Ανήκουμε σε μια γενιά γυναικών που δεν παντρεύτηκε το πρώτο της αγόρι. Δώσαμε στον εαυτό μας το χρόνο να πειραματιστεί και να ψάξει για να κάνει την ιδανική επιλογή. Και τι πετύχαμε; Η Πάμελα Ντράκερμαν, η 48χρονη Αμερικανίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας, ξεκίνησε το ταξίδι της αναζήτησης συντρόφου χωρίς να ξέρει ότι τελικά θα περνούσε 15 ή 20 χρόνια δοκιμάζοντας σχέσεις με άνδρες που εμφανώς δεν της ταίριαζαν. «Στα είκοσί μου πήρα μία σημαντική απόφαση: αν δεν μπορώ να φέρομαι ως ενήλικη, θα κοιμάμαι με έναν», γράφει στο τελευταίο της βιβλίο «There are no grown-ups: A Midlife Coming-of-Age Story». «Τα έφτιαχνα με άνδρες που δεν ήταν απαραίτητα πιο σοφοί από μένα αλλά ήταν τουλάχιστον μεγαλύτεροι. Ελκυόμουν ιδιαίτερα από ξένους που διάβαζαν εφημερίδες σε εξωτικές γλώσσες. Ξεκίνησα τον δικό μου ερωτικό γύρο του κόσμου με έναν γερμανόφωνο κάτοικο Νέας Υόρκης ο οποίος ήταν διάνοια αλλά δεν κοίταζε ποτέ στα μάτια και έναν Ούγγρο ψυχίατρο που με χώρισε λέγοντάς μου ότι δεν ήμουν τόσο τραυματισμένη συναισθηματικά όσο θα ήθελε.

Το φάσμα επιλογών σε υποψήφιους ξένους εραστές διευρύνθηκε όταν ανέλαβα να καλύπτω τη Λατινική Αμερική για την εφημερίδα που δούλευα. Στο πέρασμά μου από τη Βραζιλία έκανα έρευνα στους ανύπαντρους Εβραίους του Σάο Πάολο και κατέληξα με έναν DJ που έμενε με τη μητέρα του και που, αν κρίνω από τη συμπεριφορά του την ώρα του πρωινού, πρέπει να κοιμόταν και με την οικιακή βοηθό.

Ήμουν έρμαιο της γοητείας μακρινών πολιτισμών. Ενας Ρώσος εραστής μου μιλούσε τέσσερις γλώσσες – μου πήρε ένα χρόνο να συνειδητοποιήσω ότι δεν είχε αίσθηση του χιούμορ σε καμία από αυτές. Ομως κατάλαβα αμέσως ότι ήταν κακό σημάδι όταν ένας Μεξικανός τραπεζικός πήρε μόνο ένα βιβλίο στις διακοπές: έναν οδηγό για ανταλλαγές ομολόγων. Χωρίσαμε όταν του έκανα δώρο για τα γενέθλιά του ένα δερματόδετο ημερολόγιο και κείνος με ρώτησε τι να το κάνει ένα άδειο βιβλίο.

Όταν τελικά αποφάσισα να το γυρίσω στους Αμερικάνους, άρχισα να βγαίνω με τον γιο ενός μεγαλοδικηγόρου από τα προάστια του Σικάγο, μέχρι που εκείνος αποφάσισε ότι δεν ήμουν αρκετά εξωτική για τα γούστα του. «Μερικές φορές μου φαίνεται ότι είσαι απλώς μία ακόμα Εβραία από το Μαϊάμι», μου είπε. Φοβόμουν ακριβώς το ίδιο.

Θεωρητικά ο σκοπός όλης αυτής της αναζήτησης στο χάρτη ήταν ο γάμος, όμως πολύ λίγοι από τους συνομηλίκους μου έκαναν αυτό το βήμα. Οσοι τελικά παντρεύονταν είχαν χειρότερη τύχη. Ενας γνωστός ανακάλυψε ότι η γυναίκα του ήταν λεσβία όταν το έσκασε με τη δασκάλα του πιλάτες. Η φίλη μου η Ιλέιν προχώρησε με έναν ποιητή που όλοι τον αποκαλούσαμε, από την πρώτη στιγμή, «ο πρώην άνδρας της Ιλέιν». Μία άλλη φίλη πανικοβλήθηκε τόσο μπροστά στην απειλή να μείνει άτεκνη ώστε είπε το «ναι» σε κάποιον που πάντα κρατούσε ως εφεδρικό για εξασφάλιση.

