Οκτώ χρόνια μετά τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι, οι μαρτυρίες των επιζώντων και των συγγενών των θυμάτων εξακολουθούν να αποτυπώνουν όσα συνέβησαν το απόγευμα της 23ης Ιουλίου 2018. Άνθρωποι που βρέθηκαν εγκλωβισμένοι στους δρόμους, στη θάλασσα ή αναζητούσαν τους δικούς τους περιγράφουν λεπτό προς λεπτό τις στιγμές που έζησαν, αλλά και την απουσία έγκαιρης προειδοποίησης και οργανωμένης βοήθειας.
Οι παρακάτω αφηγήσεις προέρχονται από το βιβλίο της Μαρίνας Καρύδα, «Μάτι. 23 Ιουλίου 2018» (εκδ. Παπαδόπουλος), και περιλαμβάνουν αποσπάσματα από τις καταθέσεις στη δίκη για την πυρκαγιά. Κάθε χρόνο αναρτά στη σελίδα της στο Facebook μαρτυρίες με αφορμή την τραγική επέτειο της πυρκαγιάς. Και φέτος οι περισσότερες μαρτυρίες έχουν έναν κοινό παρονομαστή: Αν υπήρχε ειδοποίηση από νωρίς, ίσως τα πράγματα να μην είχαν εξελιχθεί όπως εξελίχθηκαν.
Η μαρτυρία του ανθρώπου που έχασε την κόρη και το εγγόνι του στο Μάτι:
«Τελευταία επαφή ήταν όταν με πήρε και μου είπε ότι φεύγει από το σπίτι. Μετά, το τηλέφωνο της ήταν νεκρό. Απελπισμένος, αφού δεν μπορούσα να εντοπίσω την κόρη μου, αποφάσισα να την ψάξω ο ίδιος. Φορούσα σαγιονάρες και μπήκα σε ένα μαγαζί να πάρω ένα ζευγάρι παπούτσια και κάλτσες. Βγαίνοντας από τη Ραφήνα τα πράγματα ήταν ανεξέλεγκτα. Καιγόταν ό,τι ήταν εύφλεκτο, ξύλα, κολόνες της ΔΕΗ, δέντρα, σπίτια, τα πάντα…
Κατέβηκα στις παραλίες, φώναζα, έλεγα το όνομα της κόρης μου, δεν έπαιρνα απάντηση, πήγαινα στην επόμενη.
Εκείνη την ώρα είδα και τον πρώτο νεκρό. Ήταν ένας καμένος άνθρωπος, ξαπλωμένος στην άκρη του δρόμου, και ένα πυροσβεστικό όχημα με ένα πυροσβέστη να τον φυλάει. Του λέω: “Τι κάνεις εδώ;”. “Περιμένω να έρθει ασθενοφόρο να τον παραλάβει”, μου απάντησε.
Συνέχισα κι έφτασα στο Κόκκινο Λιμανάκι. Φώναζα το όνομά της, αλλά δεν ήταν ούτε εκεί. Στις πολυκατοικίες ήταν κόσμος στα μπαλκόνια και φώναζαν “Βοήθεια”.
Έφυγα προς την Αργυρά Ακτή. Μετά ξεκινάνε τα καμένα αυτοκίνητα. Άπειρα αυτοκίνητα, εκατοντάδες, άναρχα, παρατημένα. Άλλα καμένα, άλλα είχαν μικροεστίες ακόμα. Αυτοκίνητα καμένα, με απανθρακωμένα πτώματα μέσα. Κατάφερα και πέρασα ανάμεσα. Οι θερμοκρασίες ήταν πολύ υψηλές.
Τα αθλητικά παπούτσια που φορούσα κολλούσαν στην άσφαλτο. Παίρνει ο γαμπρός μου τηλέφωνο, μου λέει: “Είναι στην Αργυρά Ακτή”. Του λέω: “Φτάνω”. Φωνάζω την κόρη μου, αλλά δεν παίρνω απάντηση. Την ώρα που πήγαινα να φύγω, ακούω μια φωνή μέσα από τη θάλασσα: “Εδώ είναι”. Μια ξένη φωνή. ‘Παιδάκι μου τι κάνεις εκεί μέσα; Έλα έξω”.
