Από τη Λίνα Ρόκου
Είναι ένα από τα πρώτα ζεστά ανοιξιάτικα μεσημέρια του Μαΐου, από αυτά που σου υπενθυμίζουν ότι το καλοκαίρι και η ανέμελη διάθεσή του είναι προ των πυλών. Αφορμή για τη συζήτησή μας με τη Νεφέλη Φασούλη είναι οι μεγάλες καλοκαιρινές της συναυλίες, της 11ης Ιουνίου στη Μονή Λαζαριστών και της 2ας Ιουλίου στο Θέατρο Βράχων· στο ενδιάμεσο θα συμμετάσχει στο line up της δεύτερης ημέρας του Helmos Mountain Festival vol.4
Καθώς ακόμη και το κέντρο της Αθήνας ευωδιάζει από τις ανθισμένες νεραντζιές, τη ρωτώ πώς αισθάνεται που οι πιο ανέμελοι μήνες του χρόνου είναι μόλις μια ανάσα μακριά μας. «Έχω μπει σε διάθεση καλοκαιριού και ανυπομονώ να ξεκινήσουμε. Ανοίγει κι η καρδιά μου όταν ανοίγει ο καιρός. To καλοκαιρινό set μου για τις ζωντανές εμφανίσεις είναι έτοιμο και παράλληλα έχω μπει στο studio. Με αφορμή ό,τι παίξαμε με την μπάντα μου τον χειμώνα, θα βγάλω πριν από το καλοκαίρι ένα τραγούδι, σε δική μου μουσική και στίχους, για να πάρει μπρος η θερινή περίοδος», μου απαντά. Και με αυτά τα νέα φαίνεται πως το καλοκαίρι θα είναι γεμάτο μουσική και αισιόδοξη διάθεση.
Πώς αντιλαμβάνεσαι την εξέλιξή σου μέσα στα χρόνια και τι προτιμάς να αναδεικνύεις πια;
Έχει φύγει η σκέψη μου από τον χαρακτηρισμό «ωραία φωνή». Επειδή ξεκίνησα ως τέτοια κατάλαβα σιγά-σιγά ότι είχε αρχίσει να γίνεται κάποιου είδους βραχνάς το να με απασχολεί συνεχώς πόσο καλά θα τραγουδήσω. Προφανώς ακόμη με νοιάζει, αλλά με ενδιαφέρει ακόμη περισσότερο να έρθει να με δει κάποιος για να βιώσει μια καλλιτεχνική εμπειρία, δηλαδή να φύγει με συναίσθημα και όχι με τη σκέψη αν πέτυχα τέλεια τα λαϊκά γυρίσματα. Υπό μία έννοια, προσπαθώ να κάνω λάθη.
Είναι ενδιαφέρουσα παραδοχή η συγκεκριμένη γιατί νιώθω ότι πολλές φορές ακούμε άρτιες, αλλά άψυχες φωνές. Αυτό όμως που μας μένει είναι μια ερμηνεία που έχει προσωπική σφραγίδα.
Ισχύει και νομίζω ότι τελικά αυτό είναι που με συνδέει με τον κόσμο που με παρακολουθεί και έρχεται να με δει. Εννοείται ότι θέλουν να με ακούν να τραγουδάω καλά, αλλά δεν φτάνει αυτό, είναι μια πιο συνεκτική εμπειρία. Εκεί εστιάζω πια, στο πώς θα ενισχύσουμε ακόμη περισσότερο αυτή τη σύνδεση.
Είναι και προσωπική πρόκληση αυτό;
Προφανώς, γιατί είναι μεγάλο ρίσκο να εκτίθεσαι τόσο. Αν δώσεις ό,τι έχεις και δεν πάρεις πίσω απαιτείται ένα άλλο επίπεδο διαχείρισης και αποδοχής της απόρριψης. Εγώ προσωπικά έχω ανάγκη την αποδοχή και την επικοινωνία. Θέλω να βλέπω ότι ο κόσμος αγαπάει όσο κι εγώ αυτό που κάνουμε. Χωρίς την αγάπη του κόσμου δεν βγάζει νόημα.
