Από τη Βιβή Μωραΐτου
Αν και εξαντλημένη, η δροσερή φωνή της πρόδιδε μόνο χαρά και ενθουσιασμό! Είχε μόλις επιστρέψει στην Πράγα από την Αθήνα, όπου μερικές ημέρες νωρίτερα είχε εγκαινιαστεί στο Μουσείο Μπενάκη Πειραιώς 138 η αναδρομική έκθεση «Αλέξης Ακριθάκης – Μια γραμμή κύμα».
«Εντάξει… είναι ευχάριστη κούραση. Να σου πω ότι όταν κάνεις μία έκθεση, είναι σαν να έχεις γεννήσει ένα παιδί, που όμως έχει ήδη μεγαλώσει και ενηλικιωθεί σε μια μέρα. Δηλαδή, έχει φύγει στον κόσμο – και τώρα είναι εκεί έξω για να το χαρούνε οι άλλοι. Και είναι κάπως σαν να ξεφουσκώνεις. Αλλά έχει τόσο μεγάλη και θετική απήχηση η έκθεση, και ο κόσμος έρχεται και χαίρεται, έρχονται και τα παιδάκια και είναι πολύ όμορφα να είσαι εκεί και να το βλέπεις αυτό!», περιγράφει η Χλόη Ακριθάκη.
«Στην προκειμένη περίπτωση έχουμε έναν καλλιτέχνη, με πραγματικά πολύ δυνατό και ολοκληρωμένο έργο, και θέλαμε ο καλλιτέχνης να μιλήσει μόνος του. Γι’ αυτό και επιλέξαμε ακόμη και το κείμενο του τοίχου να είναι δικό του». Ωστόσο, η παρουσία της Χλόης στην έκθεση είναι αισθητή από την επιλογή του τίτλου της κιόλας, (αφού πρόκειται για δική της παιδική φράση ηχογραφημένη από τον πατέρα της), αλλά και σε αρκετά έργα, από τα 250, που εκτίθενται.
Η εικαστική φωτογράφος, κληρονόμος και ιδρύτρια του Αρχείου Ακριθάκη (akrithakis.com), επιμελήθηκε την έκθεση δουλεύοντας «με ένα super team, ξεκινώντας από τον Αλέξιο Παπαζαχαρία, με τον οποίο αλληλοσυμπληρωνόμαστε, καθότι εγώ ξέρω τον Ακριθάκη όπως κανείς, βλέπω δηλαδή εκ των έσω, ενώ εκείνος δεν τον γνώρισε -δεν έχει δει καν τις προηγούμενες αναδρομικές εκθέσεις- και αυτό το δίπολο λειτουργεί πολύ καλά. Εχω πάντα συνεργάτες. Μου κάνει κι εμένα καλό να δουλεύω με κάποιον με διαφορετικό background όπως π.χ. φιλοσοφία ή ιστορία της τέχνης – εγώ είμαι πιο πρακτική. Μέσα από αυτή τη διαδικασία έχω γνωρίσει πραγματικά αξιόλογους ανθρώπους και με έχει πάει την ίδια ως άνθρωπο πιο πέρα. Και φυσικά να πω για την άψογη συνεργασία με το Μπενάκη».
Αυτή η συνεργασία μετράει αρκετά χρόνια, αφού το 2019 το Μουσείο Μπενάκη Ελληνικού Πολιτισμού φιλοξένησε την έκθεση «Αλέξης Ακριθάκης – Τσίκι-τσίκι», ενώ στους τοίχους του καφέ-εστιατορίου αναβιώνει η ιστορία του «Fofi’s Estiatorion», που είχε η μητέρα της Φώφη, στη Fasanenstrasse 70 στο Βερολίνο (και οι δύο σε συνεπιμέλεια με τον Αλέξιο Παπαζαχαρία). Από το 1977 έως το 1995 ο χώρος ήταν πόλος έλξης προσωπικοτήτων της διεθνούς σκηνής των εικαστικών, του θεάτρου, της λογοτεχνίας, της μουσικής, της μόδας, του κινηματογράφου, αλλά και της πολιτικής. Εργα τέχνης, memorabilia, κάρτες, ντοκουμέντα και τραπεζομάντιλα με σημειώσεις και σχέδια της στιγμής εμβληματικών καλλιτεχνών συνοψίζουν 20 χρόνια πρωτοπορίας.
