Η αγάπη δεν είναι μόνο τυφλή, μπορεί να είναι και λίγο αφελής, σύμφωνα με νέα επιστημονικά δεδομένα. Έρευνα του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης στην Ελβετία διαπίστωσε ότι τα άτομα με υψηλότερα επίπεδα νοημοσύνης τείνουν να παραμένουν single για μεγαλύτερο διάστημα.

«Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι τόσο κοινωνικοδημογραφικοί παράγοντες, όπως η εκπαίδευση, όσο και ψυχολογικά χαρακτηριστικά, όπως η τρέχουσα ψυχολογική ευημερία, βοηθούν στην πρόβλεψη του ποιοι θα εισέλθουν σε μία ερωτική σχέση και ποιοι όχι», εξηγεί ο Michael Krämer, διευθυντής της έρευνας, που δημοσιεύτηκε στο Journal of Personality and Social Psychology.

Στην έρευνα συμμετείχαν πάνω από 17.000 άτομα από το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία, τα οποία παρακολουθήθηκαν από την ηλικία των 16 έως τα 29 τους, με στόχο να διερευνηθούν οι παράγοντες που αυξάνουν την πιθανότητα να μείνει κάποιος single για περισσότερα χρόνια.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι έξυπνοι άνθρωποι διώχνουν τον έρωτα. Αντιθέτως, δείχνει έναν διαφορετικό τρόπο προσέγγισης των σχέσεων: περισσότερη σκέψη, περισσότερη ανάλυση και λιγότερα παρορμητικά «ναι». Σύμφωνα με τους ερευνητές, νεαροί άνδρες με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο και χαμηλότερη ψυχική ευεξία, που ζουν μόνοι τους ή με τους γονείς τους, παραμένουν single για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ενώ όσοι συγκατοικούν με φίλους έχουν περισσότερες πιθανότητες να συνάψουν σχέση.

Το φαινόμενο αυτό εντάσσεται σε μια ευρύτερη κοινωνική αλλαγή. Όπως αναφέρει το The Economist, η αγαμία στους ενήλικες ηλικίας 25 έως 34 ετών έχει διπλασιαστεί τα τελευταία 50 χρόνια. Περίπου οι μισοί άνδρες και πάνω από το 40% των γυναικών αυτής της ηλικιακής ομάδας ζουν πλέον χωρίς σύζυγο ή σύντροφο. Οι λόγοι ποικίλλουν — από οικονομικούς παράγοντες έως πολιτισμικές μεταβολές — όμως το αποτέλεσμα είναι κοινό: το να είσαι χωρίς σχέση έχει πάψει να θεωρείται μια παροδική φάση και έχει μετατραπεί σε κανονικότητα. 

Η μελέτη εξέτασε επίσης πώς εξελίσσεται με την πάροδο του χρόνου όποιος παραμένει single για μεγάλα διαστήματα. Οι άνθρωποι που έμεναν χωρίς σύντροφο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας των 20 ανέφεραν χαμηλότερα επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή και εντονότερα συναισθήματα μοναξιάς. Τα ποσοστά κατάθλιψης αυξάνονταν, ανεξαρτήτως φύλου. Αντίθετα, η ψυχική ευεξία βελτιωνόταν αισθητά όταν οι συμμετέχοντες έμπαιναν στην πρώτη τους σταθερή ερωτική σχέση.

«Τα ελλείμματα ευεξίας γίνονταν πιο έντονα στα τέλη της δεκαετίας των 20», έγραψαν οι συγγραφείς.

Όπως καταλήγει ο Krämer: «Το να παραμένει κανείς single για παρατεταμένο διάστημα στην νεαρή ενήλικη ζωή σχετίζεται με μέτριους κινδύνους για την ψυχολογική ευημερία». Με άλλα λόγια, όσο πιο πολύ καθυστερεί κανείς την πρώτη του σχέση, τόσο πιο έντονα μπορεί να νιώσει τις αρνητικές συνέπειες στην καθημερινότητά του.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below