Η Μαρζιά* και η Ζαχρά* εγκατέλειψαν το Αφγανιστάν αναζητώντας ασφάλεια. Όταν έφτασαν στην Ελλάδα και απευθύνθηκαν στις αρμόδιες αρχές για να ζητήσουν προστασία, συνελήφθησαν και βρέθηκαν κρατούμενες. Οι δύο υποθέσεις, σύμφωνα με το Refugee Support Aegean, αναδεικνύουν τα προβλήματα πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου στην Αττική.
Η Μαρζιά και η Ζαχρά έφτασαν στην Ελλάδα έχοντας αφήσει πίσω τους μια ζωή που δεν μπορούσαν πλέον να συνεχίσουν. Η μία ταξίδεψε μαζί με την οικογένειά της για να ξεφύγει από τους Ταλιμπάν. Η άλλη έφυγε μαζί με την κόρη της, έχοντας βιώσει χρόνια βίας.
Ιστοριά 1η: «Αλλάξαμε πέντε χώρες και βρεθήκαμε στη φυλακή»
«Δραπετεύσαμε από το Αφγανιστάν για να σώσουμε τις ζωές μας. Αλλάξαμε πέντε χώρες για να φτάσουμε σε κάποιο ασφαλές μέρος, και βρεθήκαμε στη φυλακή». Τα λόγια ανήκουν στη Μαρζιά*, μια γυναίκα από το Αφγανιστάν που έφτασε στην Ελλάδα μαζί με δύο από τα εγγόνια της. Είχε εγκαταλείψει τη χώρα της μαζί με την κόρη και τα εγγόνια της, καθώς η οικογένεια κινδύνευε υπό το καθεστώς των Ταλιμπάν. Στην πορεία του ταξιδιού, όμως, η οικογένεια διαχωρίστηκε. Όταν η Μαρζιά και τα δύο εγγόνια της έφτασαν στην Ελλάδα, απευθύνθηκαν στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης (ΚΥΤ) Μαλακάσας προκειμένου να ζητήσουν άσυλο. Δεν κατάφεραν ποτέ να καταθέσουν το αίτημά τους.
Από την αναζήτηση προστασίας στη φυλακή
Σύμφωνα με το Refugee Support Aegean (RSA), στην είσοδο του ΚΥΤ δεν επιτράπηκε στην οικογένεια να προχωρήσει στη διαδικασία. Αντίθετα, κλήθηκε η Αστυνομία, η οποία συνέλαβε τη Μαρζιά και τα εγγόνια της και τα μετέφερε σε αστυνομικό τμήμα. Εκεί, η γυναίκα διαχωρίστηκε από τα παιδιά, χωρίς να γνωρίζει τι είχε συμβεί σε αυτά ή να μπορεί να επικοινωνήσει μαζί τους. Η ίδια οδηγήθηκε στο δικαστήριο και καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκισης και πρόστιμο 5.000 ευρώ για παράνομη παραμονή στη χώρα. Το αίτημά της για άσυλο δεν είχε προηγουμένως καταγραφεί.
Σήμερα παραμένει στη φυλακή, αν και αυτή δεν είναι η μόνη ιστορία που μας βάζει σε σκέψεις σχετικά με τη λειτουργία των ΚΥΤ και την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου στην Ελλάδα.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Ιστορία 2η: Μητέρα και κόρη κρατούνται μετά την προσπάθειά τους να ζητήσουν άσυλο
Η Ζαχρά* έφυγε από το Αφγανιστάν μαζί με την έφηβη κόρη της, Σαριφά*. Οι δύο γυναίκες, σύμφωνα με το RSA, είχαν βιώσει επί χρόνια ενδοοικογενειακή βία, ενώ η μητέρα αντιμετωπίζει και σοβαρά προβλήματα υγείας.
Πριν από περίπου δύο εβδομάδες, εμφανίστηκαν στο ΚΥΤ Μαλακάσας για να ζητήσουν άσυλο. Και σε αυτή την περίπτωση κλήθηκε η Αστυνομία. Μητέρα και κόρη συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν σε αστυνομικό τμήμα. Σε βάρος της Ζαχρά ασκήθηκε ποινική δίωξη και ορίστηκε δικάσιμος δέκα ημέρες αργότερα. Στο μεταξύ, επέστρεψαν στη Μαλακάσα, όπου ξεκίνησαν οι διαδικασίες για την καταγραφή του αιτήματός τους, καθώς είχαν δηλώσει ρητά ότι επιθυμούν να ζητήσουν άσυλο. Ωστόσο, σύμφωνα με την καταγγελία του RSA, πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία, η Ζαχρά μεταφέρθηκε εκ νέου στο δικαστήριο και καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκισης για παράνομη παραμονή. Η ποινή ανεστάλη υπό τον όρο ότι θα επέστρεφε άμεσα στο Αφγανιστάν. Έκτοτε, μητέρα και κόρη παρέμειναν σε αστυνομικά κρατητήρια. Μόλις το βράδυ της Τρίτης, 6 Οκτωβρίου, μεταφέρθηκαν ξανά στο ΚΥΤ Μαλακάσας.
Η επιστροφή τους στο Αφγανιστάν, ωστόσο, εγείρει σοβαρά ζητήματα προστασίας. Όπως επισημαίνει στο σχετικό ενημερωτικό δελτίο του το RSA, τα μέτρα των Ταλιμπάν για τις γυναίκες που επιστρέφουν στη χώρα ισοδυναμούν με δίωξη λόγω φύλου, σύμφωνα και με απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ).
Τι συμβαίνει με τους ανθρώπους που ζητούν άσυλο;
Οι δύο ιστορίες, σύμφωνα με το Refugee Support Aegean, δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά. Η οργάνωση καταγγέλλει ότι γυναίκες και άντρες πρόσφυγες που εμφανίζονται στις αρμόδιες αρχές για να ζητήσουν άσυλο συλλαμβάνονται και οδηγούνται σε ποινικές διαδικασίες για «παράνομη παραμονή».
Την ίδια στιγμή, η ηλεκτρονική πλατφόρμα του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου για την καταγραφή αιτημάτων ασύλου παραμένει, σύμφωνα με το RSA, εκτός λειτουργίας από τις 12 Ιουνίου. Η οργάνωση υποστηρίζει ότι, ως αποτέλεσμα, άνθρωποι που αναζητούν διεθνή προστασία στην Αττική δεν μπορούν στην πράξη να έχουν πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου.
Σύμφωνα με το RSA, αντί οι άνθρωποι αυτοί να καταγράφονται και να εξετάζεται το αίτημά τους για προστασία, σε ορισμένες περιπτώσεις συλλαμβάνονται, κρατούνται, διώκονται ποινικά και καταδικάζονται για παράνομη παραμονή.
Η οργάνωση υποστηρίζει ότι από τη στιγμή που ένα άτομο εκφράζει προφορικά ή γραπτά την πρόθεσή του να ζητήσει άσυλο, έχει δικαίωμα παραμονής στη χώρα μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Παράλληλα, επισημαίνει ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες έχουν υποχρέωση να παραλαμβάνουν και να καταγράφουν τα αιτήματα ασύλου και ότι οι αρχές δεν θα πρέπει να σχηματίζουν δικογραφίες για «παράνομη παραμονή» σε βάρος ανθρώπων που έχουν ζητήσει προστασία.



