Κάνει πολλά πράγματα ταυτόχρονα και, όπως λέει, σχεδόν πάντα κατηγορεί τον εαυτό της όταν δεν τα προλαβαίνει όλα. «Θεωρώ ότι πρέπει να είμαστε ενημερωμένοι», μου λέει η Billie Kark ένα συννεφιασμένο πρωινό στο καφέ του Μουσείου Μπενάκη. «Για παράδειγμα, όταν υπάρχει ένας πόλεμος δίπλα στο σπίτι σου, θέλεις να ξέρεις τι συμβαίνει. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω ότι είναι πιο ευτυχισμένοι οι άνθρωποι που ζουν σε ένα χωριό και δεν έχουν τόσο συχνή επαφή με τη φασαρία της πληροφορίας».
Η Βασιλεία, που τα τελευταία δύο χρόνια συστήθηκε δυναμικά στη χορευτική σκηνή με το «Πάρτυ» της, δεν πιστεύει ότι είναι φυσιολογικό για τον άνθρωπο να γνωρίζει καθημερινά τόση βία και να συνεχίζει να ζει σαν να μπορεί να τη διαχειριστεί. «Δεν πιστεύω ότι είμαστε ικανοί να χειριστούμε όλη αυτή την πληροφορία. Ζούμε σε μια πολύ πιεστική, μεταβατική φάση, όπου πρέπει να κάνουμε ένα τεράστιο άνοιγμα στον εγκέφαλό μας για να χωρέσουμε όσα συμβαίνουν. Είναι λογικό να καταρρέει. Νιώθω ότι η εποχή μας μάς κακοποιεί εγκεφαλικά. Δεν είναι παράλογο που σε μια εποχή που, θεωρητικά, κάποια ζητήματα ασφάλειας είναι λυμένα, πολλές γυναίκες δεν νιώθουν πια την ανάγκη να κάνουν παιδιά; Πρέπει να κακοποιήσεις πάρα πολύ ένα θηλαστικό για να μη θέλει να αναπαραχθεί».

Έχει ενδιαφέρον αυτό που λες για τη μητρότητα. Το συζητάμε συχνά στο Marie Claire, γιατί παρατηρούμε ότι σήμερα η υπεράσπισή της έχει δυσκολέψει.
Φροντίζω τα ζώα, τους ανθρώπους μου, έχω μέσα μου αυτό το ένστικτο της φροντίδας, αλλά δεν είχα ποτέ τη λαχτάρα να κάνω ένα δικό μου παιδί, «να αναπαραχθώ». Ενδεχομένως να ήθελα πολύ να υιοθετήσω, να μεγαλώνω και να φροντίζω έναν άνθρωπο. Αλλά κάπου κολλάω με το ότι αυτόν τον άνθρωπο θα τον έχω φτιάξει εγώ και θα είμαι υπεύθυνη για την παρουσία του στον πλανήτη. Άρα θα είμαι υπεύθυνη και για ό,τι κακό τού συμβεί στη ζωή. Το μέλλον είναι τόσο αβέβαιο. Κι αν δεν έχουμε νερό να πιούμε σε 40 χρόνια; Κι αν καταστραφεί ο πλανήτης; Πώς θα ζήσω με την ενοχή ότι δημιούργησα μια ζωή για να υποφέρει; Είναι ένα τεράστιο ηθικό δίλημμα. Άσε που δεν υπάρχει ουσιαστική βοήθεια για τις γυναίκες που θέλουν να κάνουν παιδιά. Οι άντρες συχνά θέλουν παιδιά πιο εύκολα, γιατί η πατρότητα δεν αλλάζει τη ζωή τους. Πραγματικά θεωρώ ότι η γυναίκα είναι το μέλλον του κόσμου, γιατί έχει αυτή την ικανότητα. Είμαστε ό,τι πιο κοντά υπάρχει στον Θεό, αν υπάρχει Θεός. Για μένα ο Θεός είναι γυναίκα. Θα έπρεπε να είμαστε το άλφα και το ωμέγα της κοινωνίας και να υπάρχει τεράστια βοήθεια γύρω από αυτό. Είναι η συνέχεια της ζωής.
