Τα γεγονότα που παρουσιάζονται στην παράσταση «Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν», που παρακολουθούμε αυτή την περίοδο στο Θέατρο Εν Αθήναις, σε σκηνοθεσία των Δημήτρη Καρατζιά και Μάνου Αντωνιάδη, βασισμένη στην ομώνυμη νουβέλα του Horace McCoy, μοιάζουν τόσο εξωφρενικά ώστε δίνουν την εντύπωση ότι αποτελούν προϊόν μυθοπλασίας. Κι όμως είναι αληθινά, όπως και το ίδιο το θέαμα που τα πλαισιώνει: οι μαραθώνιοι χορού που μεσουρανούσαν στις ΗΠΑ στην εποχή του Μεσοπολέμου.
Σήμερα ο όρος «μαραθώνιος χορού» χρησιμοποιείται για πολύωρες εκδηλώσεις που συνήθως διοργανώνονται για φιλανθρωπικό σκοπό. Αλλά στις αρχές του προηγούμενου αιώνα είχε μια εντελώς διαφορετική σημασία: οι μαραθώνιοι χορού διαρκούσαν εβδομάδες, έως και μήνες. Και καθώς τα ζευγάρια που συμμετείχαν είχαν θεατές και χορηγούς, θεωρούνται προάγγελος των σημερινών ριάλιτι.
Σήμερα ο όρος «μαραθώνιος χορού» χρησιμοποιείται για πολύωρες εκδηλώσεις που συνήθως διοργανώνονται για φιλανθρωπικό σκοπό. Αλλά στις αρχές του προηγούμενου αιώνα είχε μια εντελώς διαφορετική σημασία: οι μαραθώνιοι χορού διαρκούσαν εβδομάδες, έως και μήνες. Και καθώς τα ζευγάρια που συμμετείχαν είχαν θεατές και χορηγούς, θεωρούνται προάγγελος των σημερινών ριάλιτι.
Η ιδέα γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1920, από μια δασκάλα χορού της Νέας Υόρκης, την Alma Cummings, που επιδίωξε να σπάσει το παγκόσμιο ρεκόρ της μεγαλύτερης διάρκειας συνεχόμενου χορού, σύμφωνα με την ειδησεογραφική πλατφόρμα JStor Daily. Άρθρο της εποχής που είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα The News-Journal γράφει ότι η Cummings άρχισε να χορεύει στις 31 Μαρτίου 1923 στις επτά το απόγευμα και συνέχισε ασταμάτητα για τις επόμενες 27 ώρες, ενώ έπαιρνε δυνάμεις από φρούτα, ξηρούς καρπούς και μη αλκοολούχα μπίρα και έβγαζε νοκ-άουτ τον έναν παρτενέρ μετά τον άλλον – συνολικά, άλλαξε έξι συνοδούς.
Έτσι ξεκίνησαν οι μαραθώνιοι χορού, ως ένα μέσο ψυχαγωγίας που διαδόθηκε στην αμερικανική επαρχία αρχικά, το οποίο συνδύαζε τον ομαδικό χορό με το βαριετέ, με αθλήματα και με άλλες δραστηριότητες όπου η διασκέδαση συνυπήρχε με τον ανταγωνισμό. Τα επόμενα χρόνια όμως, ειδικά στην εποχή της Μεγάλης Ύφεσης στην Αμερική (1929–1939) –μια δεκαετία οικονομικής εξαθλίωσης, φτώχειας, ανεργίας, μετανάστευσης, κοινωνικής απόγνωσης και βαθιάς αλλαγής– πήραν διαφορετικό χαρακτήρα. Μετά το Χρηματιστηριακό Κραχ του 1929, εκατοντάδες τράπεζες πτώχευσαν και εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τις αποταμιεύσεις τους. Χιλιάδες επιχειρήσεις χρεοκόπησαν, βιομηχανίες κατέρρευσαν και εργοστάσια σταμάτησαν την παραγωγή τους. Οι αγρότες εξαθλιώθηκαν, οι μισθοί έπεσαν στο μισό και η ανεργία εκτινάχθηκε στο 25%. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι γυρνούσαν από πόλη σε πόλη αναζητώντας οποιαδήποτε εργασία. Έφτιαχναν παραγκουπόλεις και ολόκληρες οικογένειες έμεναν για χρόνια σε τενεκεδόσπιτα, λιμοκτονώντας και πεθαίνοντας από υποσιτισμό.