Χωρίς να έχω κανένα λογικό επιχείρημα, πίστευα από μόνη μου ότι η ερωτική μου ζωή θα εξελιχθεί όπως της μητέρας μου: θα έκανα μερικές σχέσεις και στα 27 θα παντρευόμουν. Κανείς δεν με προειδοποίησε ότι η γενιά μου μπορεί να περάσει 15 ή και 20 χρόνια αλλάζοντας συντρόφους. Οταν ήρθαν τα 27 και πέρασαν, το ερμήνευσα όχι ως δημογραφική αλλαγή αλλά ως προσωπική αποτυχία.

Οι ερωτικές μου περιπέτειες θα γίνονταν πολύ ωραίο σενάριο για σίριαλ. Ο δάσκαλος αυτοσχεδιασμού που μοίραζε τους λογαριασμούς μέχρι το τελευταίο λεπτό, ο πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας που με χώρισε επειδή δεν έδειξα αρκετό ενθουσιασμό για το βιβλίο του και άλλα περιστατικά. Μια φορά, ενώ περίμενα ένα ραντεβού στα τυφλά σε ένα εστιατόριο, έδωσα το τηλέφωνό μου σε έναν άγνωστο που καθόταν στο διπλανό τραπέζι και περίμενε επίσης το ραντεβού του.

Μέσα σ’ όλα ήρθαν οι γονείς μου στη Νέα Υόρκη να μου πουν ότι χωρίζουν. «Γιατί αργήσατε τόσο;» ρωτήσαμε με μια φωνή εγώ κι ο αδελφός μου. Ηξερα πώς δείχνει ένα αταίριαστο ζευγάρι και μου ήταν εύκολο να αναπαράγω αυτό το πρότυπο. Σε μία πτήση γνώρισα έναν όμορφο σύμβουλο συγχωνεύσεων που είχε χέρια σαν γυαλόχαρτο και στο ψυγείο του έβαζε μόνο εμφιαλωμένο νερό. Ηταν σαφές ότι δεν ταιριάζαμε. Μία μέρα, μετά το σεξ, τον ρώτησα γιατί το κάνουμε αυτό. «Γιατί ποτέ δεν θα ξαναείμαστε τόσο όμορφοι», μου απάντησε.

Δεν ξέρω πώς κατάφερνα να δουλεύω. Πετούσα γύρω-γύρω στη Λατινική Αμερική καλύπτοντας εκλογές και οικονομικές κρίσεις, συγχρόνως όμως ένιωθα μία μόνιμη ερωτική αγωνία καθώς προσπαθούσα να απαλλάξω τον εαυτό μου από την ευθύνη της κακής επιλογής συντρόφων. Ημουν εθισμένη στις σχέσεις. Κάθε καινούρια γνωριμία ήταν τζόγος γιατί περιείχε την πιθανότητα τόσο να μου ραγίσει την καρδιά όσο και να έρθει μαζί μου στον μεσίτη για να διαλέξουμε σπίτι.

Κανείς δεν μπορούσε να μου δώσει φερέγγυες συμβουλές για το πώς να διαλέξω τον σύντροφό μου. Η συμβουλή της θείας μου για τους άνδρες, «κανείς δεν θα αγοράσει την αγελάδα αν μπορεί να παίρνει το γάλα δωρεάν», δεν με αφορούσε. Ομως ανακουφίστηκα όταν διάβασα κάπου ότι για τον καθένα μας υπάρχουν 30 πιθανές αδελφές ψυχές στον κόσμο. Βέβαια, όταν το επανέλαβα αυτό σε έναν συνάδελφο μου είπε: «Ναι, και προσπαθώ να κοιμηθώ και με τις 30».»