Η ίδια φωνή μού απαντάει: “Δεν μπορεί να βγει έξω’. Ζητάω από ένα παλικάρι να με βοηθήσει. Μια μαυρίλα, πίσσα σκοτάδι, δεν ήξερες πού πας και πού πατάς. Η κόρη μου υποβασταζόμενη από μια κυρία· το μωρό το είχε αγκαλιά ο γιος της κυρίας αυτής. Ένας Ρουμάνος πυροσβέστης-διασώστης, που τον φιλοξενούσε αυτή η οικογένεια, έκανε μαλάξεις στο μωρό. Το μωρό ήταν αναίσθητο, αλλά ζούσε ακόμα.
Στη θάλασσα πολύ κόσμος, ασφυκτικά στην παραλία. Όταν φεύγαμε από την ακτή, είδα δύο σκάφη φουσκωτά. Ιδιώτες περισυνέλλεγαν άτομα σε ανάγκη. Κανένα σκάφος λιμενικού να συνδράμει τον κόσμο, κυρίως τους τραυματίες. Τίποτα, ιδιώτες μόνο εμφανίστηκαν, με σκάφη των 6 μέτρων – πόσους να βάλουν μέσα;
Πήγαμε με τον γαμπρό μου πρώτα στο Παίδων για το μωρό. Το παιδί είχε τελειώσει. Οι γιατροί το μόνο που είπαν: “Αν ερχόταν δέκα λεπτά νωρίτερα, κάτι θα κάναμε. Αργήσατ”». Μετά την τραγική είδηση του θανάτου του εγγονού μου, τρέξαμε στο νοσοκομείο που βρισκόταν η κόρη μου. Είχε διασωληνωθεί. Πέρασαν 11 μέρες και δεν την είδα ποτέ. Πέθανε στις 3 Αυγούστου. Αυτοί που έφυγαν βασανίστηκαν πολύ, πόνεσαν. Μαρτύρησαν και, μαζί τους, μαρτυρήσαμε και εμείς. ‘Εκανε ασπίδα το κορμί της για να σώσει τον μπέμπη της».
Βρήκε τη γυναίκα του καμένη έξω από το αυτοκίνητο
«Ήμασταν φιλοξενούμενοι στο σπίτι ενός συναδέλφου μου και είχαμε πέσει για ύπνο το μεσημέρι. Στις 18:00, με ξυπνάει η γυναίκα μου και μου λέει: “Σήκω, κάτι γίνεται”. Μυρίζω καπνό. Βγαίνω έξω και βλέπω καπνό στην πλευρά της Λεωφόρου Μαραθώνος. Αγουροξυπνημένος ήμουν και μου πήρε λίγο χρόνο να δω τι θα κάνω. Σκέφτηκα ότι θα είναι μακριά, αλλά είπα να ετοιμαστούμε να φύγουμε. Αφήσαμε το παιδί να ξυπνήσει τελευταίο. Το αυτοκίνητο βρισκόταν έξω από το σπίτι, στην Περικλέους. Δεν είχαμε ακούσει κάτι που να θυμίζει πυρκαγιά. Καμπάνα, σειρήνα, κάτι στην τηλεόραση. Αρχίσαμε να φορτώνουμε πράγματα στο αυτοκίνητο. Η Πόπη μου μού λέει: “Φωτιά είναι. Πάρε και μια πετσέτα μαζί”. Πάω προς το σπίτι του συναδέλφου μου που ήταν παραλιακό να του παραδώσω το κλειδί του σπιτιού που έμενα. Λέω: “Τι βλέπεις;” Μου λέει: “Καπνούς βλέπω, λέω να φύγουμε”.