Μετά το Χρηματιστηριακό Κραχ του 1929, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι γυρνούσαν από πόλη σε πόλη αναζητώντας οποιαδήποτε εργασία. Έφτιαχναν παραγκουπόλεις και ολόκληρες οικογένειες έμεναν για χρόνια σε τενεκεδόσπιτα, λιμοκτονώντας και πεθαίνοντας από υποσιτισμό.
Κάποιοι επιχειρηματίες τότε, εκμεταλλευόμενοι την οικονομική κρίση, μετέτρεψαν αυτούς τους χορούς σε άκρως κερδοφόρα επιχείρηση. Για να προσελκύουν διαγωνιζόμενους, κυρίως ανέργους και φτωχούς που προσπαθούσαν να επιβιώσουν κυνηγώντας μια θέση στο λεγόμενο αμερικάνικο όνειρο, παρείχαν δωρεάν διαμονή, φαγητό και μια σχετική ιατρική περίθαλψη. Πολλοί από τους συμμετέχοντες αποκτούσαν χορηγούς, οι οποίοι, για να εξασφαλίσουν τη διαφήμιση των προϊόντων τους, έφταναν στο σημείο να τους ταΐζουν ακόμη και 12 φορές την ημέρα, ελπίζοντας ότι με αυτό τον τρόπο τούς έδιναν περισσότερη ενέργεια. Αυτό έκανε τη συμμετοχή στους μαραθώνιους χορού ακόμα πιο περιζήτητη, καθώς ελάχιστοι είχαν τη δυνατότητα να τρώνε τόσο πλουσιοπάροχα την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης. Άλλοι, όπως συμβαίνει και στα ριάλιτι, δεν αποσκοπούσαν μόνο στις υλικές ανταμοιβές αλλά και στη φήμη που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν ακόμα και αν δεν έβγαιναν νικητές – και, πράγματι, κάποιοι εξελίσσονταν σε δευτεροκλασάτες διασημότητες.

Στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης λοιπόν ό,τι είχε ξεκινήσει για να κάνει πιο ενδιαφέρουσες τις ράθυμες νύχτες της επαρχίας εξαπλώθηκε στις μεγάλες πόλεις των ΗΠΑ. Οι μαραθώνιοι χορού ενσωμάτωσαν περίπλοκους κανόνες με σκοπό –όπως συμβαίνει και με μια τηλεοπτική σειρά που έχει εξαντλήσει προ πολλού τη δυναμική της– η δράση να παρατείνεται όσο το δυνατόν περισσότερο. Κάποιες φορές τα ζευγάρια των χορευτών ακολουθούσαν συγκεκριμένα βήματα αλλά συνήθως ήταν αρκετό να στέκονται όρθια και να βρίσκονται σε κίνηση, με σύντομα διαλείμματα για ξεκούραση και άλλες ζωτικές ανάγκες. Όποτε, συχνά, κατέρρεε κάποιος παρτενέρ από την εξάντληση, ο άλλος καλείτο, για να μην αποκλειστούν μαζί, να σηκώσει το βάρος του για όσο περισσότερο μπορούσε, χωρίς να σταματήσει να χορεύει. Και όταν περνούσε αρκετός χρόνος χωρίς να βγει νοκ-άουτ κανένα ζευγάρι, οι διοργανωτές σκαρφίζονταν επιπλέον δοκιμασίες για να εξουθενώσουν τους παίκτες, όπως αγώνες sprint ή στις μύτες των ποδιών.