Οι γονείς μου ήταν δύο άνθρωποι, που πρέπει να τους τοποθετήσουμε στην εποχή τους: γεννήθηκαν το 1939, δηλαδή μέσα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μεγάλωσαν στα μεταπολεμικά χρόνια. Βρέθηκαν στην αρχή της δεκαετίας του ’60 η μητέρα μου να εργάζεται στο Λονδίνο, που ήταν κέντρο της πoπ κουλτούρας, των Beatles, των Rolling Stones, της μόδας και ο πατέρας μου στο Παρίσι της nouvelle vague και σε ένα παραδοσιακά πιο καλλιτεχνικό περιβάλλον. Ήταν μέρος μιας επαναστατικής εποχής.
Tον Απρίλιο του 2025 το κτίριο του Μουσείου στην Πειραιώς φιλοξένησε την έκθεση της Χλόης «Συναντήσεις», σε επιμέλεια Κατερίνας Κοσκινά, όπου η φωτογράφος συναντά Ελληνες εικαστικούς στο χώρο δουλειάς τους μέσα από μια πολύ ιδιαίτερη φωτογραφική προσέγγιση εξαιρετικής ευαισθησίας. Πρόκειται για ένα ongoing project, με στόχο σε βάθος χρόνου να συγκεντρώσει αρκετό υλικό ώστε να συνθέσει το αρχείο μιας καλλιτεχνικής γενιάς.
Late bloomer
Χρειάζεται προσπάθεια για να επικεντρωθεί η κουβέντα μας στην ίδια. Στη δική της πορεία ζωής, καλλιτεχνική έκφραση και οπτική -αφού, πέρα από την αδιαμφισβήτητα πολυεπίπεδη επιρροή τους, η πληθωρική περσόνα της μητέρας της και η εκρηκτική του πατέρα της είναι αναπόσπαστο κομμάτι της, αλλά και των σχεδίων της- η Χλόη Ακριθάκη είχε βάλει την καριέρα της σε παύση για να κάνει focus στο project οικογένεια και στα τρία παιδιά που είχε ήδη αποκτήσει στα 30 της.
«Για μένα η τέχνη και τα παιδιά είναι πράγματα που χρειάζονται αγάπη, αφοσίωση και χρόνο. Θα μου ήταν πολύ δύσκολο να κάνω και τα δύο συγχρόνως. Θαυμάζω αφάνταστα τις γυναίκες που το μπορούν. Αφού μεγάλωσαν τα παιδιά και απέκτησα το δικό μου χρόνο, μπόρεσα να ασχοληθώ με τη δουλειά μου έτσι όπως θέλω εγώ – γιατί όταν έχω μια ιδέα ή ένα project δεν υπάρχει ωράριο», εξηγεί. Αυτή τη στιγμή τα παιδιά της είναι διασκορπισμένα στο εξωτερικό, ο γιος της είναι επαγγελματίας μουσικός και μία από τις κόρες της έχει ένα μωρό, που τώρα κοντεύει τα 2 και η γιαγιά Χλόη, ενώ δεν το βλέπει όσο συχνά θα ήθελε, δηλώνει σε ετοιμότητα να βρεθεί κοντά τους για να προσφέρει τη βοήθειά της όποτε χρειαστεί.
Για τη Χλόη, που γεννήθηκε στο Βερολίνο, όπου είχαν εγκατασταθεί οι γονείς της στα τέλη της δεκαετίας του 1960, καθώς ο Ακριθάκης είχε λάβει υποτροφία από την DAAD, τη Γερμανική Υπηρεσία Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών, το να κάνει το αντίθετο από τους γονείς της ήταν «η δική μου μικρή επανάσταση. Να κάνω, δηλαδή, μια ”συντηρητική” οικογένεια», σημειώνει.