Πάω να μπω στο αμάξι με τη γυναίκα και το παιδί μου. Βλέπω στην Ποσειδώνος κολλημένα αμάξια. Κάνουμε ένα νόημα στους οδηγούς πιο πίσω ότι έχει μπλοκάρει. Δεν είχα αντιληφθεί ότι η φωτιά ήταν 300 μέτρα πιο πάνω. Στο μεταξύ, ο δυνατός άνεμος έφερνε καύτρες προς το μέρος μας. Πλησιάζω στο αμάξι από την πλευρά του συνοδηγού, μπαίνω μέσα και βάζω το κλειδί στη μίζα για να βάλω μπροστά το αμάξι να λειτουργήσω τον κλιματισμό. Να μην επηρεαστούμε από τον καπνό. Αυτό σκέφτηκα εκείνη την ώρα.
Ένιωθα ένα κάψιμο από τη δεξιά μου πλευρά. Η φωτιά είχε φτάσει σε εμάς. Είχε αρπάξει όλο τον κήπο του σπιτιού που μέναμε. Ήταν τεράστια, 10 μέτρα ύψος. Η δεξιά πλευρά του προσώπου μου είχε βράσει από το θερμικό φορτίο. Τα αυτιά μου, τα χείλη μου είχα φουσκώσει μόνο από τη θερμική ακτινοβολία. Το παιδί και η γυναίκα μου ήταν στα αριστερά μου. Ήμουν φράγμα μπροστά τους. Μου φωνάζει η γυναίκα μου: “Το παιδί!” και το τυλίγω με την πετσέτα. Ανοίγω την πόρτα του οδηγού. Το διπλανό αυτοκίνητο είχε άνθρωπο μέσα. Έτρεχα με όλη μου τη δύναμη προς τη θάλασσα. Το μέρος που είχα απομνημονεύσει να πάω. Είχα ορατότητα γύρω στα πέντε-έξι μέτρα. Βρίσκω αδιέξοδο γιατί δεν έβλεπα. Βρήκα τον δρόμο προς τη θάλασσα, με τις φωτιές να πέφτουν πάνω μας. Τα εγκαύματά μου ήταν στα χέρια και τα πόδια. Ήταν καιόμενα κλαδιά. Αν είχαν πέσει στο κεφάλι μου, θα πέφταμε επί τόπου με το παιδί και θα καιγόμασταν. Στον δρόμο για τη θάλασσα, βρήκα μια ηλικιωμένη κυρία. Δεν ξέρω αν τα κατάφερε. Όλα αυτά 50 μέτρα από τη θάλασσα! Με όλη μου τη δύναμη έτρεξα προς τη θάλασσα. Φτάνω και, με την κουβέρτα που είχα τυλίξει το παιδί μου, που κάηκε σε πολλά σημεία, μπήκαμε στη θάλασσα και σκεπαστήκαμε με αυτή. Άλλοι που δεν είχαν πετσέτα καίγονταν μέσα στη θάλασσα. Έπεφταν οι καύτρες. Αυτό έγινε 18:40. Ο χρόνος που είχαμε για να διαφύγουμε ήταν αυτό το διάστημα.
Άρχισα να ρωτάω για τη γυναίκα μου, αν την είχαν δει. Είχε βραδιάσει και αποφασίζω να την ψάξω. Αφήνω το παιδί μου με τη μητέρα του συναδέλφου μου. Βγήκα στη στεριά και δεν την έβρισκα πουθενά στην παραλία. Στη θάλασσα δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκτός από ανθρώπους. Δεν υπήρχε το Λιμενικό, δεν υπήρχε κάποιος να μας σώσει. Μόνο, κάποια στιγμή, είδα βαρκούλες που προσπαθούσαν να επιβιβάσουν κάποιους ανθρώπους. Είχαν ηρεμήσει κάπως τα πράγματα και αποφασίζω να την ψάξω από το ίδιο μονοπάτι. Βρέθηκα στη Λεωφόρο Ποσειδώνος. Αμάξια παντού. Άλλα να καίγονται, άλλα όχι. Δέντρα να έχουν αρπάξει φωτιά. Πήγα προς το αυτοκίνητό μας. Όσο περπατούσα, έβλεπα τα πάντα καμένα. Όταν έφτασα στο αμάξι, βρήκα ένα κουφάρι, έναν απανθρακωμένο βράχο. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ήταν η γυναίκα μου αυτή. Λέω: “Κάποιος θα παραπάτησε και θα έπεσε κάτω”. Δεν πίστευα ότι είναι το αυτοκίνητό μας. Συνάντησα ανθρώπους καμένους και πεθαμένους. Είτε στη στεριά είτε στη θάλασσα, σε δρόμους, παντού. Θέλω να σας πω ότι εγώ και η οικογένειά μου ήμασταν 180 μέτρα από τη θάλασσα. Η φωτιά μάς έκαψε στις 18:40, δηλαδή δυόμιση ώρες μετά την έναρξή της. Αυτός ο χρόνος δεν ήταν αρκετός για να σωθεί η οικογένειά μου. Για να είμαι εδώ και να σας περιγράφω όσα έγιναν, σωθήκαμε κατά τύχη. Σωθήκαμε κατά τύχη, 180 μέτρα από τη θάλασσα. Δεν βρέθηκε κανείς να μας ειδοποιήσει, με οποιοδήποτε τρόπο».