Η αίσθηση ότι έχουμε κάνει λάθος επιλογή είναι κάθε φορά μία προσωπική ήττα, ένα σφάλμα που μας στενοχωρεί όλο και πιο πολύ όσο περισσότερες φορές επαναλαμβάνεται. Για τη θεραπεύτρια γάμου και οικογένειας Σάλι Μπούλαρντ αυτή είναι η πιο συνηθισμένη απογοήτευση των ανθρώπων από τις σχέσεις. Ωστόσο ο προβληματισμός για το αν κάποιος είναι κατάλληλος ή όχι δεν πρέπει να ξεκινάει από εκείνον αλλά από εμάς τους ίδιους. Η σημαντική ερώτηση που θα μας καθοδηγήσει να καταλάβουμε εγκαίρως πού βαδίζουμε είναι προς τον εαυτό μας: παίρνω αυτή την απόφαση ορμώμενος από αρνητικά συναισθήματα ή από θετικά; «Οταν συνδεόμαστε με έναν σύντροφο ο μόνος σημαντικός παράγοντας είναι η ενέργεια που κινητοποιεί αυτή την απόφαση», λέει η ειδικός. «Διαλέγουμε κάποιον από μία θέση φόβου ή από μία θέση αγάπης;».

Οταν επιλέγουμε με αυτό που εκείνη αποκαλεί φόβο ίσως αισθανόμαστε πληγωμένοι από έναν χωρισμό, μοναξιά, την ανάγκη να αγαπηθούμε, να μας δώσουν σημασία, να νιώσουμε ξεχωριστοί. Διαλέγουμε κάποιον για να γεμίσει ένα κενό που έχουμε μέσα μας, όμως κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Μία τέτοια σχέση δεν μπορεί να πετύχει. Οταν, αντίθετα, αποφασίζουμε από μία θέση αγάπης, αισθανόμαστε κάπως έτσι: έχω τη ζωή μου και ανυπομονώ να τη μοιραστώ, έχω τόση αγάπη μέσα μου και θέλω πολύ να τη μοιραστώ με έναν σύντροφο, τιμώ τον εαυτό μου και με τον ίδιο τρόπο θα τιμώ και τον αγαπημένο μου, μου αξίζει να έχω μια υπέροχη σχέση. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο διαθέσεις είναι εμφανής. «Οταν προσελκύουμε, δημιουργούμε και εκφραζόμαστε από τη θέση της αγάπης, αυτό που φέρνουμε στη ζωή μας είναι της υψηλότερης ποιότητας. Δεν υπάρχει περίπτωση να κάνουμε λάθος».

Για την Πάμελα Ντράκερμαν ήρθε η σωστή στιγμή. «Την εποχή που κάλυπτα την οικονομική κρίση στην Αργεντινή, ένας κοινός φίλος μου γνώρισε τον Σάιμον, έναν Αγγλο δημοσιογράφο, σ’ ένα μπαρ. Ηταν όμορφος και είχε αυτό το λονδρέζικο αξάν που πάντα πιάνει. Επίσης του άρεσε να γράφει και ενθουσιάστηκε όταν του έκανα δώρο το δερματόδετο ημερολόγιο για τα γενέθλιά του και για πολλά γενέθλια που ακολούθησαν.

Καιρό μετά, όταν βρεθήκαμε σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, είδαμε τυχαία τους εαυτούς μας στον καθρέφτη. Μία αχτίδα φωτός έμπαινε από το παράθυρο. Στο τραπέζι ο δίσκος με τα υπολείμματα του room service θύμιζε νεκρά φύση. «Μοιάζουμε με πίνακα του Βερμέερ», είπε. Είχα περάσει 15 χρόνια ψάχνοντας τον άνδρα που θα μου έλεγε μία τέτοια φράση.

Μου πήρε αρκετό καιρό να καταλάβω γιατί άρεσα κι εγώ στον Σάιμον. Παρέπαιε κι εκείνος ανάμεσα σε διάφορες αγάπες. Μία πρώην του που έκανε διδακτορικό στην αγγλική λογοτεχνία δεν ήξερε ποιος ήταν ο Στάλιν. Ούτε και ο Μάο, όπως μου αποκάλυψε χρόνια αργότερα. Μπορεί να μην ήμουν τέλεια, αλλά ήξερα τα ονόματα όλων των μεγάλων δικτατόρων του 20ού αιώνα. «Ξέρω γιατί είμαι μαζί σου», του είπα μία νύχτα στο κρεβάτι. «Γιατί είσαι ενήλικος». «Το ξέρω», απάντησε, και γύρισε να κοιμηθεί.