Πιστεύω ότι υπάρχει αυτό το μένος: «Είναι και γυναίκα και τα καταφέρνει». Το έχω δει σε όλους τους χώρους. Αλλά δεν μπορώ να δώσω σημασία στο παράλογο.
Αναρωτιέμαι αν όλες αυτές οι σκέψεις σε οδήγησαν στη δημιουργία του άλμπουμ σου, που έχει τον τίτλο «Έρεβος».
Αυτό είναι το «Έρεβος: Η κοιλιά της μητέρας είναι το απόλυτο σκοτάδι, η απόλυτη μήτρα, μέσα στην οποία γεννιέται ο κόσμος. Στο κεφάλι μου το είχα όντως σαν μήτρα, γιατί είναι βασισμένο στη Θεογονία του Ησιόδου. Αυτό ήταν το concept: το «Έρεβος» ως αυτό από το οποίο προερχόμαστε όλοι και στο οποίο επιστρέφουμε όλοι. Η αφετηρία γίνεται προορισμός. Είναι το σημείο μηδέν, αλλά και το σημείο «τα πάντα», το άπειρο, ο χωροχρόνος, το σημείο όπου, όταν κλείνεις τα μάτια σου σε μια στιγμή διαλογισμού, βρίσκεσαι πάλι εκεί. Είναι, με έναν τρόπο, ο κόσμος των ιδεών, όπως έλεγε ο Πλάτωνας – ότι οι ψυχές πάνε εκεί, έρχονται από εκεί και επιστρέφουν πάλι εκεί. Εμένα μου άρεσε πολύ αυτός ο συμβολισμός: ότι από το σκοτάδι γεννιούνται όλα και χωρίς το σκοτάδι δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα.
Μου αρέσει επίσης η ιδέα της ενδελέχειας, γιατί δεν υπάρχει καμία διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε όλα τα πράγματα γύρω μας. Στη δική μου οντολογία, εγώ και εσύ δεν είμαστε δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.

Δεν πιστεύεις στο καλό και στο κακό;
Όχι. Βαθιά, ιδεολογικά, δεν πιστεύω στο καλό και στο κακό. Στην καθημερινότητα, βέβαια, θα σου πω: είναι κακό να είσαι μαλάκας. Αλλά πιστεύω πολύ στο γιν και το γιανγκ. Σε κάτι αλληλένδετο, όχι αντιθετικό. Όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο βλέπω ότι η πραγματικότητα αλλάζει ανάλογα με τη σκοπιά από την οποία την κοιτάς. Ποιος είναι αυτός που θα πει τι είναι καλό και τι είναι κακό; Πιστεύω ότι υπάρχει ένα βαθύτερο νόημα και ότι όλα αυτά που σκεφτόμαστε και ζούμε κάθε μέρα είναι τελικά ασήμαντα.
Γι’ αυτό γράφεις μουσική;
Θεωρώ ότι κάνω μουσική απλώς επειδή δεν μπορώ να μην κάνω μουσική. Είναι σαν κάτι που πρέπει να βγει από το σώμα μου. Έτσι είναι για μένα η μουσική. Κάπως διοχετεύεται όλη αυτή η σκέψη που έχω μέσα στο κεφάλι μου και όλο αυτό το συναίσθημα. Βέβαια, δεν ζω συνέχεια σε αυτό το σύμπαν. Δεν μπορώ να ζω τη ζωή μου βασισμένη σε μια ιδεολογία που δεν εφάπτεται με την πραγματικότητα. Κάθε πρωί πρέπει να ξυπνήσω και να βρω τι θα φάω, πώς θα επιβιώσω, πώς θα μετακινηθώ. Θα ήταν πολύ ωραίο να ζούσα μόνο σε αυτό το υπαρξιακό σύμπαν, αλλά δεν γίνεται.