Δεν περνάει μέρα που να μη σκεφτώ αυτά που έχω ζήσει
«Εκείνη την ημέρα, γύρω στις 17:30, άκουσα στη τηλεόραση για τη φωτιά στο Νταού. Δέκα λεπτά μετά, κόπηκε το ρεύμα και βγήκε όλη η γειτονιά έξω.
Υπήρχε κάτι περίεργο στην ατμόσφαιρα, ο αέρας ήταν δυνατός. Είπαμε να κλειστούμε στο σπίτι. Την ώρα που έκλεινα το τελευταίο παντζούρι, ακούω τη μαμά μου να ουρλιάζει. Είχαν λαμπαδιάσει κάτι κλαδιά. Άρπαξε η μαμά μου την τσάντα της κι εγώ τα κλειδιά και φύγαμε προς την Περικλέους. Την ώρα που φεύγαμε, δύο γειτόνισσες έμπαιναν στο αμάξι με τα κατοικίδιά τους και πήγαμε μαζί τους.
Η φωτιά μάς κυνηγούσε από αριστερά και πίσω. Όταν ακινητοποιηθήκαμε, είδα ότι η φωτιά ήταν πολύ κοντά. Τους ουρλιάζω: “Βγείτε έξω, θα καούμε”. Έπεσε πολύ πυκνός μαύρος καπνός και σκοτάδι. Έπεσα κάτω, έχασα τα γυαλιά μου. Γύρισα πίσω και είδα χοντρές, πύρινες νιφάδες. Ενστικτωδώς, κατευθύνθηκα προς τη θάλασσα. Άκουγα ανθρώπους να ουρλιάζουν. Περνούσε ένας νεαρός, φορώντας μόνο το μποξεράκι που είχε πιάσει φωτιά, ουρλιάζοντας: “Καίγομαι!” και μια μάνα, μ’ ένα λιπόθυμο παιδάκι ή νεκρό στην αγκαλιά της, σε έξαλλη κατάσταση, ουρλιάζοντας: “Το παιδί μου είναι νεκρό!”.
Κάποιος μου λέει: “Κοπελιά, καίγεσαι”. Είχα πιάσει φωτιά από πίσω. Έφτασα στη θάλασσα κι έπεσα κατευθείαν μέσα. Από πάνω, καίγονταν τα πάντα. Είχε εκρήξεις. Κάθισα δίπλα σε μια οικογένεια. Κρύωνα. Θυμάμαι να είμαι στη θάλασσα με τα χέρια απλωμένα και να βγάζω τις σάρκες μου. Βγήκα έξω και ξαναμπήκα μέσα γιατί στέγνωσα και πέθαινα από τον πόνο. Άκουγα ανθρώπους γύρω μου να προσπαθούν να βρουν βοήθεια, χωρίς ανταπόκριση.
Κάποιος μίλησε με ένα δικό του. “Είμαστε όλοι στην παραλία, ειδοποίησε κάποιον να μας σώσει”.
