Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Marieclaire.gr on Google

Η Naomi Campbell βρίσκεται στο επίκεντρο μιας δικαστικής διαμάχης, καθώς η Charity Commission του Ηνωμένου Βασιλείου, η αρμόδια αρχή για φιλανθρωπικών οργανώσεων, υποστηρίζει ότι το supermodel απέτυχε να ασκήσει τα καθήκοντά της ως διαχειρίστρια του Fashion for Relief, του φιλανθρωπικού οργανισμού που ίδρυσε το 2015, με αποτέλεσμα να προκύψουν σοβαρά ζητήματα κακοδιαχείρισης και οικονομικών ατασθαλιών. Από την πλευρά της, η Campbell επιμένει ότι υπήρξε θύμα εξαπάτησης από στενή συνεργάτιδά της και αρνείται ότι αποκόμισε οποιοδήποτε προσωπικό όφελος.

«Η Naomi Campbell απέδειξε ότι είναι ακατάλληλη να διοικεί φιλανθρωπικό οργανισμό, καθώς «αποποιήθηκε πλήρως» των ευθυνών της ως διαχειρίστρια του πλέον ανενεργού οργανισμού Fashion for Relief», υποστήριξε η αρμόδια εποπτική αρχή φιλανθρωπικών οργανώσεων του Ηνωμένου Βασιλείου.

Η Charity Commission δήλωσε ενώπιον δικαστηρίου ότι το μοντέλο, το οποίο επιχειρεί να ανατρέψει την πενταετή απαγόρευση συμμετοχής στη διοίκηση φιλανθρωπικών οργανισμών, φέρει «ιδιαίτερα σοβαρή ευθύνη» για την κακοδιαχείριση και την κακή χρήση κεφαλαίων του Fashion for Relief, του οργανισμού που ίδρυσε το 2015.

Σύμφωνα με την επιτροπή, η Naomi Campbell επέδειξε «έλλειψη της απαιτούμενης επάρκειας» που αναμένεται από έναν διαχειριστή φιλανθρωπικού οργανισμού, όταν ανέθεσε την εποπτεία του Fashion for Relief σε άλλη διαχειρίστρια και δεν παρενέβη ουσιαστικά ακόμη και όταν έγινε σαφές ότι υπήρχαν σοβαρά προβλήματα.


 

Οι δικηγόροι της Campbell απέρριψαν τους ισχυρισμούς της επιτροπής, υποστηρίζοντας ότι η πελάτισσά τους στοχοποιήθηκε λόγω της δημοσιότητάς της. Όπως ανέφεραν, υπήρξε θύμα απάτης, έκανε ένα ειλικρινές λάθος και δεν αποκόμισε κανένα προσωπικό όφελος από τον οργανισμό.

Το Fashion for Relief, το οποίο είχε συγκεντρώσει εκατομμύρια λίρες για δράσεις κατά της φτώχειας μέσω λαμπερών εκδηλώσεων μόδας υπό την αιγίδα της Campbell, τέθηκε σε εκκαθάριση τον Μάρτιο του 2024, αφού οι διαχειριστές που όρισε η Charity Commission διαπίστωσαν ότι ήταν αφερέγγυο.

Η έκθεση της επιτροπής, που δημοσιεύθηκε έξι μήνες αργότερα, κατέγραψε χαοτική οικονομική διαχείριση, παραπτώματα και ελλιπή τήρηση αρχείων. Μεταξύ άλλων, διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχαν αποδείξεις δαπανών ούτε πρακτικά συνεδριάσεων και αποφάσεων.

Σε μία περίπτωση, ο οργανισμός χρεώθηκε χιλιάδες λίρες για πολυτελή δωμάτια ξενοδοχείων, αεροπορικά εισιτήρια, θεραπείες spa και τσιγάρα που χρησιμοποιήθηκαν από την Campbell. Παρότι συγκέντρωσε 4,8 εκατομμύρια λίρες μέσα σε πέντε χρόνια, μόλις το 10% των εσόδων κατέληξε στις συνεργαζόμενες φιλανθρωπικές οργανώσεις, μεταξύ των οποίων οι Save the Children και Mayor’s Fund for London.

Αμφισβητώντας την απαγόρευση, οι δικηγόροι της Campbell υποστήριξαν ότι υπήρξε θύμα μιας σύνθετης εξαπάτησης από τη συνδιαχειρίστρια Bianka Hellmich, η οποία φέρεται να πλαστογράφησε έγγραφα και emails, αποκρύπτοντάς της παράλληλα την πραγματική οικονομική κατάσταση του οργανισμού.

