Στη φυσική ο χωροχρόνος είναι το μαθηματικό μοντέλο που ενώνει τον χώρο και τον χρόνο σε μία συνέχεια. Ο χρόνος συνήθως ερμηνεύεται ως η τέταρτη διάσταση.
Στη λογοτεχνία, και συγκεκριμένα στη νουβέλα «Η Μηχανή του Χρόνου», ο H.G. Wells γράφει ότι «κάθε πραγματικό σώμα πρέπει να έχει επέκταση σε τέσσερις κατευθύνσεις: μήκος, πλάτος, πάχος, και διάρκεια».
Στις εικαστικές τέχνες, το «Chronotopia» των Caitlind r.c. Brown και Wayne Garrett, που τιμήθηκε με το Βραβείο Τέχνης 2026 του Ιδρύματος Γ. & Α. Μαμιδάκη, μάς προσκαλεί σε μια εμβυθιστική εμπειρία του χωροχρόνου χωρίς να επιστρατεύει κάποια υψηλή τεχνολογία, μόνο τους παλιούς, καλούς φακούς των γυαλιών μυωπίας.
Είναι η νέα έκπληξη που περιμένει τους ενοίκους αλλά και τους επισκέπτες του Minos Palace Resort, στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης, στους υπαίθριους χώρους όπου η φυσική ομορφιά διανθίζεται με βραβευμένα έργα τέχνης, ενώ κατηφορίζουν προς την παραλία ή το παραθαλάσσιο εστιατόριο Amar.
Σε αυτή τη μεγάλης κλίμακα τοπο-ειδική εγκατάσταση, 1.500 φακοί, τοποθετημένοι σε δύο τοξωτά πανιά, τους προσκαλούν να κάνουν μια παράκαμψη, να καθίσουν στο παγκάκι στη μέση και να εξερευνήσουν όσο το δυνατόν περισσότερες από τις οπτικές που προσφέρει στο πράσινο, τη θάλασσα και τον ανοιχτό ορίζοντα.

Το «Chronotopia» διακρίθηκε ανάμεσα σε πάνω από 450 προτάσεις από 65 χώρες που υποβλήθηκαν για το φετινό Βραβείο Τέχνης του Ιδρύματος Γ. & Α. Μαμιδάκη. Εγκαινιάστηκε τον Ιούνιο και θα παραμείνει στη μόνιμη εικαστική έκθεση που εκτείνεται στα Minos Palace Resort και Minos Beach Art Hotel, και τα δύο στον Άγιο Νικόλαο.
Το γεγονός, μάλιστα, ότι η ιδέα του ξεκίνησε από το μακρινό Κάλγκαρι, μια πόλη σχεδόν δύο εκατομμυρίων κατοίκων στην επαρχία της Αλμπέρτας, στον Καναδά, κάνει την ιστορία του ακόμα πιο γοητευτική.
Το «Chronotopia», που τιμήθηκε με το Βραβείο Τέχνης 2026 του Ιδρύματος Γ. & Α. Μαμιδάκη, μάς προσκαλεί σε μια εμβυθιστική εμπειρία του χωροχρόνου χωρίς να επιστρατεύει κάποια υψηλή τεχνολογία, μόνο τους παλιούς, καλούς φακούς των γυαλιών μυωπίας.
Οι Caitlind r.c. Brown και Wayne Garrett, καλλιτεχνικό ντουέτο και ζευγάρι, έμαθαν για την ύπαρξη του Βραβείου Τέχνης του Ιδρύματος Γ. & Α. Μαμιδάκη από μια παρέα φίλων – μεταξύ αυτών, και έναν Ελληνοκαναδό. Συνειδητοποίησαν ότι η ταυτότητα αυτού του θεσμού, που αποτελεί ένα σπάνιο παράδειγμα στην Ελλάδα υποστήριξης παραγωγής έργων μεγάλης κλίμακας, συχνά σχεδιασμένων για υπαίθριο χώρο, ταιριάζει στην τέχνη τους και, καθώς άρχισαν να αναζητούν περισσότερες πληροφορίες, εμπνεύστηκαν από τις εικόνες των τοπίων που αντίκρισαν.
