Σε ένα μικρό, απομονωμένο χωριό, φαινομενικά δεν συμβαίνει τίποτα άξιο αναφοράς. Η φύση κάνει τον κύκλο της. Άνθρωποι γεννιούνται, μεγαλώνουν, ερωτεύονται, δουλεύουν, γερνούν, αρρωσταίνουν, πεθαίνουν, όχι πάντα με αυτή τη σειρά.
Αν υπήρχε όμως τρόπος να μπούμε στο μυαλό τους, θα βλέπαμε όσα κρατούν μυστικά από τους ξενομερίτες. Για γυναίκες που υποφέρουν σιωπηρά από την καταπίεση και τη βία ή που εγκαταλείπουν τα παιδιά τους κυνηγώντας ένα πάθος. Για παιδιά που επινοούν τη δική τους γλώσσα στην προσπάθεια να εξηγήσουν τον κόσμο γύρω τους. Για άντρες που βρίσκουν παρηγοριά στο αλκοόλ ή σε σκέψεις αυτοκαταστροφής. Για πρόωρους θανάτους – από αυτοκτονίες, φωτιές, δυστυχήματα. Για τους λίγους που καταφέρνουν να φύγουν. Για νεκρούς που επιστρέφουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.
Οι ιστορίες της συλλογής διηγημάτων «Λευκές Νύχτες» της Urszula Honek μπορεί να εκτυλίσσονται στην πατρίδα της, στην επαρχία του πολωνικού νότου, αλλά είναι ιδιαίτερα οικείες για τα θέματα που πραγματεύονται -όπως την αθωότητα αλλά και την οξυδέρκεια της παιδικής ηλικίας, την εσωστρέφεια μιας μικρής κοινωνίας, το δυσβάστακτο πένθος της απώλειας ενός αγαπημένου- και κυρίως για τον ρεαλισμό της γραφής. Έβαλαν την πεζογράφο και ποιήτρια στη μακρά λίστα του International Booker Prize και, μέσα από τη μετάφρασή τους σε πολλές γλώσσες, και στα ελληνικά (εκδ. Βακχικόν), μας σύστησαν μια νέα πολωνική φωνή. Είναι εμπνευσμένες από οικογενειακές αφηγήσεις και προσωπικά βιώματα, όπως μας εξηγεί η Honek στην 22η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, όπου τη συναντάμε, μαζί με τη μεταφράστριά της, Ναταλία Σκανδάλη.
«Η τοποθεσία των διηγημάτων είναι το μέρος στο οποίο έχω μεγαλώσει. Ο πληθυσμός είναι λίγος. Το τοπίο, κάπως άγριο. Ένα μέρος οπισθοδρομικό στη συνείδηση των κατοίκων του, λίγο πίσω από τα πράγματα. Όπου πάντα υπήρχε μια δυσκολία μετακίνησης.
«Η τοποθεσία των διηγημάτων είναι το μέρος στο οποίο έχω μεγαλώσει. Ο πληθυσμός είναι λίγος. Το τοπίο, κάπως άγριο. Ένα μέρος οπισθοδρομικό στη συνείδηση των κατοίκων του, λίγο πίσω από τα πράγματα. Όπου πάντα υπήρχε μια δυσκολία μετακίνησης»
»Όταν ήμουν μικρό παιδί, πηγαίναμε διακοπές το πολύ επτά χιλιόμετρα παραπέρα. Είχα την αίσθηση ότι ήταν δύσκολο να φύγεις από εκεί».
Η Urszula απολάμβανε τότε να δραπετεύει μέσα από ιστορίες τρόμου. Αγαπούσε ιδιαίτερα τα σκοτεινά παραμύθια των Αδελφών Γκριμ. Παρακολουθούσε θρίλερ, στις βιντεοκασέτες που έφερνε ο θείος της στο σπίτι, «αν και όλοι ήξεραν ότι δεν έπρεπε».