Ο συνδυασμός της μποέμ ζωής με τις αυτοκαταστροφικές επιλογές του Αλέξη και της ανάγκης να εργαστεί η Φώφη, όταν η επιδοτούμενη υποτροφία έληξε, οδηγεί το ζευγάρι στην απόφαση ότι το καλύτερο για το μωρό είναι το σταθερό και δομημένο πλαίσιο που μπορούσε να προσφέρει το σπίτι της γιαγιάς στην Αθήνα. Κι έτσι την ανατροφή της Χλόης αναλαμβάνει η μητέρα της Φώφης. «Είναι σαν να έχω εγώ τη δική μου μικρή ζωή, ενώ οι γονείς μου έχουν ο καθένας τη δική του και αυτοί οι κύκλοι τέμνονται», λέει χαρακτηριστικά.
«Οι γονείς μου ήταν δύο άνθρωποι, που πρέπει να τους τοποθετήσουμε στην εποχή τους: γεννήθηκαν το 1939, δηλαδή ουσιαστικά μέσα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μεγάλωσαν στα μεταπολεμικά χρόνια. Βρέθηκαν και οι δύο στην αρχή της δεκαετίας του ’60 -και ίσως και αυτό έχει κάποια σημασία- η μητέρα μου να εργάζεται στο Λονδίνο, που ήταν κέντρο της πoπ κουλτούρας, των Beatles, των Rolling Stones, της μόδας και ο πατέρας μου στο Παρίσι της nouvelle vague και σε ένα παραδοσιακά πιο καλλιτεχνικό περιβάλλον. Νομίζω πως δεν ήταν και εντελώς τυχαίο το ότι αυτοί οι δύο άνθρωποι γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν. Οι γονείς μου ήταν ακριβώς αυτό: μέρος μιας επαναστατικής εποχής αμφισβήτησης, όπου μέσα της γινόταν μία καινούρια αρχή και εννοείται ότι γεννήθηκαν και πολλά και διάφορα καινούρια καλλιτεχνικά ρεύματα με τα οποία ήρθαν κοντά από τη στιγμή που πήγαν στο εξωτερικό».
Ανάμεσα σε δύο κόσμους
Η Χλόη μεγαλώνει με ένα αέναο πηγαινέλα, με τις πρώτες της μνήμες να είναι μέσα από το αυτοκίνητο του πατέρα της. «Το ταξίδι ήταν οργανικό μέρος της ζωής μας. Ο πατέρας μου λάτρευε την οδήγηση – και τη γρήγορη οδήγηση. Μάλιστα, νεαρός ήταν σοφέρ ενός πιανίστα στο Παρίσι και είχε τρέξει σε ράλι. Πέρα από τις εκδρομές μαζί του, οι διακοπές μας στην Ελλάδα ήταν πάντα με αυτοκίνητο. Επίσης, πηγαίναμε και στη Γερμανία οδικώς, με τα ταξίδια αυτά, ειδικά τον χειμώνα, να διαρκούν περισσότερο από το προγραμματισμένο. Υπήρξε φορά που κάναμε μια εβδομάδα να φτάσουμε εξαιτίας της κακοκαιρίας. Είχαμε πάντα κουβέρτες στο αυτοκίνητο και μια φορά που έσπασε η εξάτμιση, ο μπαμπάς μου βρήκε κάπου μια αλυσίδα σκύλου και την έδεσε. Μια άλλη φορά, επειδή το αυτοκίνητο είχε πια παλιώσει, είχαμε ένα μηχανάκι φορτωμένο μέσα για να συνεχίσουμε το ταξίδι σε περίπτωση που το αμάξι χαλάσει. Ευτυχώς δεν χρειάστηκε», αναπολεί γελώντας με το backup plan, το οποίο όμως ο Ακριθάκης διέθετε πάντα. Αυτή η μοιρασμένη παιδική ηλικία μεταξύ «της κανονικής μου ζωής με τα άλλα παιδάκια, με τα οποία πήγαινα σχολείο στην Αθήνα, και της ζωής με τους γονείς μου στο Βερολίνο με τους μεγάλους στο εστιατόριο, όπου στο περιβάλλον δεν υπήρχαν πολλά παιδιά, έμαθα από νωρίς ότι η ταυτότητα δεν είναι σταθερή, αλλά ότι διαμορφώνεται διαρκώς. Και ίσως γι’ αυτόν το λόγο να αισθάνομαι άνετα όπου κι αν βρίσκομαι», εξηγεί σήμερα.