«Για εμάς, που ζούμε στους πρόποδες των Καναδικών Βραχωδών Ορών, η Μεσόγειος είναι κάτι καινούριο. Δεν έχουμε επαφή με μεγάλες επιφάνειες νερού» λένε στη διάρκεια μιας ξενάγησης όπου συμμετέχει και το Marie Claire.

Ανέκαθεν, από την άλλη, είχαν κάποια εξοικείωση με τη μυθολογία της αρχαίας Ελλάδας. «Ακόμα και στον Καναδά, μεγαλώνεις μαθαίνοντας ιστορίες της». Καθώς λοιπόν άρχισαν να παρατηρούν εικόνες της Κρήτης, στο μυαλό τους επέστρεφε ξανά και ξανά η ιδέα του παρελθόντος της, και του χρόνου γενικά, που έγινε ο σπόρος της δημιουργίας του «Chronotopia».
«Για εμάς, που ζούμε στους πρόποδες των Καναδικών Βραχωδών Ορών, η Μεσόγειος είναι κάτι καινούριο. Δεν έχουμε επαφή με μεγάλες επιφάνειες νερού»
Στην ανάπτυξη αυτής της ιδέας, ωστόσο, δεν μπορούσαν να αγνοήσουν το παρόν του ελληνικού νησιού και τις διαφορετικές πραγματικότητες που το συνθέτουν. «Για να δεις τον σύγχρονο κόσμο, που είναι πολύ διαφορετικός από τον αρχαίο, πρέπει να αναπροσαρμόσεις τους φακούς σου. Ακόμα και ο κόσμος αυτού του resort είναι πολύ διαφορετικός από εκείνον που υπάρχει από την άλλη πλευρά του κόλπου». Μέσα από το «Chronotopia» σκέφτηκαν λοιπόν να αναπαραστήσουν αυτό το παλίμψηστο κάθε σημείου του ορίζοντα, όπου το χτες συνυπάρχει με το σήμερα, το αύριο και όλες τις διαφορετικές εκδοχές τους.
Κάθομαι στο παγκάκι ανάμεσα στα τόξα και, παρατηρώντας τους μικρόκοσμους που κρύβει κάθε φακός, νιώθω σαν ηρωίδα σε sci-fi ταινία, που μπορεί να επιλέξει να επισκεφτεί ένα από τα πολλαπλά σύμπαντα, παρόμοια μεταξύ τους αλλά ποτέ ολόιδια. Οι καλλιτέχνες απολαμβάνουν το γεγονός ότι κάθε θεατής μοιράζεται και μία διαφορετική ερμηνεία του έργου τους –ή ακόμα και περισσότερες– την οποία μάλιστα να μην είχαν καν σκεφτεί οι ίδιοι. Στην ομάδα μας, άλλοι το βλέπουν σαν ναό, άλλοι σαν υπερμεγέθες κόσμημα ή αντικατοπτρισμό.

«Το έργο σε προσκαλεί να του αφιερώσεις λίγο χρόνο, να κατεβάσεις ρυθμούς και να καθίσεις στο παγκάκι για περισυλλογή. Διαμορφώθηκε μάλιστα έτσι ώστε να αισθάνεσαι σαν να σε αγκαλιάζει και να βυθίζεσαι στο εσωτερικό του. Το δημιουργήσαμε ακόμα και για τον περαστικό που μπορεί να το βρει τυχαία μπροστά του και να αποφασίσει να αλληλεπιδράσει μαζί του. Μεγάλο μέρος της δουλειάς μας έγκειται στη δημιουργία ιδιωτικών στιγμών σε δημόσιους χώρους».
Η τέχνη των Caitlind και Wayne ανέκαθεν επιδίωκε την εμπλοκή του θεατή. Παρόλο που το παρελθόν τους είναι διαφορετικό (η Caitlind σπούδασε καλές τέχνες, ο Wayne συνδύασε τις σπουδές του στη μουσική με μια πολύ πρακτική μαθητεία στον χειρισμό μηχανημάτων), έγιναν συγκάτοικοι και ζευγάρι «σε ένα σπίτι γεμάτο από καλλιτέχνες, όπου μπορείτε να φανταστείτε το χάος: στο σαλόνι υπήρχε μια γκαλερί, τον κήπο τον είχαν μετατρέψει σε παραλία με μια τεράστια ποσότητα άμμου που είχαν φέρει – σε κάποια φάση, μάλιστα, είχαν σκάψει χαρακώματα για να αναπαραστήσουν πεδία μάχης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σε εκείνο το τρελό μέρος γνωριστήκαμε και αρχίσαμε να συνεργαζόμαστε».