Επειδή μίλησες για την τεράστια έκθεση σκέφτομαι ότι έχουμε φτάσει στο σημείο να θεωρούμε ότι κάτι δεν συμβαίνει παρά μόνο αν υπάρχει στα social media. Αυτό πώς το διαχειρίζεσαι;
Τα social media τα αντιμετωπίζω σαν να είναι ένα κομμάτι της δουλειάς, σαν άλλο ένα task που πρέπει να συμπληρώσω. Από τη μία σημαίνει ότι περνάνε ακόμη περισσότερα πράγματα από τα χέρια μας, από την άλλη ότι έχουμε μεγαλύτερες δυνατότητες από το παρελθόν, άρα κατά μία έννοια είναι ευχή και κατάρα. Σίγουρα, δεν με ενθουσιάζει το πόσο πολύ πια όλα συνδέονται με τη διαδικτυακή μας ύπαρξη. Όλο και λιγότερος κόσμος θα βάλει απλώς να ακούσει έναν δίσκο και θα φανταστεί πώς είναι αυτοί που τον δημιούργησαν, ενώ φυσικά υπάρχουν άλμπουμ που αξίζουν μόνο για τον ήχο τους. Θεωρώ ότι η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί περιορίζει τη φαντασία.
Πώς αισθάνεσαι όταν σε μια συναυλία μεγάλη μερίδα του κοινού σε μαγνητοσκοπεί με το κινητό του;
Πλέον δεν το σκέφτομαι καν, γιατί έχω αποδεχτεί ότι αυτή είναι μια νέα πραγματικότητα. Κάποιος μου είπε ότι σε ένα live στο «Κύτταρο» ένας άνθρωπος τραβούσε βίντεο σε όλη τη δίωρη διάρκειά του, ζουμάροντας μάλιστα στο πρόσωπό μου. Όταν ζούσα στις ΗΠΑ και σπούδαζα μουσική, τραβούσα βίντεο από συναυλίες για να μελετήσω μετά την ερμηνεία του τραγουδιστή. Ας ελπίσουμε ότι κάτι τέτοιο είχε στο μυαλό του ο άνθρωπος που με τράβηξε, και όχι κάτι «περίεργο». Σε κάθε περίπτωση, αναγνωρίζω ότι έχει και θετικά η χρήση των κινητών. Τα stories που ανεβάζει το κοινό σίγουρα λειτουργούν θετικά και δίνουν στον καλλιτέχνη και μια έξτρα εικόνα του υλικού που παρουσιάζει σε ένα live. Με αυτόν τον τρόπο, εμένα τουλάχιστον, με βάζουν σε ένα challenge ανανέωσης ή και τροποποίησης του προγράμματος ώστε ακόμη κι αν κάποιος κατέχει ένα ολόκληρο live μου σε βίντεο, όταν θα έρθει ξανά να μη δει και ακούσει το ίδιο πράγμα.

Αναφέρθηκες στην Αμερική πριν από λίγο. Πώς ήταν εκεί συνολικά η εμπειρία που βίωσες;
Πριν από τρία χρόνια πήρα μια καλλιτεχνική υποτροφία και έφυγα για Νέα Υόρκη για σπουδές τζαζ και αυτοσχεδιασμού. Έφτιαξα ένα πρόγραμμα που βόλευε ώστε να μπορώ να παρακολουθώ τα μαθήματα, να μελετάω, να εμφανίζομαι ζωντανά και να κάνω κάποιες γνωριμίες. Τελικά, το πιο σημαντικό και το πιο χρήσιμο από την όλη εμπειρία ήταν το πώς χτίζεις τη φάση σου από την αρχή σε έναν τόπο που δεν σε ξέρει κανένας. Στην Ελλάδα δεν είναι ότι μου ανοίγουν όλες οι πόρτες, αλλά σίγουρα έχω δημιουργήσει μια κοινότητα από ανθρώπους που αγαπώ, που με εκτιμούν και που δουλεύουμε μαζί.
