Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Marieclaire.gr on Google

Μερικά χρόνια πριν πέρασα το κατώφλι της Στέγης Ωνάση γεμάτη περιέργεια να δω πώς το Σπιρτόκουτο θα μπορούσε να γίνει μιούζικαλ. Πέρσι το φθινόπωρο στις Νύχτες Πρεμιέρας βεβαιώθηκα ότι ο Αλέξανδρος Λιβιτσάνος έχει ένα μοναδικό ταλέντο να ντύνει μουσικά ολόκληρους μικρόκοσμους, αφού άκουσα τη μουσική του για την ταινία Brando with a Glass Eye του Αντώνη Τσώνη: ένα score που δεν συνόδευε απλώς την εικόνα, φώτιζε εσωτερικά τον κόσμο του κεντρικού ήρωα και χάριζε στον θεατή μια πιο όμορφη, ίσως, Αθήνα.

Φωτογραφίες: William Faithful.

Συνθέτης, ενορχηστρωτής και πιανίστας με εντυπωσιακό στιλιστικό εύρος, ο Λιβιτσάνος κινείται με την ίδια άνεση ανάμεσα στη συμφωνική γραφή, το σινεμά, το θέατρο και το ελληνικό τραγούδι. Έκανε το δισκογραφικό του ντεμπούτο με το Circular Argument (2016 στην Decca), ενώ στη συνέχεια συνεργάστηκε με διεθνείς εκδοτικούς οίκους (Editions Bim, Canadian Brass Publications, Hal Leonard) και παρουσίασε έργα σε πολλές χώρες (ΗΠΑ, Καναδάς, Ιαπωνία) και τρεις ηπείρους. Έχει συνεργαστεί, μεταξύ άλλων, με τον Alexandre Desplat, τους Canadian Brass, τον Michel Legrand, το Ίδρυμα Ωνάση, την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, την Εθνική Λυρική Σκηνή, τη City of Prague Symphony Orchestra. Το 2023 συνυπέγραψε με τον Γιάννη Νιάρρο το Σπιρτόκουτο: The Musical, πέρσι υπέγραψε μέρος της μουσικής της Σπασμένης Φλέβας του Γιάννη Οικονομίδη, ενώ αυτές τις μέρες παίζεται στις αίθουσες το Πάρτι Γενεθλίων του Miguel Ángel Jiménez, με πρωταγωνιστή τον Willem Dafoe, που μας ξαφνιάζει πολύ ευχάριστα με την ερμηνεία του στο Don’t Let Me Be Misunderstood, που έγινε και η αφορμή γι’ αυτήν την κουβέντα.

Πώς πλησιάζει κανείς ένα τραγούδι όπως το Don’t Let Me Be Misunderstood χωρίς να το φοβηθεί, αλλά ούτε και να το προδώσει;

Έχω μια δραματουργική προσέγγιση σε όλα τα τραγούδια. Προσέχω πολύ τους στίχους, αλλά και το τι συμβαίνει στην ενορχήστρωση. Το Don’t Let Me Be Misunderstood ταίριαζε στο σύμπαν της ταινίας· οι στίχοι ταίριαζαν με αυτό που συμβαίνει στο τέλος, αλλά και με τον τρόπο που έχει χτιστεί ο χαρακτήρας. Να σου πω και κάτι; Δεν ήταν ένα τραγούδι με το οποίο είχα προσωπική σχέση. Δεν το είχα αγαπήσει πραγματικά σε καμία εκδοχή, μέχρι που χρειάστηκε να το ξαναδώ μέσα από την ταινία. Στην αρχή το είχα δοκιμάσει και με ηλεκτρική μπάντα και με μπουζούκι, αλλά ούτε αυτό μου άρεσε. Μετά, όταν τελείωσε η ταινία και είχε μείνει αυτό το κενό στο τέλος, κάθισα στο πιάνο, έπαιξα μια εκδοχή, το χτίσαμε πάνω σε αυτή, έβαλα τα έγχορδα και έτσι μπήκε στην ταινία. Τώρα που το κάναμε και το άκουσα, κατάλαβα τι είναι αυτό που αγαπάει σε αυτό ο κόσμος. Έχει κάτι απολογητικό, κάτι γλυκό, τραυματισμένο, βαρύ. Κάτι που μπορεί να ταιριάξει ακόμη και σε έναν άνθρωπο δεσποτικό, αδίστακτο. Την ίδια στιγμή είναι βαθιά κινηματογραφικό. Κι έτσι, αφού πέρασα από όλη αυτή τη διαδικασία, συμφιλιώθηκα με το τραγούδι.