Αργά το βράδυ, ήρθε ένα καραβάκι και με έβαλαν μέσα. Έπεσα λιπόθυμη. Φτάσαμε στη Ραφήνα. Με πήγαν στον Ευαγγελισμό, και μετά με πήγαν στο Λάτσειο. Εκεί έμεινα 74 μέρες. Έχω καεί πίσω, σε χέρια, πλάτη, γλουτούς και πόδια. Έπαθα πνευμονική εμβολή, είχα επιπλοκές. Μπήκα στη ΜΕΘ για 8 ημέρες. Είχαν πει ότι δεν θα γλιτώσω. Δεν μπορούσα να περπατήσω. Ακόμα με πονάνε, στη ζέστη και την υγρασία, τα εγκαύματα. Δεν μπορώ να λειτουργήσω σωστά, σωματικά και ψυχολογικά. Δεν περνάει μέρα που να μη σκεφτώ αυτά που έχω ζήσει. Αργότερα έμαθα τι συνέβη στους δικούς μου.
Η μάνα μου ήταν πεσμένη στα γόνατα, στο πεζοδρόμιο στην Περικλέους, τόσο καμένη που δεν είχε μαλλιά. Ήταν γυμνή, χωρίς μαλλιά και ούρλιαζε. Έφτασε με μια φίλη στην Αργυρά Ακτή. Της έφεραν ένα τραπεζομάντηλο και νερό από τη ταβέρνα. Ξέρω, από έναν κύριο που ήταν μαζί της, ότι 5-6 ώρες ήταν ζωντανή. Στη διαδρομή προς Ραφήνα, πέθανε. Ο πατέρας μου απανθρακώθηκε κοντά στο αμάξι. Δεν κατάφερε να πάει μακριά. Δεν μας ενημέρωσε κανείς. Αν μας ειδοποιούσε κάποιος, έστω και δέκα λεπτά νωρίτερα… Ήταν μια κατηφόρα. Οι δικοί μου και άλλοι πολλοί θα ζούσαν. Μας άφησαν να καούμε. Αμέλεια, ολιγωρία, αδιαφορία».
Αναγνώρισε τη μητέρα της από το δαχτυλίδι της
«H μητέρα μου βγήκε τρέχοντας, φορώντας το… νυχτικό της και μια ρόμπα, αλλά πρόλαβε να βάλει κανονικά παπούτσια!
Σύμφωνα με τη γειτόνισσα, αλλά και άλλους κατοίκους της πολυκατοικίας, την είδαν να κατεβαίνει ασθμαίνοντας τα σκαλιά από τον 1ο όροφο στην πίσω αυλή και να κινείται προς την κύρια αυλόπορτα της πολυκατοικίας. Η γειτόνισσα μου είπε: «Εμείς φύγαμε μπροστά γιατί είχα μαζί τον μικρό και το μονό που σκεφτόμουνα ήταν πού να πάω το παιδί να το προφυλάξω». Αλλού μου είπαν ότι κάποιος βοήθησε τη μητέρα μου να κάνει πιο γρήγορα, με δεδομένο ότι την ενοχλούσε το ισχίο της. Μαζί με αρκετό κόσμο, βγήκε από την αυλόπορτα και κατηφόρισε την Περικλέους προς την παραλιακή (απόσταση 30 μέτρων). Η γειτόνισσα μάλιστα μου είπε: «Μέχρι εκείνη την ώρα την είχα πίσω μου, μετά την έχασα». Στόχος όλων ήταν να μπουν στα αυτοκίνητά τους και να φύγουν! Γρήγορα όμως συνειδητοποίησαν ότι αυτό ήταν απολύτως ανέφικτο, αφού τόσο η Περικλέους όσο και η Ποσειδώνος και προς τις δύο κατευθύνσεις είχανε μπλοκαριστεί από αυτοκίνητα, που τράκαραν συνέχεια το ένα στο άλλο από πανικόβλητους οδηγούς που προσπαθούσαν να βρουν έναν τρόπο διαφυγής, αλλά τους ήταν αδύνατον.