Εκεί ήμουν απροστάτευτη, εκτεθειμένη και πήρα ένα ρίσκο συστήνοντας ξανά τον εαυτό μου και δοκιμάζοντας πράγματα. Τραγούδησα σε πολλά μπαρ και κατάλαβα ότι το κοινό εκεί είναι θερμό, πολύ μουσικόφιλο, αλλά κατά κάποιο τρόπο επιφανειακό. Το χαρακτηρίζω έτσι γιατί στη Νέα Υόρκη όλα ανακυκλώνονται διαρκώς, με αποτέλεσμα σπάνια κάποιος να περάσει ξανά από το μέρος που εμφανίζεσαι. Αυτό δεν επιτρέπει τη σύνδεση. Στην Ελλάδα το περιβάλλον είναι πιο «οικογενειακό», οι άνθρωποι που θα έρθουν να σε δουν το πιθανότερο είναι να τραγουδήσουν μαζί σου τους στίχους. Καταλήγω ότι αυτό που έχουμε χτίσει εδώ είναι πιο σημαντικό.
Οταν γράφεις στίχους, πότε αισθάνεσαι ικανοποιημένη με το αποτέλεσμα; Ποιος είναι ο στόχος σου;
Μόνο το ένστικτο δουλεύει εκείνη την ώρα, καθώς το μυαλό είναι εχθρός στη συγκεκριμένη διαδικασία· έτσι λειτουργώ εγώ, τουλάχιστον. Το μυαλό μου έχει την τάση να κρίνει και τελικά να με μπλοκάρει όταν γράφω στίχους. Είναι μαγικό όταν κάτι μέσα σου σκιρτάει και δεν ξέρεις καν γιατί, αλλά σε πνίγει και θες να το εκφράσεις. Αυτός είναι ο στόχος μου, μακάρι αυτό να καταφέρνω.
Στη Νέα Υόρκη τραγούδησα σε πολλά μπαρ και κατάλαβα ότι το κοινό εκεί είναι θερμό, πολύ μουσικόφιλο. Στην Ελλάδα το περιβάλλον είναι πιο «οικογενειακό», οι άνθρωποι που θα έρθουν να σε δουν το πιθανότερο είναι να τραγουδήσουν μαζί σου
Γράφεις βιωματικά;
Πιστεύω ότι όλα στην τέχνη ξεκινούν και τελειώνουν στο συναίσθημα. Πιστεύω ότι οι καλλιτέχνες είναι άνθρωποι με μεγάλη ενσυναίσθηση και με ανοιχτές κεραίες κι έτσι κάνουν εύκολα δικό τους ακόμη και το βίωμα ενός άλλου ανθρώπου.
Στη ζωή σου έχεις σκεφτεί ότι ίσως παραείσαι συναισθηματική; Έχεις ποτέ αναρωτηθεί αν πρέπει να φιλτράρεις περισσότερο κάποια πράγματα για να σε προστατεύσεις;
Είμαι όντως πολύ συναισθηματική, αλλά δεν κάνω παρορμητικές κινήσεις. Όμως παίρνω πολύ την ενέργεια των ανθρώπων γύρω μου, κι έτσι κάποιες φορές βασανίζομαι, χωρίς λόγο. Είμαι παράλληλα λογικό και προσγειωμένο άτομο και γι’ αυτό οι φίλοι μου συχνά ζητούν την καθαρή μου ματιά πάνω σε κάτι που τους απασχολεί. Στην ψυχοθεραπεία μου όλο λέμε ότι ενώ έχω πολύ καλά διαχωρισμένο το γνωσιακό από το συναισθηματικό κομμάτι, κι ενώ αντιλαμβάνομαι καλά την κοινή λογική, ταυτοχρόνως το συναίσθημά μου δεν με αφήνει να την εφαρμόσω σε ό,τι με αφορά.
Πότε αποφάσισες ότι θες να κάνεις ψυχοθεραπεία και γιατί;
Η διαρκής έκθεση, λόγω της δουλειάς, με ώθησε να ξεκινήσω. Το άγχος που προκαλεί μπορεί να οδηγήσει σε μια σειρά από ψυχοσωματικά, αλλά η ψυχοθεραπεία με έχει βοηθήσει πολύ και εξακολουθεί να με βοηθάει, γι’ αυτό και τη συνεχίζω.