Έγιναν συγκάτοικοι και ζευγάρι «σε ένα σπίτι γεμάτο από καλλιτέχνες, όπου μπορείτε να φανταστείτε το χάος: στο σαλόνι υπήρχε μια γκαλερί, τον κήπο τον είχαν μετατρέψει σε παραλία με μια τεράστια ποσότητα άμμου που είχαν φέρει».
Τα πρώτα τους κοινά έργα ήταν στην πρακτική του expanded cinema. Η Caitlind γύριζε ταινίες, ο Wayne σχεδίαζε τον ήχο και μετά σκάρωναν προβολές με αυτοσχέδιες μηχανές. Κάποια στιγμή όμως ένιωσαν ότι ο κινηματογράφος τούς περιόριζε, γιατί «κάθε ταινία έχει αρχή, μέση και τέλος». Θέλοντας να απελευθερώσουν τα έργα τους από μια συγκεκριμένη χρονική διάρκεια, έκαναν τη μετάβαση σε φωτεινά γλυπτά, εγκαταστάσεις και παρεμβάσεις που τοποθετούσαν συνήθως σε μη παραδοσιακούς χώρους τέχνης, όπως δημόσια πάρκα, δάση, εγκαταλελειμμένα κτίρια και χώρους στάθμευσης. Μετέτρεψαν την τέχνη από αντικείμενο σε εμπειρία, και μάλιστα σε μια εμπειρία ανοιχτή σε όλους.

Στο κέντρο του «Chronotopia» επιλέγεις τις οπτικές μέσα από τις οποίες θα δεις ό,τι υπάρχει και συμβαίνει γύρω σου –τους λουόμενους στην παραλία, τα καραβάκια στο βάθος του ορίζοντα, τα θαλασσοπούλια στον ουρανό– ενώ αποδέχεσαι το γεγονός ότι μπορεί κι εσύ να είσαι ταυτόχρονα αντικείμενο παρατήρησης από κάποιον έξω από το έργο. Το μεταμορφώνεις. Γίνεσαι συμμέτοχός του, περφόρμερ κατά κάποιον τρόπο. Οι δημιουργοί του θεωρούν ότι ολοκληρώνεται από την παρουσία κάποιου στο εσωτερικό του.
Το «Chronotopia» είναι ανοιχτό και σε μια πιο πολιτική ερμηνεία, διαχρονική και εξαιρετικά επίκαιρη: Οι φακοί δείχνουν ότι κάποιες φορές χρειάζεται να προχωρήσουμε σε διορθώσεις για να φτάσουμε σε μια συναίνεση στο πώς βλέπουμε την πραγματικότητα. Είναι όμως επίσης σημαντικό να μη χάσει ο καθένας τη δική του, μοναδική οπτική. «Οι πολλαπλές οπτικές είναι θεμελιώδεις για να χτίσουμε έναν κόσμο όλοι μαζί».
Οι φακοί δείχνουν ότι κάποιες φορές χρειάζεται να προχωρήσουμε σε διορθώσεις για να φτάσουμε σε μια συναίνεση στο πώς βλέπουμε την πραγματικότητα. Είναι όμως επίσης σημαντικό να μη χάσει ο καθένας μας τη δική του, μοναδική οπτική.
Το γεγονός ότι οι φακοί προέρχονται από γυαλιά μυωπίας που κατασκευάστηκαν σύμφωνα με διαφορετικές συνταγές γιατρού, πολλαπλασιάζει τις οπτικές που προσφέρει. Οι καλλιτέχνες τούς προμηθεύτηκαν από μια φιλανθρωπική οργάνωση στον Καναδά, «η οποία μάς δώρισε 30.000 φακούς, στο πλαίσιο ενός προγράμματος που δίνει νέες χρήσεις σε φακούς παλιών γυαλιών». Περιορίστηκαν στα γυαλιά μυωπίας για δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος ήταν εννοιολογικός, «για να μπορείς να δεις σε μεγάλη απόσταση, σαν να κοιτάς στο μακρινό παρελθόν ή στο μακρινό μέλλον». Ο δεύτερος, πρακτικός, αφού «από τους φακούς των γυαλιών πρεσβυωπίας μπορεί να ξεσπάσει φωτιά, κι αυτό είναι σημαντικό να το λάβεις υπόψη σου όταν δουλεύεις κάτω από τον καυτό μεσογειακό ήλιο».