Οι θεατές πλήρωναν είκοσι πέντε με πενήντα σεντς ώστε να εξασφαλίσουν όχι μόνο την είσοδό τους στο δημοφιλές θέαμα αλλά και ένα είδος εξουσίας πάνω στους διαγωνιζόμενους – για παράδειγμα, βάζοντας στοιχήματα και ποντάροντας στα φαβορί σαν να ήταν άλογα κούρσας, ή φλερτάροντας με τους πιο γοητευτικούς χορευτές που διεκδικούσαν την εύνοιά τους. Σύμφωνα με τον διοργανωτή Richard Elliott, οι θεατές συνέρρεαν για να παρακολουθήσουν τους διαγωνιζόμενους «να υποφέρουν, περιμένοντας να δουν αν θα τα κατάφερναν εκείνοι που είχαν ξεχωρίσει ή πότε θα κατέρρεαν από την κούραση».
Οι θεατές ήταν αρκετό να πληρώσουν είκοσι πέντε με πενήντα σεντς ώστε να εξασφαλίσουν όχι μόνο την είσοδό τους στο δημοφιλές θέαμα αλλά και ένα είδος εξουσίας πάνω στους διαγωνιζόμενους.
Η πιο ήπια συνέπεια που θα μπορούσε να έχει κάποιος από την ακραία σωματική καταπόνηση ενός μαραθωνίου χορού ήταν μώλωπες και πληγές σε ολόκληρο το σώμα. Αλλά η παρουσία νοσηλευτών στην ομάδα της διοργάνωσης επιβεβαιώνει ότι υπήρχαν και πολύ πιο σοβαροί κίνδυνοι. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μια κωμωδία του 1933 με τίτλο «Hard to Handle» μια γυναίκα από το κοινό, ενώ κάνει αέρα στον εαυτό της για να δροσιστεί, σχολιάζει: «Πώπω, πρέπει να περιμένεις πολύ μέχρι κάποιος να πέσει νεκρός».

Για την παράσταση «Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν»
1932, στην Αμερική της Μεγάλης Ύφεσης. Σε μια αποβάθρα αναψυχής, στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνια, δίπλα στο Χόλιγουντ, ένας ακόμη μαραθώνιος χορού ξεκινάει. Δεκάδες νέοι, φτωχοί, άνεργοι και άστεγοι, θύματα της κρίσης που μαστίζει τη χώρα, διεκδικούν μια θέση. Κίνητρο το μεγάλο έπαθλο αλλά και η δωρεάν διαμονή και διατροφή για όσο κρατήσει ο χορός. Στόχος ένα καλύτερο μέλλον, μια πιο ανθρώπινη ζωή και γιατί όχι, μια καριέρα στον κινηματογράφο. Το αμερικάνικο όνειρο.
Οι κανόνες του μαραθωνίου, σκληροί και αδυσώπητοι. Οι διαγωνιζόμενοι πρέπει με κάθε τρόπο να παραμείνουν όρθιοι, χορεύοντας αδιάκοπα, με ελάχιστα διαλείμματα, για μέρες, εβδομάδες, μήνες, μέχρι τελικής κατάρρευσης. Νικητής, το τελευταίο ζευγάρι που θα κρατηθεί όρθιο.

Για 52 μέρες, παρακολουθούμε τις ιστορίες δώδεκα συμμετεχόντων και των διοργανωτών του διαγωνισμού. Από την μία, οι ζωές, τα όνειρα, οι ελπίδες, οι προσπάθειες, οι αποτυχίες και από την άλλη η εκμετάλλευση της ανθρώπινης ανάγκης, η εξαθλίωση ως ψυχαγωγία και η απελπισία ως θέαμα. Άνθρωποι που ωθούνται πέρα από τα σωματικά και ψυχικά τους όρια προς τέρψιν του κοινού.