Επικρατούσε το απόλυτο χάος, από κραυγές και ουρλιαχτά πανικού, κλάματα, κορναρίσματα και ήχους από λαμαρίνες να τσακίζονται από τα αλληλοσυγκρουόμενα οχήματα. Ταυτόχρονα, φυσούσε πάνω τους ο λυσσασμένος και πυρακτωμένος αέρας καπνού (που στροβιλίζονταν προς όλες τις κατευθύνσεις). Ήταν σχεδόν αδύνατον να αναπνεύσεις, αλλά ακόμα και να δεις από το σκοτάδι της κάπνας!
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, στις 18:20, η φωτιά τους πρόλαβέ! Ο ιατροδικαστής, στην έκθεσή του, μιλάει για “ολική καύση”, άλλα διά ζώσης μού εξήγησε ότι “η γυναίκα είτε πέθανε ακαριαία από ασφυξία λόγω εισπνοής διοξειδίου, πριν καλά-καλά πέσει στο έδαφος, είτε έχασε τις αισθήσεις της από θερμοπληξία, έπεσε κάτω και έπαθε ανακοπή ούσα αναίσθητη, μετά από ένα-δύο λεπτά”.
Ουσιαστικά, λοιπόν, δεν κάηκε ζωντανή, αλλά… “ψήθηκε μετά θάνατον” μέσα στο τσιμεντένιο όρυγμα και σε θερμοκρασίες που, την ώρα της φωτιάς, ήταν πολύ υψηλές και για μία-δύο ώρες μετά, οπότε κανένας άνθρωπος δεν αντέχει. Τις συνθήκες αυτές μού τις επιβεβαίωσαν και οι εμπειρογνώμονες της Πυροσβεστικής.
Εγώ προσωπικά, που τα χαράματα της Τρίτης 24 Ιουλίου, τη βρήκα και την αναγνώρισα από το δαχτυλίδι της, στο ίδιο σοκάκι είδα 3 ακόμα πτώματα τα οποία εμφάνιζαν την ίδια εικόνα με τη μητέρα μου: σαν ψημένο το γυμνό δέρμα στα χέρια, στα πόδια και στο πρόσωπο και ανέπαφο το υπόλοιπο σώμα κάτω από τα, επίσης ανέπαφα, ρούχα τους…».
Μαρτυρίες της οικογένειας του 24χρονου Βίκτωρα Μίχα
H μητέρα του: Μετά από λίγο, στον δρόμο ακούγονταν κόρνες, φωνές και πανικός. Ξυπνάμε τα παιδιά και τρέχουμε στη θάλασσα. Μέχρι να μπούμε στη θάλασσα, ήταν λες και ανοίξαμε μια πόρτα και βρεθήκαμε στην κόλαση… Εκείνη την ώρα, δεν βλέπαμε ούτε στεριά ούτε τίποτα. Μας κουκούλωναν τα κύματα. Λες και μας είχες ρίξει στην άβυσσο. Η έγνοια μου ήταν να μη χαθούμε.
Έπειτα από δυο ώρες παραμονής στη θάλασσα, η φίλη μου μού έκανε ένα νεύμα λέγοντας μου: «Πες στα παιδιά μου ότι τα αγαπάω πολύ». Ο Βίκτωρας τα έβλεπε όλα αυτά και επιβάρυναν την κατάστασή του.Κάποια στιγμή, η φίλη μου εγκατέλειψε. Ήμουν σε κατάσταση πανικού. Ήθελα να τη βγάλω έξω να τη δουν τα παιδιά της γιατί ήμουν σίγουρη ότι κάποιος θα έρθει να μας μαζέψει. Γι’ αυτό και δεν την άφηνα.
Κάποια στιγμή, ο Βίκτωρας μου λέει πως δεν αισθάνεται καλά και πως θα πεθάνει. Μου λέει: «Παθαίνω κράμπες, δεν θα αντέξω».