Η Naomi Campbell, σύμφωνα με την υπερασπιστική της γραμμή, βασίστηκε καλόπιστα στη Hellmich, τότε στενή φίλη και σύμβουλό της, για την επίβλεψη των οικονομικών και επιχειρησιακών ζητημάτων, χωρίς να γνωρίζει όσα αργότερα η επιτροπή χαρακτήρισε ως κακή διαχείριση και καταχρηστική χρήση των πόρων του οργανισμού.

O δικηγόρος της, Andrew Westwood KC, δήλωσε ενώπιον του δικαστηρίου ότι δεν ενήργησε ανέντιμα, δεν στερείται ακεραιότητας και δεν αποκόμισε κανένα προσωπικό οικονομικό όφελος. Η «λανθασμένη εμπιστοσύνη» που έδειξε στη Hellmich ήταν, όπως είπε, ένα ειλικρινές σφάλμα και όχι λόγος για να αποκλειστεί από τη διοίκηση φιλανθρωπικών οργανισμών.

Ο Westwood υποστήριξε ότι η Campbell είχε αναθέσει αρμοδιότητες στη Hellmich επειδή πίστευε πως διέθετε την απαραίτητη τεχνογνωσία, τις δεξιότητες και τη σύνεση για να διαχειριστεί τα οικονομικά, νομικά και κανονιστικά ζητήματα του οργανισμού, επιτρέποντας στην ίδια να διατηρεί κυρίως έναν συμβολικό και δημόσιο ρόλο.

Από την πλευρά της Charity Commission, ο Faisel Sadiq τόνισε ότι η Campbell παρέλειψε να εκπληρώσει το καθήκον της ως διαχειρίστρια να εποπτεύει ενεργά τη λειτουργία του οργανισμού.

«Το γεγονός ότι είναι πολυάσχολη και ζει στην Αμερική δεν δικαιολογεί διαφορετική μεταχείριση», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Ο Sadiq υποστήριξε επίσης ότι η Campbell υπήρξε «εντελώς αναξιόπιστη μάρτυρας». Αν και δεν τη χαρακτήρισε ανέντιμη, σημείωσε ότι «ισχυρίστηκε αρκετά πράγματα που απλώς δεν ήταν αληθή», προσθέτοντας ότι κύριο μέλημά της ήταν «ο έλεγχος της δημόσιας εικόνας και της αφήγησης στα μέσα ενημέρωσης».

Σύμφωνα με τον ίδιο, η Campbell δεν επέδειξε καμία μεταμέλεια ούτε ουσιαστική κατανόηση των λαθών της. «Η πρώτη της αντίδραση ήταν να κατηγορεί άλλους», ανέφερε, επιμένοντας ότι παραμένει ακατάλληλη για τη θέση διαχειρίστριας φιλανθρωπικού οργανισμού.

Ο Westwood απέρριψε ως υπερβολικούς τους χαρακτηρισμούς της επιτροπής, υποστηρίζοντας ότι η έρευνα παρουσίαζε σοβαρές αδυναμίες και ότι η Campbell αποτέλεσε απλώς ένα «διάσημο τρόπαιο» για την υπηρεσία.

Η έρευνα της Charity Commission διαπίστωσε ότι η Bianka Hellmich έλαβε 316.000 λίρες σε μη εγκεκριμένες αμοιβές και έξοδα μετακινήσεων μέσα σε διάστημα δύο ετών. Το ποσό έχει έκτοτε επιστραφεί. Η Hellmich δεν σχολίασε τις τελευταίες εξελίξεις, ενώ στο παρελθόν είχε δηλώσει στον Guardian ότι οι κατηγορίες της Campbell «δεν έχουν απολύτως καμία βάση».

Το δικαστήριο ενημερώθηκε επίσης ότι οι καταγγελίες περί πλαστογραφίας και απάτης σε βάρος της Hellmich έχουν διαβιβαστεί στην αστυνομία τόσο από την ομάδα της Campbell όσο και από την Charity Commission. Η Hellmich και μία ακόμη διαχειρίστρια, η Veronica Chou, αποκλείστηκαν από τη συμμετοχή στη διοίκηση φιλανθρωπικών οργανισμών για εννέα και τέσσερα χρόνια αντίστοιχα. Καμία από τις δύο δεν έχει ασκήσει έφεση κατά της απόφασης.

Το δικαστήριο αναμένεται πλέον να εξετάσει τα στοιχεία και να εκδώσει την απόφασή του μέσα στους επόμενους τρεις μήνες.

 

 

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below