Στις παιδικές αναμνήσεις της Χλόης, το Δυτικό Βερολίνο με το Τείχος -σύμβολο του Ψυχρού Πολέμου- έχει χρώμα γκρίζο. «Εφερε ακόμα βαριά τα σημάδια του Πολέμου. Υπήρχαν άδεια και κατεστραμμένα κτίρια. Ολα κουβαλούσαν νωπή αυτή τη μνήμη. Το χειμώνα, όταν ερχόταν ο άνεμος από το Ανατολικό κομμάτι της πόλης, έφερνε μαζί του τη χαρακτηριστική μυρωδιά του άνθρακα που χρησιμοποιούσαν στα εργοστάσια αλλά και για θέρμανση», θυμάται σήμερα.
Μου πήρε πολλά χρόνια να αποφασίσω να παρουσιάσω δική μου δουλειά στην Ελλάδα. Έπρεπε να το δουλέψω για να φτάσω στο σημείο απλά να μη με ενδιαφέρει. Να μπορώ να είμαι εγώ και όχι η κόρη του πατέρα μου.
Έχοντας αποφοιτήσει από το Pierce College στην Αθήνα το 1987, η Χλόη έφυγε για να σπουδάσει στο Βερολίνο. «Ξεκίνησα με τη γραφιστική, αλλά δεν ήμουν πολύ ευχαριστημένη από τη σχολή μου. Μόλις είχε ανοίξει μία πολύ καινούρια, που έκανε New Media και Communication, που για τα τέλη του ’80 ήταν κάτι πολύ καινούργιο. Και λέω, πάρα πολύ ωραία, να, αυτό θα κάνω κι εγώ! Εκεί, ένα από τα μαθήματα ήταν η φωτογραφία, με την οποία δεν είχα ασχοληθεί πιο πριν, αλλά με κέρδισε. Γιατί ενώ ήμουν πάντα πολύ κοινωνική (και ειδικά τότε στο Βερολίνο, που ήμουν συνέχεια μέσα στο εστιατόριο της μητέρας μου και διαρκώς με κόσμο), βρήκα στη φωτογραφία χρόνο να μείνω με τον εαυτό μου. Ειδικά τις ώρες που περνούσα στον σκοτεινό θάλαμο. Ισως ήταν το αντίδοτο. Δηλαδή, κάπως βρήκα αυτή την ησυχία και τη γαλήνη που μου έλειπε και το εμφανιστήριο με έβαζε στη συνθήκη να απομονωθώ», εξηγεί.
Με τον ίδιο τρόπο, τα τελευταία χρόνια βρίσκει μεγάλη ευχαρίστηση στο να κάνει παρέα με τον εαυτό της κόντρα στην υπερ-κοινωνική πλευρά της. «Εχω αρχίσει να κάνω πράγματα που παλιά δεν θα έκανα ποτέ, όπως το να ταξιδεύω με μοναδική παρέα τη φωτογραφική μου μηχανή. Πριν από δέκα χρόνια δεν μπορούσα ούτε να διανοηθώ ότι θα έβγαινα για φαγητό ή για ποτό μόνη μου. Την προηγούμενη χρονιά έκλεισε αυτός ο κύκλος της φροντίστριας, όταν “έφυγε” και το γέρικο σκυλάκι μου, το οποίο έπαιρνα παντού μαζί και ξαφνικά άρχισα να ταξιδεύω μόνη – απελευθερώθηκα! Και ήταν μια ελευθερία που είχα να νιώσω από 20 χρόνων! Τώρα, λοιπόν, φροντίζω τη Χλόη!», εκμυστηρεύεται.