Προσπάθησα να τον ηρεμήσω. Μετά από δύο απανωτά κύματα που μας σκέπασαν, είδα τον Βίκτωρα μπρούμυτα να επιπλέει. Τον γυρίζω ανάσκελα και του μιλάω –«Βίκτωρα, Βίκτωρα!»–, αλλά εκείνος δεν απαντούσε. Ήταν μαύρος παντού. Έκανε μαύρο εμετό, από παντού έβγαζε μαύρα υγρά. Μας πήγαιναν τα κύματα όπου ήθελαν. Στις τρεις ώρες μέσα στη θάλασσα έφυγε το παιδί μου.
Τον χειρότερο εφιάλτη που φαντάζεστε εσείς οι γονείς εγώ τον έβλεπα μπροστά μου… Ή θα πήγαινα μαζί του ή θα άφηνα τον Βίκτωρα να σώσω τη Βάσια. Δεν ξέρω πώς το έκανα, μη με ρωτάτε. Λειτούργησε το μητρικό ένστικτο. Αποφάσισα να πάρω τη Βάσια και να φύγουμε. Δεν έχω λόγια να σας περιγράψω εκείνες τις στιγμές. Δεν υπάρχουν λέξεις στο ελληνικό λεξικό. Τελικά συνεχίσαμε. Τον άφησα και έφυγα. Ήθελα να ουρλιάξω… Ήθελα να βουτήξω στη θάλασσα να πάω να τον φέρω πίσω. Την ψυχή μου άφησα μέσα στη θάλασσα. Δεν το πίστευα, αλλά της έλεγα: «Θα τα καταφέρουμε». Έβγαλα το σουτιέν μου και δέσαμε τους καρπούς μας για να μη χαθούμε. Αν αισθανόμουν πως πνίγομαι, θα το έλυνα για να μην παρασύρω και τη Βάσια μαζί μου.
Κάποια στιγμή ακούσαμε φωνές. Ήταν άνθρωποι που κολυμπούσαν στη θάλασσα όπως εμείς.
Ένας κύριος έδιωξε από δίπλα μας το πτώμα μιας γυναίκας για να μη φοβηθούμε. Δεν ήξερε ότι εγώ είχα αφήσει δύο αγαπημένα μου πρόσωπα στη θάλασσα και είχα θάψει την ψυχή μου εκεί. Μου ήταν εντελώς αδιάφορο ότι θα με έσωζαν. Όταν ήρθε το ψαροκάικο, είχα το αίσθημα ασφάλειας για το παιδί μου, αλλά εγώ δεν είχα κανένα συναίσθημα χαράς.
H αδελφή του: Δεν είχαμε άλλη επιλογή. Αν είχαμε καθυστερήσει να φύγουμε δύο τρία λεπτά, η φωτιά θα μας είχε προλάβει και θα είχαμε καεί μέσα στο αυτοκίνητο. Δεν υπήρχε κάποιος να μας ειδοποιήσει… Να χτυπήσει μια καμπάνα. Ένας να είχε ειδοποιήσει κάποιον, θα είχαμε φύγει και τα πράγματα θα ήταν τελείως διαφορετικά.
Τα κουκουνάρια που καίγονταν έπεφταν πάνω μας. Και για να μην καούμε, τρέχοντας μπήκαμε στο νερό… Μόλις ο αδελφός μου αντιλήφθηκε ότι η φίλη μας δεν ήταν στη ζωή, πανικοβλήθηκε. Μετά από δύο κύματα, ο Βίκτωρας έφυγε. Ήταν γυρισμένος ανάποδα. Η μαμά μου δεν ξέρω πως άντεξε και το αντιμετώπισε. Τον γύρισε, είδε το πρόσωπο του, και ήταν μαύρος. Δεν το πίστευα ότι είχε φύγει. Μου έλεγε η μαμά μου πως ο Βίκτωρας δεν είναι πλέον στη ζωή. Περίμενα κάποιον να έρθει.
Τον κρατούσα. Δεν μπορούσα να δεχτώ ότι θα αφήναμε τον Βίκτωρα.