Αντιμετώπισες τη φωνή του Willem Dafoe σαν τραγουδιστή, σαν αφηγητή ή σαν τραγικού ήρωα;

Αυτό που συνέβη με τον Dafoe ήταν τελείως απρόσμενο. Με πήρε ο Γιώργος Καρνάβας, παραγωγός της ταινίας, και μου είπε: «Είμαι στη Ρώμη και είναι εδώ ο Dafoe, για να συμπληρώσει κάποιες ατάκες που ακούγονται off screen. Θες να δοκιμάσουμε να το πει;». Του έστειλα δύο εκδοχές, σε διαφορετικές τονικότητες. Η μία ταίριαξε. Του άρεσε πάρα πολύ, είπε πολύ καλά λόγια για τη διασκευή, χάρηκε, ηχογράφησε και μας το έστειλαν πίσω. Έβαζα το κανάλι με τη φωνή του solo, χωρίς τα υπόλοιπα κανάλια ήχου, και το άκουγα. Γιατί αυτό που έκανε είναι ερμηνεία. Δεν είναι ούτε ακριβώς τραγούδι ούτε αφήγηση.

Πότε μια διασκευή παύει να είναι διασκευή και γίνεται νέο έργο;

Με τον Νταφόε, νομίζω ότι προέκυψε κάτι που στέκεται πια ως νέο έργο. Και είναι μέσα στο πλαίσιο μιας συνολικής δικής μου αντιμετώπισης: πέρα από την ενορχήστρωση, τη διασκευή ή τη μεταγραφή, υπάρχει αυτό που παγκοσμίως πλέον λέγεται reimagining, και είναι κάτι που με αφορά πάρα πολύ. Αν μου δώσεις μια λίστα με δέκα κομμάτια, συνήθως θα πάρω αυτό που δεν μου αρέσει, όχι αυτό που μου αρέσει. Γιατί αυτό που δεν μου αρέσει θα με αναγκάσει να δω τι είναι εκείνο που βλέπουν οι άλλοι σε αυτό και τους αρέσει. Με ενδιαφέρει να πάρω ένα υλικό, να το ξαναδώ από μέσα, να το αποδομήσω πλήρως αν χρειαστεί και να το ξαναχτίσω.

Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών είναι στα καλύτερά της και δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από μεγάλες ορχήστρες παγκοσμίως… Και δεν σου κρύβω πως καμαρώνω πολύ στους συνεργάτες μου στο εξωτερικό για την τιμή και την ευκαιρία που μου δίνει η σπουδαιότερη ορχήστρα του τόπου μας.

Τι μουσική δύναμη μπορεί να έχει ένα υλικό που θεωρείται ευτελές, cult ή «βρώμικο»;

Υπάρχει δύναμη εκεί, γιατί ένα τέτοιο υλικό μπορεί να γίνει σύνθημα. Μπορεί να είναι κάτι που, ακόμα και για πλάκα, μας κάνει να αισθανθούμε μια ενότητα: ότι ανήκουμε όλοι στην ίδια εποχή, στο ίδιο μέρος, στον ίδιο χώρο. Από το πολύ ευτελές μέχρι το πολύ κοινότοπο, σίγουρα υπάρχει δύναμη. Αυτό το είδαμε και στο Σπιρτόκουτο. Δεν λέω ότι το Σπιρτόκουτο είναι ευτελές, αλλά είδαμε μια δύσκολη οικογενειακή κατάσταση, ένα δράμα, να γίνεται κάτι που το αναγνωρίζεις, κάτι κοινό. Θυμάμαι ότι είχαμε βάλει μικρόφωνα στο πάτωμα και ακούγαμε τα τσόκαρα της Αγορίτσας Οικονόμου, που έπαιζε τη μάνα. Αυτό το βαρύ βήμα της μάνας, τα τσόκαρα, ήταν ένας ήχος που σήμαινε κάτι κοινό. Κάθε τι έχει τον ήχο του…
Παίρνω ταξί, δεν οδηγώ, και ακούω ό,τι ακούνε οι οδηγοί. Πολλοί ακούν έναν σταθμό, τον 99,5, που παίζει βαριά παλιά λαϊκά. Μπορεί εγώ να είμαι σε μια φάση που γράφω κάτι, να μπαίνω στο ταξί δύο η ώρα τη νύχτα και να σκάει ένα βαρύ λαϊκό του Μιχαλόπουλου, ας πούμε, την ώρα που σκέφτομαι τη μουσική μου. Και έτσι, πολλές φορές, όλα αυτά ανακατεύονται και κρύβονται μέσα στη μουσική μου χωρίς να το ξέρει κανείς.