Το έτος-ορόσημο
Το τέλος των σπουδών της στο Βερολίνο τη βρίσκει να εργάζεται ως νεαρή και ανερχόμενη art director, αλλά το 1994 ήταν η χρονιά που έφερε στη ζωή της αλλαγές ριζικές και καθοριστικές. Καταρχάς έναν γρήγορο, όπως τον χαρακτηρίζει η ίδια, έρωτα. «Τσακ μπαμ. Το αποφασίσαμε μέσα σε τρεις μήνες περίπου, και έναν χρόνο από τη γνωριμία μας με τον πατέρα των παιδιών μου παντρευτήκαμε και μετακομίσαμε στην Πράγα. Είναι επίσης η χρονιά που πεθαίνει ο πατέρας μου. Παντρεύτηκα τον Ιούνιο και εκείνος έφυγε από τη ζωή τον Σεπτέμβριο. Και ενώ στην Πράγα είχα ήδη βρει κάποια διαφημιστική εταιρεία όπου με είχαν δεχτεί, κάτι είχε αλλάξει μέσα μου και αυτό κάπως δεν με ενδιέφερε πια. Αποφάσισα να επισκεφθώ μία πολύ διάσημη, παλιά και καλή σχολή φωτογραφίας και κινηματογράφου στην Πράγα, αλλά μένω έγκυος και κάνω τα παιδιά μου το ένα μετά το άλλο».
Πάντως ως full time mum διατηρούσε επαφή με την τέχνη της, ώσπου ξεκινάει σταδιακά να παίρνει μέρος με φωτογραφίες της σε ομαδικές εκθέσεις στο εξωτερικό. Το 2014 πείθεται να επιχειρήσει ατομική έκθεση στην Αθήνα, στην Γκαλερί «7», και σταδιακά τα πράγματα παίρνουν το δρόμο τους με projects, όπως οι «ΦΩΤΟγραφίες», μια αλληλεπίδραση φωτογραφίας και κειμένου σε συνεργασία με τη στενή της φίλη, τη συγγραφέα Βίβιαν Αβρααμίδου-Πλούμπη.
«Υπό το βάρος του ονόματος και τη σκιά του μπαμπά μου, μου πήρε πολλά χρόνια να αποφασίσω να παρουσιάσω δική μου δουλειά στην Ελλάδα. Ήθελα να νιώσω σίγουρη και να συμφιλιωθώ με την ιδέα. Επειδή ό,τι κι αν έκανα σίγουρα θα υπήρχε μια σύγκριση με εκείνον. Και δεν είναι πάντα ευχάριστο αυτό. Έπρεπε να το δουλέψω για να φτάσω στο σημείο απλά να μη με ενδιαφέρει. Να μπορώ να είμαι εγώ και όχι η κόρη του πατέρα μου», εξομολογείται.
Φέτος παίρνει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό τον Απρίλιο. «Η ”Μια γραμμή κύμα” και η παράλληλη έκδοσή της, όπως και το προηγούμενο βιβλίο, τα ημερολόγια του πατέρα μου (σ.σ.: Γράφοντας τη ζωγραφική – Ημερολόγια 1960-1990, εκδ. Αγρα) μου έχουν απορροφήσει πολλή ενέργεια και δεν νιώθω έτοιμη για επόμενο μεγάλο project.
Χρειάζομαι λίγο αέρα για να ξαναβρώ τα πατήματά μου. Με τα projects τα οποία ήδη δουλεύω και αυτές τις ομαδικές είμαι αρκετά απασχολημένη. Το ένα έργο συνδυάζει φωτογραφία και λόγο και είναι κάπως σαν να έχω βγει στο χώρο από τον τοίχο. Παράλληλα, το Αρχείο θα συνεχίσει με μικρές ή μεγαλύτερες εκδηλώσεις τις δράσεις του».
Τη διοργάνωση της «Μια γραμμή κύμα» υπογράφουν το Αρχείο Ακριθάκη και το Μουσείο Μπενάκη σε συνεργασία με τη Rolex (διάρκεια έως 24/05/2026), ενώ το ομώνυμο βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αγρα.
Φωτογραφίες: Άσπα Κουλύρα