Το «Μοιρολόι» είναι γραμμένο για τα Τέμπη. Για το τι σημαίνει ο χαμός ενός παιδιού για τη μάνα του.
Πόσο εύκολο είναι για μια νέα γυναίκα να υπάρχει στον μικρόκοσμο του ηλεκτρονικού ήχου;
Πολλές φορές νιώθω πολύ «γλυκούλα», πολύ soft. Έχω αυτή την αίσθηση ότι αυτό που φτιάχνω δεν είναι τόσο groovy ή catchy.
Το νιώθεις εσύ ή σε κάνουν να το νιώθεις;
Επειδή είμαι εγώ η παραγωγός των κομματιών μου, έχω δει πολλές φορές έκπληξη στο πρόσωπο κάποιου: «Έλα, ρε, σοβαρά μιλάς; Εσύ τα φτιάχνεις;». Λες και είμαι ικανή μόνο να είμαι το πρόσωπο. Θυμάμαι κάποια στιγμή, ήμουν πάνω στη σκηνή και ένας τύπος ρώτησε τον ηχολήπτη μου αν είναι αυτός που έχει κάνει τα πάντα και αν εγώ είμαι απλώς το κοριτσάκι με το μικρόφωνο. Παρ’ όλα αυτά, δεν μου είναι δύσκολο, γιατί πλέον τα έχω βρει με αυτό το κομμάτι. Δεν έχω ανάγκη να αποδείξω τίποτα σε κανέναν. Ξέρω πολύ καλά τι κάνω, τι έχω μέσα μου και πορεύομαι βάσει αυτού. Πιστεύω ότι υπάρχει αυτό το μένος: «Είναι και γυναίκα και τα καταφέρνει». Το έχω δει σε όλους τους χώρους. Αλλά δεν μπορώ να δώσω σημασία στο παράλογο. Έχω βρει ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζομαι και οι οποίοι όχι μόνο δεν με κάνουν να νιώθω έτσι, αλλά με κάνουν να νιώθω και πολύ ξεχωριστή. Όπου κοιτάς, εκεί θα πας. Αν κοιτάς να παρεξηγηθείς και να νιώσεις μειονεκτικά για τον εαυτό σου, θα σου συμβεί. Αν δεν το θες, το αγνοείς και περνάει.
Η ηλεκτρονική μουσική ήταν κάποτε συνδεδεμένη με ανθρώπους που μπορεί να μη γνωρίζονταν, αλλά χόρευαν μαζί. Πιστεύεις ότι αυτό έχει χαθεί;
Στην επαφή μεταξύ μας, ναι, σίγουρα. Ξέρεις ότι το κοινό μου από 40 έως 60 είναι μεγαλύτερο από το κοινό 15 έως 25; Έχω πολλούς ανθρώπους αυτής της γενιάς, που πρόλαβαν την ηλεκτρονική μουσική στα πρώτα της χρόνια, και έρχονται στα live και μου λένε: «Η μουσική σου με κάνει να θυμάμαι τα πάρτι στα οποία πηγαίναμε, που γινόμασταν όλοι μια αγκαλιά». Εγώ δεν έχω ζήσει κάτι άλλο, οπότε μπορώ να σου απαντήσω μόνο μέσα από περιγραφές και μέσα από αυτό που βλέπω σήμερα. Είναι και η γενιά μου στο κοινό μου. Απλώς ενδεχομένως η μουσική που κάνω αυτή τη στιγμή δεν είναι τόσο popular. Και δεν με ενδιαφέρει να είναι κάτι popular. Πιστεύω ότι κάνω κάτι εκλεκτό. Δεν χρειάζεται να αρέσει σε όλους. Οπως δεν αρέσει σε όλους το χαβιάρι.