Ξεκίνησες την πορεία σου με μια πολύ δυνατή συνεργασία, αυτή με τον Φοίβο Δεληβοριά. Τι αποκόμισες χάρη στην εμπειρία του;
Οι συνεργασίες είναι πλούτος. Με τον Φοίβο ταιριάζουμε πάρα πολύ ως ιδιοσυγκρασίες και κάναμε φανταστική παρέα, οπότε αυτό βγήκε και στη δουλειά μας. Έχω καταλήξει ότι αν δεν μοιράζεσαι κάτι, δεν έχει την ίδια αξία και δύναμη. Όπως μοιραζόμαστε αυτό που ζούμε με το κοινό, έτσι το μοιραζόμαστε και μεταξύ μας. Όταν δύο ψυχές συνδέουν το όραμά τους στην τέχνη, πάντα την πάνε παραπέρα. Πήρα άπειρο know-how από τον Φοίβο, ειδικά στο πώς στήνεις και φροντίζεις μια μπάντα. Παράλληλα, όμως, βλέπω ότι έχω αναπτύξει μια δική μου προσωπική καλλιτεχνική ταυτότητα. Το σίγουρο είναι ότι ο Φοίβος δίνει άπλετα όλο του το φως.

Νιώθεις ότι ως γυναίκα δημιουργός και ερμηνεύτρια καλείσαι να αποδείξεις περισσότερο, από έναν άνδρα συνάδελφό σου, την αξία σου;
Ας ξεκινήσουμε ότι μισθολογικά ξεκινάμε πάντα από χαμηλότερη βάση. Χαίρομαι που έχω καταφέρει αυτό το κομμάτι να το φέρω σε ένα επίπεδο που με ικανοποιεί κι αυτό το οφείλω και στη γυναικεία ομάδα μου που τρέχει το project. Προσωπικά, αυτό που ήθελα, και πιστεύω ότι το έχω πετύχει, ήταν να εξαλείψω το στοιχείο του εξωραϊσμού. Εννοώ ότι συχνά στις γυναίκες αναθέτεται ο ρόλος «να ομορφαίνουν» τα πράγματα, για να μην έχει μόνο άντρες το «πατάρι», όπως λέγεται. Αυτό μου έχει προταθεί δεκάδες φορές και με τον τρόπο που σ’ το λέω.
Το σύστημα φροντίζει να σου δίνει έναν ρόλο εξωραϊστικό, για να μην πω διακοσμητικό. Δεν διεκδίκησα ακριβώς κάτι, αλλά πιστεύοντας στον εαυτό μου τελικά πήρα αυτό που ήθελα. Η γυναίκα δεν υπάρχει για να φέρνει την ομορφιά σε ένα σχήμα, η γυναίκα είναι μια εργαζόμενη στο σχήμα που έχει ακριβώς τις ίδιες δυνατότητες με έναν άντρα συνάδελφο.
Ακόμη και τώρα παραδέχομαι ότι έρχονται live και με «τρώει» τι θα φορέσω πάνω στη σκηνή γιατί ξέρω ότι θα σχολιαστεί. Ξέρω πως ως γυναίκες πολλές φορές στερούμε από τον εαυτό μας πράγματα γιατί δεν μπορούμε καν να μας φανταστούμε αλλιώς. Προσωπικά, όλα αυτά τα χρόνια κάνω δουλειά με τον εαυτό μου για να καταλάβω: αφού ξέρω μέσα μου τι μου αρέσει και τι όχι, γιατί δεν μπορώ να πάω τα πράγματα εκεί που θέλω; Σιγά-σιγά, ακριβώς επειδή βρίσκομαι σε αυτό το process, όλο και περισσότερο κατορθώνω να πάω προς τη σωστή κατεύθυνση. Εχουμε, ως γυναίκες, να διανύσουμε περισσότερα χιλιόμετρα για να φτάσουμε εκεί που θέλουμε.
Φωτογραφίες: Βασίλης Φωτίου