«Πιο πολύ, μου άρεσαν οι ιστορίες με φαντάσματα». Στο πατρικό της, πίστευαν ότι η ψυχή των νεκρών επιστρέφει. Σε ένα από τα διηγήματά της περιγράφει μια πυρκαγιά που ξεσπάει σε σπίτι που χτυπάει κεραυνός, οδηγώντας στον θάνατο τη μικρή Ελεονόρα και τη αδερφούλα της, Χελένα, μωρό ακόμα. Είναι υπαρκτά πρόσωπα, που ανήκαν στην οικογένειά της. «Η γιαγιά μου έλεγε πολλές φορές ότι βλέπει το φάντασμα της Ελεονόρα μέσα στο σπίτι και κανένας δεν τη θεωρούσε τρελή». Και η Urszula πιστεύει στην ύπαρξη πνευμάτων. «Έζησα για έναν χρόνο μόνη στο σπίτι της γιαγιάς μου και σε κάποιες στιγμές ένιωθα ότι υπήρχε και μια άλλη παρουσία στον χώρο».
Συμφωνεί ότι η πίστη στο μεταφυσικό ήταν για τις παλαιότερες γενιές ένας τρόπος να συμφιλιώνονται με τη θνητότητα και με την απώλεια των αγαπημένων τους. «Οι νεότερες γενιές είναι πολύ μακριά από τον θάνατο. Παλαιότερα, στην Πολωνία, όταν πέθαινε κάποιος κρατούσαν το σώμα του στο σπίτι για τέσσερις μέρες. Θυμάμαι πολύ καλά, στα παιδικά μου χρόνια, να βλέπω νεκρούς μέσα σε φέρετρα. Σε μερικές οικογένειες, όταν έφευγαν κοντινά πρόσωπα, οι γονείς ζητούσαν από τα παιδιά να αποχαιρετήσουν τον νεκρό, να τον φιλήσουν. Και όταν γίνονταν οι κηδείες, οι άνθρωποι σήκωναν το φέρετρο στα χέρια τους και ο κόσμος ακολουθούσε μέχρι το νεκροταφείο. Τώρα είναι τελείως διαφορετικά, σαν να θέλουμε να “τακτοποιήσουμε” πολύ γρήγορα αυτό το θέμα».

Μεγαλώνοντας η Urszula πήγε να ζήσει στην Κρακοβία, όπου άρχισε να συγκεντρώνει διακρίσεις με τα γραπτά της έργα (Grand Prix of the Rainer Maria Rilke Poetyry Competition, Krakow UNESCO City of Literature Award κ.λπ.). Φυσικά κουβαλούσε πάντα μέσα τη γενέτειρά της και τα ερωτήματα που συνδέονταν με την παιδική ηλικία της. Τοποθέτησε τα διηγήματά της σε μια περίοδο μεταξύ των δεκαετιών του ‘70 και του ‘90 γιατί «τότε ήταν τα παιδικά χρόνια της μητέρας μου και, αργότερα, τα δικά μου. Αναρωτιόμουν λοιπόν πώς ήταν αυτή η παιδική ηλικία, αν ήταν πραγματικά χαρούμενη ή δυστυχισμένη. Έχω την αίσθηση ότι παλαιότερα οι γυναίκες δεν είχαν ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους, ότι ήταν πάρα πολύ μόνες. Ήθελα λοιπόν να δω από πιο κοντά τρεις διαφορετικές γενιές τους».
