Υπάρχουν παραστάσεις που πηγαίνεις να δεις μία φορά. Και υπάρχουν παραστάσεις στις οποίες επιστρέφεις, όχι επειδή «δεν τις χόρτασες» απλώς, αλλά επειδή κάτι μέσα τους μοιάζει να αλλάζει κάθε φορά που αλλάζει το βλέμμα, η βραδιά, η φωνή, η γυναίκα που στέκεται στο κέντρο τους. Η Κάρμεν του Ζωρζ Μπιζέ, που παρουσιάζεται αυτή την εποχή στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, είναι μια τέτοια παράσταση.

Την είδα δύο φορές. Πρώτα στις 2 Μαΐου, με την Ανίτα Ρατσβελισβίλι στον ρόλο του τίτλου -μια Κάρμεν κυριαρχική, σκοτεινή, σχεδόν αρχέγονη- και έπειτα στις 26 Μαΐου, με τη Μαρίνα Βιόττι, που έφερε στον ίδιο ρόλο σκέρτσο, νάζι, αέρα, αλλά και μια γοητεία καθόλου λιγότερο επικίνδυνη. Απομένει ακόμη μία παράσταση με την Ανίτα Ρατσβελισβίλι, στις 31 Μαΐου, και μία με τη Μαρίνα Βιόττι, στις 4 Ιουνίου. Και πραγματικά, αν κάποιος αγαπά την όπερα -ή θέλει να δει γιατί μπορεί να την αγαπήσει- αξίζει να αναζητήσει εισιτήρια από τυχόν ακυρώσεις, καθώς έχουν ήδη εξαντληθεί.

Η Κάρμεν είναι, βέβαια, ένα από τα πιο διάσημα έργα του λυρικού ρεπερτορίου. Αλλά κάθε εποχή την ξαναδιαβάζει αλλιώς. Σήμερα, δύσκολα μπορεί κανείς να τη δει απλώς ως ιστορία πάθους, ζήλιας και μοιραίας γοητείας. Είναι κάτι βαθύτερο και πιο άβολο: ένας ύμνος στις γυναίκες που τόλμησαν να απολαύσουν τον έρωτα με την ελευθερία που για αιώνες απολάμβαναν οι άνδρες — γνωρίζοντας, ωστόσο, πολύ καλά πως εκείνες θα το πλήρωναν. Και η Κάρμεν το ξέρει. Δεν πηγαίνει αθώα προς το τέλος της. Πηγαίνει ανυποχώρητη. Δεν πεθαίνει επειδή δεν κατάλαβε τον κίνδυνο. Πεθαίνει επειδή αρνήθηκε να διαπραγματευτεί την ελευθερία της.

Αυτό είναι και το μεγάλο ενδιαφέρον των δύο ερμηνειών που είδα. Η Ανίτα Ρατσβελισβίλι εμφανίζεται σαν δύναμη της φύσης. Η Κάρμεν της δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα. Μπαίνει στη σκηνή και ο χώρος μετατοπίζεται γύρω της. Έχει κάτι απόλυτο, σχεδόν τελετουργικό. Η φωνή, η στάση, το βλέμμα, η σωματικότητα, όλα συγκλίνουν σε μια γυναίκα που δεν ζητά την προσοχή — την έχει ήδη. Είναι μια Κάρμεν που ξέρει τη δύναμή της, την ασκεί χωρίς ενοχές και, ίσως ακριβώς γι’ αυτό, γίνεται αφόρητη για τον κόσμο που την περιβάλλει.

Η Μαρίνα Βιόττι, από την άλλη, χτίζει μια Κάρμεν διαφορετική, πιο ανάλαφρη στην πρώτη της εντύπωση, πιο φωτεινά σαγηνευτική. Εκεί όπου η Ρατσβελισβίλι φέρει βάρος και επιβολή, η Βιόττι φέρει κίνηση, ειρωνεία, θηλυκή ευφυΐα. Έχει σκέρτσο, νάζι, έχει μια αίσθηση πως η Κάρμεν απολαμβάνει το παιχνίδι ακριβώς επειδή ξέρει ότι οι άλλοι το παίρνουν πιο σοβαρά απ’ όσο πρέπει. Και όμως, όσο προχωρά η παράσταση, αυτή η ελαφράδα βαθαίνει. Η ανεμελιά της δεν είναι αφέλεια. Είναι στάση ζωής: Μία ελεύθερη γυναίκα που αρνείται να εγκλωβιστεί στο φόβο.