Τι έχουμε χάσει στον τρόπο με τον οποίο ακούμε μουσική;
Την ικανότητά μας να ακούμε σε βάθος. Τα τραγούδια πλέον είναι μικρότερα από τρία λεπτά. Έχουν γίνει σαν προϊόν που αγοράζεις από ένα ράφι. Έχουν γίνει χαλί για το TikTok και το Instagram. Πρέπει να είναι στιγμιαία, να έχουν ένα catchy σημείο, όχι απαραίτητα να σου δημιουργούν ένα συναίσθημα.

Στο «Αλησμονώ» μιλάς για τη λήθη και την απώλεια. Υπάρχει κάτι που φοβάσαι να ξεχάσεις;
Κάποιες φορές ξεχνάω από πού πραγματικά προέρχομαι και τι θέλω από τη ζωή. Μπλέκω στο hustling, στο να κάνω το επόμενο πράγμα, στο πώς θα πετύχω περισσότερο. Και ξεχνάω ότι είμαι πιο ευτυχισμένη όταν είμαι σε ένα ήσυχο περιβάλλον με ανθρώπους που αγαπώ. Οι άνθρωποί μου και η ηρεμία μου είναι τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή. Αυτό φοβάμαι να ξεχάσω: να μην κάνω προτεραιότητα κάτι που δεν είμαι εγώ.
Ξέρεις ότι το κοινό μου από 40 έως 60 είναι μεγαλύτερο από το κοινό 15 έως 25; Έχω πολλούς ανθρώπους αυτής της γενιάς, που πρόλαβαν την ηλεκτρονική μουσική στα πρώτα της χρόνια, και έρχονται στα live και μου λένε: «Η μουσική σου με κάνει να θυμάμαι τα πάρτι στα οποία πηγαίναμε, που γινόμασταν όλοι μια αγκαλιά»
Με τι σκεπτικό δημιουργήθηκε το «Μοιρολόι» και γιατί έμπλεξες το παραδοσιακό στοιχείο;
Το «Μοιρολόι» είναι γραμμένο για τα Τέμπη. Για τον χαμό του παιδιού για μια μάνα. Και όχι μόνο για τα Τέμπη, αλλά για όλα τα παιδιά που έχουν χαθεί τα τελευταία χρόνια, στην Ελλάδα και αλλού. Είναι το κομμάτι που ήθελα περισσότερο να κάνω σαν δώρο σε κάποια γυναίκα, σε κάποιον γονιό που έχει ζήσει έναν τέτοιο χαμό. Κάποιες φορές με έχει απασχολήσει πώς μπορώ να πειράξω κάτι τόσο πολύτιμο και να το κάνω δικό μου. Και το ξεπερνάω με τη σκέψη ότι παράδοση σημαίνει κάτι που μου έχει παραδοθεί. Άρα μου ανήκει κι εμένα. Αυτό που θα κάνω εγώ με την κληρονομιά μου είναι δικό μου θέμα. Με ενοχλεί όταν λέμε ότι η παράδοση είναι κάτι αναλλοίωτο που πρέπει να διαφυλάξουμε. Καλά κάνουν και υπάρχουν θεσμοί, όπως το Λύκειο των Ελληνίδων, που έχουν κάνει τεράστιο έργο στη διατήρηση. Αλλά η παράδοση είναι ζωντανό πράγμα. Είναι ο πολιτισμός μας και πρέπει να τον εξελίξουμε. Πρέπει κι εμείς με τη σειρά μας να παραδώσουμε κάτι.
Σκέφτομαι την παράδοση σαν έναν παππού που κάθεται σε μια καρέκλα και πάμε και του μιλάμε με σεβασμό, πολύ σοβαρά. Υπάρχει ένα δέος γύρω από την προσωπικότητά του. Πιστεύω όμως ότι ο παππούς βαριέται. Όλοι θέλουν τη νεότητα και τη φρεσκάδα. Πιστεύω ότι ο παππούς θα προτιμούσε να του πει ένα παιδάκι: «Έλα, παππού, θες να χορέψουμε;».



