτονούσα».
Στις 22 Σεπτεμβρίου κυκλοφορεί το νέο αυτοβιογραφικό βιβλίο της, «An Unexpected Life: A Memoir».