Και οι δύο Κάρμεν είναι εξίσου συναρπαστικές. Η Ρατσβελισβίλι ζωντανεύει μία Κάρμεν που έχει ήδη αποφασίσει ποια είναι. Η Βιόττι την δείχνει ως γυναίκα που απολαμβάνει κάθε στιγμή αυτής της απόφασης. Η διαφορά τους είχε ενδιαφέρον και επειδή έμοιαζε να συνομιλεί με το ίδιο το προφίλ των δύο ερμηνευτριών. Η Ανίτα Ρατσβελισβίλι, που έχει συνδέσει διεθνώς το όνομά της με την Κάρμεν από το θριαμβευτικό της ντεμπούτο στη Σκάλα του Μιλάνου, φέρει στον ρόλο το βάρος μιας μεγάλης δραματικής μέτζο: σκοτεινό ηχόχρωμα, γήινη δύναμη, σκηνική επιβολή.
Η Μαρίνα Βιόττι, αντίθετα, φέρνει μια πιο ευκίνητη, πολύχρωμη, σύγχρονη σκηνική ενέργεια. Η διαδρομή της, από την κλασική μουσική στο jazz, το chanson και ακόμη και το metal, μοιάζει να αφήνει ίχνη και στην Κάρμεν της: μια γυναίκα με χιούμορ, ρυθμό, νεύρο, ελαφρότητα και επίγνωση του παιχνιδιού.
Γύρω τους, η παράσταση στέκεται με θαυμαστή συνοχή. Η σκηνοθεσία του Ρομάν Ζιλμπέρ αναδεικνύει το δράμα χωρίς να το βαραίνει άσκοπα, αφήνοντας χώρο και στις κωμικές στιγμές, στις μικρές ανάσες, στις ανθρώπινες λεπτομέρειες που κάνουν την ιστορία πιο ζωντανή. Γιατί γύρω από την Κάρμεν αναπνέει ένας κόσμος που εργάζεται, επαναστατεί, ερωτοτροπεί: οι φωνές, τα βλέμματα, τα πειράγματα, η κοινωνική ιεραρχία, η γιορτινή ατμόσφαιρα που σταδιακά σκοτεινιάζει.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στον Αντρέα Καρέ ως Δον Χοσέ, που αποδίδει ουσιαστικά τη διαδρομή ενός άνδρα που ξεκινά από την αμηχανία και την επιθυμία και καταλήγει στην εμμονή και την καταστροφή. Δεν τον παρουσιάζει μονοδιάστατα ως «κακό», αλλά ως έναν άνθρωπο που δεν αντέχει την ελευθερία του άλλου όταν αυτή παύει να τον περιλαμβάνει. Ο Τάσος Αποστόλου, στον ρόλο του Εσκαμίγιο, έχει τη σκηνική λάμψη και την αυτοπεποίθηση ενός “τορεαδόρ”: μπαίνει στη σκηνή θριαμβευτής, ένας άνδρας που το πλήθος λατρεύει και ο ίδιος το γνωρίζει καλά. Εξαίσιος και ο Μάριος Σαραντίδης, ως Ντανκάιρε, με νεύρο και ζωντάνια σε έναν ρόλο που συμβάλλει ουσιαστικά στη ροή και την ατμόσφαιρα της παράστασης, ενώ συγκίνησε με το ντεμπούτο της στο ρόλο της Μικαέλας η Βασιλική Καραγιάννη.
Το σκηνικό του Αντουάν Φονταίν είναι πραγματικά μαγευτικό — ένας ορισμός του σκηνικού όπερας: πλούσιο, εντυπωσιακό, παραμυθένιο. Όσο για τα κοστούμια του Κριστιάν Λακρουά, είναι απλώς φαντασμαγορικά. Ονειρικά γυναικεία κοστούμια, υφές, χρώματα, λεπτομέρειες και μια λαμπερή στολή ταυρομάχου που δύσκολα βγάζεις από το μυαλό.

Αξέχαστη η τελευταία σκηνή με την Κάρμεν και τον Δον Χοσέ να τριγυρίζουν ο ένας τον άλλο σαν άγρια θηρία ενώ η γιορτή στην αρένα συνεχίζεται. Η βία συμβαίνει μέσα και έξω από την αρένα, ο κόσμος χειροκροτεί το βίαιο θέαμα του πληγωμένου ταύρου ενώ μία αθέατη σε αυτούς γυναίκα τραυματίζεται θανάσιμα πληρώνοντας το τίμημα του να μην ανήκει σε κανέναν. Αυτή είναι η τραγική ειρωνεία της Κάρμεν και η διαχρονική της δύναμη.
Στο χειροκρότημα στο τέλος, αποθεώνονται όλοι και βέβαια ο μαέστρος Κωνσταντίνος Τερζάκης, η Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, η Χορωδία και η Παιδική Χορωδία της ΕΛΣ υπό την καθοδήγηση των Αγαθάγγελου Γεωργακάτου και Κωνσταντίνας Πιτσιάκου.
Βγαίνοντας από τη Λυρική, και τις δύο φορές, είχα την ίδια αίσθηση: ότι είδα μια παράσταση μεγάλη, χορταστική, ουσιαστική. Μια παραγωγή με σκηνική ομορφιά, μουσικότητα, χιούμορ, πάθος και καθαρές ερμηνείες. Αλλά κυρίως, είδα δύο γυναίκες να φωτίζουν με διαφορετικό τρόπο την ίδια ηρωίδα: την Κάρμεν όχι ως μύθο ανδρικής φαντασίωσης, αλλά ως γυναίκα που έζησε όπως διάλεξε. Και αυτό, ακόμη και σήμερα, παραμένει επαναστατικό.



