Στον κόσμο του σύγχρονου dating, συνεχώς εμφανίζονται νέοι όροι που περιγράφουν συμπεριφορές και τάσεις στις σχέσεις. Ο πιο πρόσφατος είναι το «Shrekking», εμπνευσμένος από τον γνωστό πράσινο ήρωα κινουμένων σχεδίων, Σρεκ. Η ιδέα πίσω από τον όρο είναι η επιλογή ενός συντρόφου που θεωρείται «λιγότερο ελκυστικός» ή «κάτω από τα στάνταρ» του ατόμου που τον επιλέγει, με την ψευδαίσθηση ότι έτσι θα έχει τον έλεγχο στη σχέση και δεν θα πληγωθεί.
Αν και σε πρώτη ανάγνωση μπορεί να φαίνεται απλώς σαν μια περίεργη ερωτική στρατηγική, το Shrekking βασίζεται σε στερεότυπα και κοινωνικές προκαταλήψεις γύρω από την εμφάνιση, την ηλικία ή την κοινωνική θέση. Ουσιαστικά στηρίζεται στην αντίληψη ότι υπάρχει «ιεραρχία ελκυστικότητας», κάτι που όχι μόνο υποτιμά τον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντι, αλλά συχνά οδηγεί και σε αντίθετο αποτέλεσμα: την απόρριψη από εκείνον που θεωρήθηκε «ασφαλής επιλογή».

Οι ειδικοί στις σχέσεις επισημαίνουν ότι το να βάζεις την εμφάνιση χαμηλότερα στη λίστα προτεραιοτήτων δεν είναι από μόνο του προβληματικό. Το τοξικό στοιχείο προκύπτει όταν συνδέεται με την ψευδαίσθηση ότι ο «λιγότερο ελκυστικός» σύντροφος θα προσφέρει περισσότερη αφοσίωση ή καλύτερη μεταχείριση. Όπως σημειώνουν ψυχολόγοι και dating coaches, δεν υπάρχει καμία απολύτως σύνδεση ανάμεσα στην εξωτερική εμφάνιση και στον σεβασμό, την καλοσύνη ή την ικανότητα για ουσιαστική σύνδεση.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Το Shrekking δεν προσφέρει καμία εγγύηση συναισθηματικής ασφάλειας· αντίθετα, συχνά καταλήγει σε μεγαλύτερη απογοήτευση. Το άτομο που «Shrekkάρει» ή «Shrekkάρεται» μπορεί να βιώσει απώλεια αυτοπεποίθησης, σύγχυση και δυσκολία να εμπιστευτεί ξανά σε μελλοντικές σχέσεις.
Το Shrekking μπορεί να είναι ο τελευταίος viral όρος στον χώρο του dating, όμως στην ουσία του κρύβει παλιά και προβληματικά στερεότυπα. Αντί να επενδύουμε σε τακτικές που υποτιμούν τον εαυτό μας και τους άλλους, αξίζει να επενδύουμε σε σχέσεις που βασίζονται στην αληθινή επικοινωνία, στον σεβασμό και στη γνήσια έλξη — είτε αυτή είναι εσωτερική είτε εξωτερική.