Ο αριθμός των 1.500 φακών υπαγορεύτηκε από την πυκνότητα στην οποία ήθελαν να τους τοποθετήσουν σε ένα έργο που επέλεξαν να κατασκευάσουν «σε κλίμακα αρκετά μεγάλη για να χωράει τον θεατή, αλλά όχι τόσο ώστε να επιβάλλει την παρουσία του στον χώρο».
Μετά τον σχεδιασμό του, ακολούθησαν διάφορες πρακτικές προκλήσεις, όπως: πώς θα μετέφεραν τους φακούς στην Κρήτη; Αποφάσισαν να τους πάρουν μαζί τους στο αεροπλάνο, σε κιβώτια «που το καθένα ζύγιζε πάνω από είκοσι κιλά». Η επόμενη πρόκληση ήταν να βρουν έναν ντόπιο τεχνίτη με τον οποίο θα συνεργάζονταν στην κατασκευή των πλαισίων από ανοξείδωτο ατσάλι. Αυτό το πρόσωπο ήταν τελικά «ο Ανδρέας, που έχει ως έδρα την Αθήνα. Έκανε φανταστική δουλειά. Μακάρι να μπορούσαμε να τον πάρουμε μαζί μας στον Καναδά».
Τους παρακολουθώ να τακτοποιούν τις τελευταίες λεπτομέρειες του έργου με πλατύγυρα καπέλα, σαν αγρότες που φροντίζουν τις καλλιέργειές τους στο ύπαιθρο. Νιώθουν προνομιούχοι για αυτή την εμπειρία δημιουργίας. Στα διαλείμματα, σχεδόν καθημερινά, πηγαίνουν για κολύμπι στη θάλασσα.
Τακτοποιούν τις τελευταίες λεπτομέρειες του έργου με πλατύγυρα καπέλα, σαν αγρότες που φροντίζουν τις καλλιέργειές τους στο ύπαιθρο. Νιώθουν προνομιούχοι για αυτή την εμπειρία δημιουργίας. Στα διαλείμματα, σχεδόν καθημερινά, πηγαίνουν για κολύμπι στη θάλασσα.
Και φυσικά είναι οι πρώτοι που έχουν την ευκαιρία να βιώσουν τις μεταμορφώσεις του «Chronotopia» καθώς αλλάζουν το φως και τα χρώματα μέσα στην ημέρα. Ενώ στεκόμαστε μπροστά στο έργο, αρχίζει να σουρουπώνει. Στην παλέτα των αποχρώσεων του πράσινου των κήπων, του μπλε της θάλασσας και του ουρανού, προστίθενται τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος – κίτρινο, πορτοκαλί, ροζ, κόκκινο. Οι καλλιτέχνες μάς παρακινούν να επιστρέψουμε όταν θα έχει νυχτώσει για τα καλά. Η μία και μοναδική πηγή τεχνητού φωτός που έχει τοποθετηθεί το διαχέει έτσι ώστε να δημιουργεί «αστερισμούς και γαλαξίες» ή «άπειρα φωτάκια κεριών που τρεμοπαίζουν στον αέρα, όπως τα περιέγραψε η κυρία [Τζίνα] Μαμιδάκη».

Τα εγκαίνιά του επισφραγίζουν την ολοκλήρωση της δουλειάς τους. Αλλά η ζωή του «Chronotopia», σαν ένα παιδί που έφεραν μαζί στον κόσμο, έχει μόλις αρχίσει, και οι μεγαλύτερες προκλήσεις είναι μπροστά του: έχουν να κάνουν με την επιβίωσή του στο θαλασσινό τοπίο, που βάλλεται από το αλάτι και τον άνεμο. Η Caitlind και ο Wayne έχουν ενσωματώσει κάποιες τεχνικές που περιορίζουν τις συνέπειες των περιβαλλοντικών παραγόντων. Αναγνωρίζουν ότι θα «υπάρξουν εκπλήξεις», αλλά αισιοδοξούν για τη μακροβιότητά του από «τη φροντίδα που δείχνει το Ίδρυμα Γ. & Α. Μαμιδάκη στη συντήρηση των έργων τέχνης της συλλογής του».