Πολύ συχνά, οι γυναίκες στις «Λευκές νύχτες» αντιμετωπίζονται από τους αντρικούς χαρακτήρες σαν περιουσιακά στοιχεία ή αντικείμενα ηδονής. «Προσπάθησα να φανταστώ πώς σκέφτονταν οι άντρες και η αλήθεια είναι ότι μου ήταν δύσκολο να το κάνω. Αλλά είμαι σχεδόν σίγουρη ότι δεν το παράκανα με την περιγραφή της συμπεριφοράς τους προς τις γυναίκες. Οι άντρες έβγαιναν από το σπίτι, συναντιόνταν με άλλους, μπορούσαν να χαλαρώσουν, να ανταλλάξουν απόψεις. Ακόμα και να ταξιδέψουν αλλού για δουλειά. Οι γυναίκες δεν επιτρεπόταν να βγουν το βράδυ. Και η βία, για πάρα πολλά χρόνια, ήταν ένα ζήτημα ταμπού. Μπορεί μια γυναίκα να υπέφερε στο γειτονικό σπίτι και να μην αντιδρούσε κανένας».
«Παλαιότερα, στην Πολωνία, όταν πέθαινε κάποιος κρατούσαν το σώμα του στο σπίτι για τέσσερις μέρες. Θυμάμαι πολύ καλά, στα παιδικά μου χρόνια, να βλέπω νεκρούς μέσα σε φέρετρα. Τώρα είναι τελείως διαφορετικά, σαν να θέλουμε να “τακτοποιήσουμε” πολύ γρήγορα αυτό το θέμα».
Πλέον θεωρεί ότι η κατάσταση έχει αρχίσει να βελτιώνεται, παρόλο που πολλά προβλήματα έμφυλης ανισότητας επιμένουν – για παράδειγμα «σε μικρές, αγροτικές περιοχές δεν είναι πολύ συχνό το να υπάρχουν γυναίκες σε θέσεις εξουσίας. Αλλά πλέον δεν υπάρχει αυτή η βία και, αν κάποιος την παρατηρήσει, αμέσως το αναφέρει. Τελευταία, βγήκε η καινούρια ταινία του [Πολωνού σκηνοθέτη] Wojciech Smarzowski “Dom Dobry” [«Ένα καλό σπίτι»], για τη βία που υπήρχε στα σπίτια της Πολωνίας. Χάρη σε αυτήν, όλο και περισσότερες γυναίκες ζητούν βοήθεια».
Ένας ακόμα χαρακτήρας του βιβλίου της είναι το τοπίο, που αλλάζει διαθέσεις σαν τους κατοίκους του – άλλοτε, για παράδειγμα, μοιάζει γαλήνιο και άλλοτε απειλητικό. Οι περιγραφές της Urszula μπορεί να ακούγεται κλισέ αλλά πραγματικά σε μεταφέρουν εκεί. Πριν από περίπου πέντε χρόνια, η συγγραφέας άρχισε να πηγαίνει σε εκείνα τα μέρη τέσσερις με πέντε φορές σε κάθε εποχή του χρόνου («τέσσερις πέντε φορές την άνοιξη, άλλες τέσσερις πέντε το καλοκαίρι») και να διανύει καθημερινά με τα πόδια δεκάδες χιλιόμετρα. «Σε όλους λέω ότι αυτό το βιβλίο έχει περπατηθεί πολύ. Έχω την εντύπωση ότι αν δεν είχα περπατήσει όλη αυτή την περιοχή, δεν θα μπορούσα να τη νιώσω τόσο καλά. Ανέβαινα, ας πούμε, στον ίδιο λόφο αρκετές φορές μέσα στη μέρα για να δω πώς φαίνεται το φως σε συγκεκριμένες ώρες» εξηγεί η συγγραφέας.
«Οι άντρες έβγαιναν από το σπίτι, συναντιόνταν με άλλους, μπορούσαν να χαλαρώσουν, να ανταλλάξουν απόψεις. Ακόμα και να ταξιδέψουν αλλού για δουλειά. Οι γυναίκες δεν επιτρεπόταν να βγουν το βράδυ. Και η βία, για πάρα πολλά χρόνια, ήταν ένα ζήτημα ταμπού. Μπορεί μια γυναίκα να υπέφερε στο γειτονικό σπίτι και να μην αντιδρούσε κανένας».