Μου είπε η μαμά μου, αν συνεχίσεις να τον κρατάς, θα φύγεις και εσύ, θα φύγω και εγώ. Η μαμά μου έβγαλε το σουτιέν της και δέσαμε τους καρπούς μας για να μη χαθούμε. Είχαμε μόνο η μία τη άλλη και κοιτούσαμε τον ουρανό, περιμένοντας κάποιος να μας πετάξει ένα σωσίβιο… Τρέμαμε από το κρύο και την κούραση. Γυρνάω και λέω στη μαμά μου: «Θα πεθάνουμε και εμείς;» Δεν μου απαντούσε… Το πρόσωπό της ήταν μαύρο… Ήξερα πως αν έφευγε η μάνα μου, θα έφευγα και εγώ. Δεν θα τα κατάφερνα. Ένα καΐκι, στις 11 το βράδυ, μας βοήθησε, πετώντας μας δυο σωσίβια. «Βοήθεια. Ελάτε από εδώ…» φωνάζαμε. Μας πέταξαν σωσίβια.
Εκείνη την ώρα έκλαιγα. Δεν ήξερα τι έπρεπε να αισθανθώ. Είχα αφήσει πίσω μου τον αδερφό μου. Λες και με είχαν κόψει στα δύο… Το σώμα του ήταν μέσα στη θάλασσα. Αυτό που ζήσαμε, να περιμένουμε πάνω από ένα τηλέφωνο να μας πουν πού βρίσκεται, δεν ξέρω… Σε ποιον άνθρωπο αξίζει κάτι τέτοιο, τέτοιο μαρτύριο; Προσευχόμαστε να βρεθεί το σώμα του. Μετά από μια εβδομάδα, μας είπαν ότι είχε βρεθεί και έγινε και ταυτοποίηση. Δεν μπορέσαμε να τον δούμε να τον αποχαιρετήσουμε για τελευταία φορά. Τον αποχαιρετήσαμε μέσα σε ένα κλειστό φέρετρο. Στα πρώτα γενέθλια του αδερφού μου, τη μητέρα μου την έπιασε κρίση πανικού γιατί δεν μπορούσε να το αντέξει.
Είμαστε μισή ώρα μακριά από τη Βουλή. Είμαστε μια ευρωπαϊκή χώρα εμείς; Πού είναι το κράτος; Δεν ντρεπόμαστε λίγο; Ντροπή μας αυτά που γίνονται. Κάθε καλοκαίρι, εγώ φοβάμαι πλέον για τη ζωή μου. Φοβάμαι να ζήσω τη ζωή μου σε αυτή τη χώρα γιατί ξέρω ότι δεν θα υπάρξει κανείς να με προστατεύει… Πού ήταν οι αρμόδιοι; Πού βρίσκονταν; Αν συνέβαινε ένας πόλεμος, σε όλους εσάς μιλάω, τι θα γινόταν;… Το κράτος μας έχει πέσει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα, ένα προς ένα. Αυτά που συνέβησαν είναι εγκληματικά. Έχετε ακούσει όλες τις μαρτυρίες των ανθρώπων που πνίγηκαν, κάηκαν ζωντανοί ουρλιάζοντας, και όλα αυτά γιατί κανείς δεν έκανε τη δουλειά του. Ένας να είχε κάνει τη δουλειά του, θα είχαν σωθεί οι περισσότεροι.
O πατέρας του: Μετά ακολούθησε ο εφιάλτης πώς θα βρούμε το παιδί. Το παιδί βρέθηκε στη θάλασσα μόνο του… Μια εβδομάδα μετά, άκουσα ότι πτώμα νεαρού άνδρα ξεβράστηκε στο λιμάνι της Ραφήνας. Με έπιασε ταραχή. Ήμουν σίγουρος ότι ήταν το παιδί μου. Ήταν το παιδί μου. Μία εβδομάδα στη θάλασσα… Δεν μπόρεσα να τον αποχαιρετήσω. Πήγα και έδωσα DNA. Μετά περιμέναμε τον ιατροδικαστή. Το φέρετρό του ήταν σφραγισμένο, και έτσι τον αποχαιρετήσαμε.