Οι καλλιτέχνες μάς παρακινούν να επιστρέψουμε όταν θα έχει νυχτώσει για τα καλά. Η μία και μοναδική πηγή τεχνητού φωτός που έχει τοποθετηθεί το διαχέει έτσι ώστε να δημιουργεί «αστερισμούς και γαλαξίες».
Όπως καταλήγει η Caitlind: «Κάθε φορά, μπαίνουμε στον πειρασμό να φουσκώσουν τα μυαλά μας – ειδικά εγώ, γιατί ο Wayne είναι πολύ ταπεινός, και από το παρελθόν του ως μουσικός κατανοεί την έννοια της συνεργασίας με άλλους. Αλλά τίποτα δεν σε προσγειώνει περισσότερο από τη συνεργασία σου με το περιβάλλον, γιατί είναι ισχυρότερο από οποιονδήποτε από εμάς».

Ο θεσμός του Βραβείου Τέχνης Ιδρύματος Γεωργίου & Αριστέας Μαμιδάκη
Από το 2019, ενσαρκώνει την αρχική ιδέα και έμπνευση της Τζίνας Μαμιδάκη: τη δημιουργία ενός πλαισίου που προσφέρει χώρο και χρόνο σε σύγχρονους καλλιτέχνες για ελεύθερη έκφραση και καλλιτεχνική δημιουργία, μια πρακτική που βρίσκει τις ρίζες της ήδη στα πρώτα συμπόσια Τέχνης στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Έκτοτε, ο θεσμός εξελίσσεται δυναμικά, ακολουθώντας τις μεταβολές της σύγχρονης καλλιτεχνικής σκηνής, παραμένοντας ωστόσο σταθερά προσηλωμένος στην ενίσχυση της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας και στη σύνδεση της τέχνης με τον τόπο, μέσα από έργα τοποειδικά (site-specific), σχεδιασμένα για μόνιμη έκθεση στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης.
Προσφέρει χώρο και χρόνο σε σύγχρονους καλλιτέχνες για ελεύθερη έκφραση και καλλιτεχνική δημιουργία, μια πρακτική που βρίσκει τις ρίζες της ήδη στα πρώτα συμπόσια Τέχνης στα τέλη της δεκαετίας του ’80.
Τα τελευταία τρία χρόνια το Βραβείο έχει αποκτήσει διεθνή χαρακτήρα, προσελκύοντας κάθε χρόνο εκατοντάδες συμμετοχές από όλον τον κόσμο. Όπως και τις προηγούμενες χρονιές, έτσι και το φετινό κάλεσμα επικεντρώθηκε σε έργα μεγάλης κλίμακας, σχεδιασμένα για υπαίθριο χώρο, τα οποία εντάσσονται οργανικά στο τοπίο λειτουργώντας ως σημεία αναφοράς και μετασχηματίζοντας την εμπειρία του φυσικού περιβάλλοντος. Αξίζει να σημειωθεί ότι φέτος είναι η πρώτη φορά που το Βραβείο Τέχνης απονεμήθηκε εξ ολοκλήρου σε καλλιτέχνες από το εξωτερικό.
Η Επιτροπή Αξιολόγησης του φετινού Βραβείου Τέχνης απαρτίστηκε από τους: Γεώργιο Γυπαράκη (εικαστικό, καθηγητή τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο), Πολίνα Κοσμαδάκη (ιστορικό Τέχνης, επιμελήτρια Μοντέρνας και Σύγχρονης Τέχνης, Μουσείο Μπενάκη), Σωτήριο Μπαχτσετζή (καλλιτεχνικό διευθυντή Ιδρύματος Γ.&Α. Μαμιδάκη, ιστορικό τέχνης, αν. καθηγητή Πολιτισμού και Δημιουργικών Μέσων και Βιομηχανιών, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας), Νίκο Ναυρίδη (εικαστικό, καθηγητή Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Αθήνας), Αλέξανδρο Ψυχούλη (εικαστικό, καθηγητή Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας).
Info