Το «They Shoot Horses, Don’t They?» παρουσιάστηκε στον κινηματογράφο σε σκηνοθεσία Sydney Pollack, με τους Jane Fonda, Gin Young, Michael Sarrazin, Susannah York κ.ά. Απολογισμός, 25 υποψηφιότητες και 11 διακρίσεις σε Όσκαρ, Bafta, Χρυσές Σφαίρες και άλλα βραβεία.

Info
«Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν», Κάθε Σάββατο και Κυριακή στις 20:30, διάρκεια: 150′ (με 10΄ διάλειμμα), στο Θέατρο Εν Αθήναις, Ιάκχου 19, Γκάζι, Αθήνα. Πληροφορίες (11:00 – 14:00 & 17:00 – 21:00): 213 0356472, 6951 832070, προπώληση εισιτηρίων: www.more.com
-Η παράσταση είναι ακατάλληλη για ανηλίκους (σκληρό λεξιλόγιο, γυμνό, σκηνές βίας & σεξ).
-Μετά την έναρξη της παράστασης δεν επιτρέπεται η είσοδος στην αίθουσα.
Ταυτότητα
Συγγραφέας: Horace McCoy. Μετάφραση, διασκευή: Δημήτρης Καρατζιάς – Μάνος Αντωνιάδης. Σκηνοθεσία, δραματουργική επεξεργασία: Δημήτρης Καρατζιάς. Πρωτότυπη μουσική / Ηχητικό τοπίο / Τραγούδια – Στίχοι: Μάνος Αντωνιάδης. Σκηνικά – Κοστούμια: Γιώργος Λυντζέρης. Σχεδιασμός φωτισμών: Βαγγέλης Μούντριχας – Σεμίνα Παπαλεξανδροπούλου. Χορογράφος: Ναταλία Βαγενά. Φωτογραφίες promotion: Νίκος Ζαχαρόπουλος. Βοηθός Φωτογράφου: Όλγα Ανδιάρη. Φωτογραφίες παράστασης: Χριστίνα Φυλακτοπούλου. Αφίσα: Γιάννης Κεντρωτάς. Trailer : ORKI Productions. Βοηθοί Σκηνοθέτη: Λάμπρος Τζώρας, Ελένη Μαζνώκη. Κατασκευή μάσκας: Ελένη Σουμή. Μοδίστρα: Trungel -Nagy Mònika. Εκτυπώσεις / Στάμπες: NtsPrints. Πρόγραμμα παράστασης / κείμενο: Εκδόσεις Αιγόκερως. Επικοινωνία / Προώθηση παράστασης: Νταίζη Λεμπέση. Οργάνωση παραγωγής: Δήμητρα Γεωργοπούλου. Παραγωγή: ΤΕΑΜ VAULT ΑΜΚΕ. Παίζουν: Νίκος Ιωαννίδης, Γιώργος Σεϊταρίδης, Τριανταφυλλιά Ταμπαλιάκη, Ορνέλα Λούτη, Δήμητρα Κολλά, Νικόλας Μπράβος, Στέφανος Κακαβούλης, Χριστίνα Σαμπανίκου, Σωτήρης Μεντζέλος, Αντώνης Αντωνίου, Θάνος Κρομμύδας, Αγάπη Παπαθανασιάδου, Ευάγγελος Ανδρέας Εμμανουήλ, Όλγα Θανασιά, Αλεξάνδρα Γαϊδατζή, Παρασκευή Αλίρη και η Γιάννα Σταυράκη. Θερμές ευχαριστίες για την πολύτιμη βοήθεια τους στους: Βίκυ Σδούγκου (Βεστιάριο Gardaroba), Γιάννη Οικονομίδη (παντομίμα), Γιώργο Νικολαΐδη (κομμώσεις), Κατερίνα Καρατζιά (μακιγιάζ) και Κωνσταντίνο Θεοδωρακάκη (παρασκήνιο).