Συναντάμε δείγματα δουλειάς σου στο ελληνικό τραγούδι, το διεθνές σινεμά, τη λαϊκή μνήμη και τη συμφωνική γραφή. Ποιο είναι το νήμα που τα ενώνει;

Νομίζω ότι είναι η αγάπη για τη μελωδία. Εκεί συνδέονται όλα. Επίσης, όλη αυτή η δραστηριότητα ικανοποιεί την περιέργειά μου, αυτή που έχω για τα πάντα.
Όταν ξεκίνησα να γράφω μουσική, το 2003, δεν είχαμε το ίντερνετ με τον τρόπο που το έχουμε τώρα. Έπρεπε να πας στις βιβλιοθήκες, να κατεβάσεις πράγματα, να ψάξεις αλλιώς. Τώρα μπορεί να μαθαίνω διαρκώς πράγματα που μοιάζουν τελείως ασύνδετα, αλλά στο τέλος κάπως ενώνονται.

Δεν θέλω στο σπίτι μου να πρωτοστατεί η μουσική ως ανάγκη, αλλά ως επιλογή.

Τι σημαίνει για σένα η ανάθεση της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών για ένα ολοκληρωμένο συμφωνικό album;

Είναι σίγουρα μια ηχογράφηση-σημείο αναφοράς για μένα. Ουσιαστικά, με αυτή την ηχογράφηση κλείνω την πρώτη μεγάλη περίοδο της ζωής μου ως συνθέτης. Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών είναι στα καλύτερά της και δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από μεγάλες ορχήστρες παγκοσμίως. Εργάζομαι πολύ σκληρά ώστε, αφού ολοκληρωθεί, να ακουστεί όσο περισσότερο και όσο πιο μακριά γίνεται. Και δεν σου κρύβω πως καμαρώνω πολύ στους συνεργάτες μου στο εξωτερικό για την τιμή και την ευκαιρία που μου δίνει η σπουδαιότερη ορχήστρα του τόπου μας.


Υπάρχει κάποιο υλικό, τραγούδι, φωνή, μουσική μνήμη, που ακόμη δεν τολμάς να αγγίξεις;

Ό,τι και να ακούω, αναρωτιέμαι αν θα γινόταν να το πειράξω -από διαστροφή, αλλά και για τεχνικούς λόγους. Έχω κάνει πολλές ενορχηστρώσεις και διασκευές, αλλά όταν πάω στον Μεγάλο Ερωτικό του Χατζιδάκι, κολλάω. Υπάρχουν κάποια έργα των οποίων η ηχογράφηση παραμένει αξεπέραστη. Είναι σαν τις Polaroid που σου χαρίζει ένας φίλος: δεν μπορείς, αλλά ούτε και θέλεις, να επέμβεις. Θα πείραζες, ας πούμε, το White Album των Beatles; Όχι.
Υπάρχουν όμως και έργα του Μίκη που τα ακούω και λέω: «Αυτό, μια μέρα, θέλω να το ξαναφτιάξω». Όπως το Πνευματικό Εμβατήριο. Έχω δει πως και ο ίδιος δοκίμαζε διαφορετικές εκδοχές στα έργα του, οπότε ίσως θα μπορούσε να ξαναφτιαχτεί κι αυτό μετά από πενήντα χρόνια.