Και άλλα πρόσωπα των διηγημάτων πέρα από την Ελεονόρα και τη Χελένκα ήταν υπαρκτά στην οικογένειά της, αλλά πέρα από κάποιες αφηγήσεις των μεγαλύτερών της η Urszula είχε ελάχιστες πληροφορίες για εκείνα. Γέμισε τα κενά με μυθοπλασία. Από τα δύο κορίτσια που χάθηκαν στην πυρκαγιά, για παράδειγμα, δεν διασώθηκε ούτε μία οικογενειακή φωτογραφία. «Όμως ήταν πολύ σημαντικό για μένα να διατηρήσω τα ονόματά τους». Σχολιάζω πως, κατά κάποιον τρόπο, μέσα από τις «Λευκές Νύχτες» επέστρεψαν στη ζωή. «Έχω την αίσθηση ότι δεν θα χαθώ ποτέ με τους πρωταγωνιστές των βιβλίων μου, ότι θα είναι μέρος της ζωής μου. Και χαίρομαι πάρα πολύ που πλέον μιλούν τόσες γλώσσες».

Για τη συγγραφέα
Η Ουρσούλα Χόνεκ (Urszula Honek) είναι Πολωνή συγγραφέας και ποιήτρια. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές και μία συλλογή διηγημάτων, για τις οποίες έχει λάβει βραβεία και διακρίσεις στην Πολωνία και το εξωτερικό.
Η συλλογή διηγημάτων Λευκές νύχτες απέσπασε το 2023 τα βραβεία Kościelski, Witold Gombrowicz και Conrad, ενώ ήταν υποψήφια για τα βραβεία Grand Continent και Paszport Award του περιοδικού Polityka.
Το 2024, η αγγλική μετάφραση του βιβλίου συγκαταλέχθηκε στη μακρά λίστα του Διεθνούς Βραβείου Booker και στη βραχεία λίστα του Warwick Prize for Women in Translation.
Έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, ισπανικά, αραβικά, γαλλικά, ολλανδικά, δανέζικα, σουηδικά, ουγγρικά, μακεδονικά, γεωργιανά και αρμένικα, και είναι το πρώτο βιβλίο της που κυκλοφορεί στα ελληνικά.
Για την 22η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης
Για τέσσερις ημέρες, η Θεσσαλονίκη βρέθηκε στο επίκεντρο του βιβλίου και του δημόσιου διαλόγου. Αναγνώστες, συγγραφείς, εκδότες, μεταφραστές, επαγγελματίες του βιβλίου, μαθητές και οικογένειες συμμετείχαν σε μια διοργάνωση που έφτασε τις 500 εκδηλώσεις, με τη συμμετοχή 318 εκθετών και περισσότερων από 30 ξένων συγγραφέων. Τιμώμενη χώρα ήταν η Βουλγαρία, με κεντρικό σύνθημα «Η Λογοτεχνία πέρα από τα Σύνορα / Literature beyond Borders». Μέσα από ένα πολυδιάστατο πρόγραμμα παρουσιάστηκε το σύγχρονο λογοτεχνικό και εκδοτικό τοπίο της γειτονικής χώρας, υπήρξε σταθερός και δημιουργικός διάλογος με την ελληνική λογοτεχνία και τους σύγχρονους εκπροσώπους της, αναδείχθηκαν μεταφραστές και εικονογράφοι, ενώ ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη διεθνή πορεία συγγραφέων, όπως ο Georgi Gospodinov (νικητής βραβείου Booker 2023) και η Rene Karabash. Η παρουσία της Βουλγαρίας λειτούργησε ως αφορμή για έναν ευρύτερο διάλογο γύρω από τη θέση των «μικρότερων γλωσσών» στη διεθνή αγορά βιβλίου και τη σημασία της πολιτιστικής εξωστρέφειας.