Αυτό το βαρύ βήμα της μάνας, τα τσόκαρα, ήταν ένας ήχος που σήμαινε κάτι κοινό. Κάθε τι έχει τον ήχο του…

Η σύντροφός σου είναι η ηθοποιός και ερμηνεύτρια Ελένη Μπούκλη. Πώς έχει αλλάξει η παρουσία της στη ζωή σου τη σχέση σου με τη μουσική;

Είναι ένας άνθρωπος που έχει τεράστια επίδραση πάνω μου. Με έχει αλλάξει πολύ. Γνωριστήκαμε στο Σπιρτόκουτο. Όλοι οι συντελεστές ήταν σπουδαίοι ηθοποιοί, αλλά η Ελένη είχε κάτι πολύ φωτεινό και μαγικό. Πριν μπει στη ζωή μου, είχα ένα σωρό χαζά άγχη στο κεφάλι μου για όλα, λες και ερχόταν το τέλος του κόσμου. Η Ελένη, με τη φιλοσοφία της για τη ζωή, με ηρέμησε πάρα πολύ. Είναι υπέροχος άνθρωπος. Μου έδειξε ότι όλα τα μεγάλα, οι μεγάλες έννοιες, τα σπουδαία, είναι τελικά πάρα πολύ απλά. Ίσως γι’ αυτό και της αφιερώνω ό,τι γράφω.

Ποια ήταν η πρώτη μουσική στην οποία εκθέσατε τον γιο σας; Ή δεν έγινε τόσο συνειδητά;

Δεν το έκανα συνειδητά. Θυμάμαι, όταν τον φέραμε σπίτι, επειδή κοιμόταν όλη μέρα, είχα φτιάξει μια λίστα με τα αγαπημένα μου και του έλεγα: «Να ακούσεις τη μουσική που ακούω όλη μου τη ζωή». Και του τα έβαλα όλα. Σκεφτόμουν: «Πω πω, αυτός ο άνθρωπάκος τα ακούει όλα αυτά πρώτη φορά. Μακάρι να του αρέσουν». Ήταν ένα soundtrack του Jobim, αρκετός Sinatra και πολύ Mozart. Και τι δεν του έβαζα. Όσο μεγαλώνει, αλλάζουν τα ακούσματα. Τώρα, ας πούμε, του βάζω Daft Punk και κάνει χορογραφίες. Αλλά, να σου πω την αλήθεια, τον αφήνω λίγο ελεύθερο — και με το πιάνο και με όλα. Δεν θέλω να καταλάβει ότι «τη δουλειά που κάνουν η μαμά και ο μπαμπάς πρέπει να την κάνω κι εγώ». Θέλω απλώς να υπάρχει ένα πιάνο στο σπίτι, για να πάει να το σκαλίσει αν θέλει. Δεν ήμουν ο τύπος που έπαιζε πιάνο στην κοιλιά της μαμάς του για να ακούει το μωρό. Αντιθέτως, όσο ήταν έγκυος η Ελένη, δεν έπαιξα πιάνο, δεν έγραψα σχεδόν καθόλου μουσική. Δεν θέλω στο σπίτι μου να πρωτοστατεί η μουσική ως ανάγκη, αλλά ως επιλογή.

Ετοιμάζεις κάτι πολύ δυνατό για το άμεσο μέλλον…

Εδώ και περίπου δυόμισι χρόνια ετοιμάζουμε ένα πολύ ιδιαίτερο project με τον Παύλο Παυλίδη, για ορχήστρα, πιάνο και ηλεκτρονικά. Ο Παύλος είναι ένας βαθύς καλλιτέχνης. Όσο γνωρίζω το έργο του, με εκπλήσσει συνεχώς το πόσο αυτή η ολοκληρωμένη καλλιτεχνική του οντότητα περιέχει μέσα της τόσες διαφορετικές οπτικές για τα πράγματα. Δημιουργώντας μαζί του αυτό το νέο project, αισθάνομαι πολλές φορές σαν να έχω απέναντί μου άλλοτε έναν σπουδαίο σκηνοθέτη, άλλοτε έναν ποιητή κι άλλοτε έναν μουσικό. Ανυπομονώ να έρθει η ώρα να μοιραστούμε με το κοινό αυτό που φτιάχνουμε.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below