Υπάρχουν υποθέσεις που προκαλούν φρίκη για όσα αποκαλύπτουν. Και υπάρχουν κάποιες ακόμη πιο σκοτεινές, γιατί αποκαλύπτουν όχι μόνο ένα έγκλημα, αλλά και όλα όσα είχαν προηγηθεί και ίσως θα έπρεπε να είχαν σημάνει συναγερμό. Η υπόθεση της Κυψέλης είναι μία από αυτές.
Ένα νεκρό βρέφος, η σορός του κρυμμένη για μεγάλο χρονικό διάστημα στην κατάψυξη από έναν 43χρονο που βρίσκεται στο επίκεντρο της υπόθεσης, με τις τελευταίες πληροφορίες να τον θέλουν τον Απρίλιο του 2020 είχε προφυλακιστεί για υπόθεση μαστροπείας με θύμα μία γυναίκα από τη Γερμανία. Μια 38χρονη Γερμανίδα γυναίκα έγκυος. Η 15χρονη που ζούσε μαζί τους, επίσης έγκυος. Δύο ακόμη ανήλικα αγόρια, 9 και 12 ετών. Η 15χρονη και ο 9χρονος διεγνωσμένοι, σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής πληροφορίες, με σύφιλη. Ένας Αφγανός ενήλικος, 26 ετών, που φέρεται να δηλώνει σύντροφος της 15χρονης και πατέρας του παιδιού που κυοφορεί.
Και μέσα σε όλα αυτά, μια πληροφορία που αλλάζει τη διάσταση της υπόθεσης: τα τρία παιδιά ήταν ήδη γνωστά στις Αρχές. Είχαν ήδη βρεθεί στο Παίδων «Αγία Σοφία» έπειτα από εισαγγελική παρέμβαση, καθώς είχε κριθεί ότι χρειάζονταν προστασία. Το σύστημα τα είχε ήδη δει. Και όμως, δεν κατάφερε να τα κρατήσει ασφαλή.
Ένα νεκρό βρέφος μέσα σε μια κατάψυξη
Η υπόθεση αποκαλύφθηκε όταν η Αστυνομία μπήκε στο διαμέρισμα της Κυψέλης. Εκεί, μέσα σε αποσκευές, εντοπίστηκε δοχείο που περιείχε τη σορό ενός βρέφους σε κατάσταση ψύξης.
Η πρώτη εκδοχή που φέρεται να έδωσε η 38χρονη ήταν ότι επρόκειτο για δικό της παιδί που είχε χάσει κατά τη διάρκεια εγκυμοσύνης και το οποίο δεν μπορούσε να αποχωριστεί. Τα ευρήματα της ιατροδικαστικής εξέτασης, όμως, αποκάλυψαν μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα.
Το νεκρό παιδί ήταν βρέφος περίπου 8-9 μηνών και στη σορό του εντοπίστηκαν πολλαπλά τραύματα από αιχμηρό αντικείμενο στην πλάτη. Ο ακριβής αριθμός των τραυμάτων έχει μεταδοθεί διαφορετικά, όμως η ουσία παραμένει η ίδια: ο θάνατός του αντιμετωπίζεται ως εγκληματική ενέργεια.
Οι Αρχές επιχειρούν πλέον, μεταξύ άλλων μέσω εξετάσεων DNA, να εξακριβώσουν τις συγγενικές σχέσεις των εμπλεκομένων με το νεκρό βρέφος και να ανασυνθέσουν τις συνθήκες και τον χρόνο του θανάτου του.
Παράλληλα, προκαλούν αποτροπιασμό οι ισχυρισμοί που αποδίδονται στον 43χρονο. Φέρεται να υποστήριξε ότι στο μαιευτήριο τους είχαν παραδώσει «λάθος μωρό», να χαρακτήρισε το παιδί «σατανιασμένο» και να ισχυρίστηκε ότι μετά τον θάνατό του «ηρέμησε το σπίτι».
Φέρεται ακόμη να είπε ότι διατήρησε τη σορό στην κατάψυξη επειδή δεν είχε τη δύναμη να τη θάψει και επειδή φοβόταν ότι οι Αρχές θα του έπαιρναν τα υπόλοιπα παιδιά. Πρόκειται για ισχυρισμούς που διερευνώνται και δεν αποτελούν διαπιστωμένα γεγονότα. Η ποινική έρευνα καλείται τώρα να αποκαλύψει ποιος σκότωσε το βρέφος, ποιοι γνώριζαν και πώς η σορός του παρέμεινε κρυμμένη.
Δύο εγκυμοσύνες και τρία παιδιά σε ένα περιβάλλον κινδύνου
Οι αποκαλύψεις, όμως, δεν σταματούν στο νεκρό βρέφος.
Η 38χρονη είναι, σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής πληροφορίες, έγκυος. Έγκυος είναι και η 15χρονη που ζούσε μαζί τους, ενώ ο 26χρονος άνδρας που βρισκόταν στο διαμέρισμα φέρεται να δηλώνει σύντροφός της και πατέρας του παιδιού που κυοφορεί.
Η περίπτωση μιας 15χρονης εγκύου που ζει με έναν ενήλικο άνδρα απαιτεί από μόνη της πλήρη διερεύνηση των συνθηκών της σχέσης και του περιβάλλοντος στο οποίο ζούσε η ανήλικη.
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, η 15χρονη και ο 9χρονος έχουν διαγνωστεί με σύφιλη και λαμβάνουν θεραπεία. Οι ιατροδικαστικές εξετάσεις στα δύο αγόρια δεν έδειξαν, σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής πληροφορίες, ενδείξεις πρόσφατης σεξουαλικής κακοποίησης. Οι συνθήκες διαβίωσης των παιδιών και το πώς μολύνθηκαν εξακολουθούν να διερευνώνται.
Μέσα σε λίγες ημέρες έχει αρχίσει έτσι να σχηματίζεται η εικόνα ενός περιβάλλοντος για το οποίο η Δικαιοσύνη και οι κοινωνικές υπηρεσίες έχουν πολλά ακόμη να εξακριβώσουν. Μόνο που αυτό το περιβάλλον δεν ήταν εντελώς άγνωστο στις Αρχές.
Τα παιδιά είχαν ήδη περάσει την πόρτα του Παίδων
Αυτό είναι ίσως και το σημαντικότερο στοιχείο στην υπόθεση της Κυψέλης. Τα τρία παιδιά είχαν ήδη μεταφερθεί, πριν από περίπου έναν χρόνο, στο Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία» έπειτα από εισαγγελική παρέμβαση και είχαν τεθεί υπό προστασία, καθώς είχαν εντοπιστεί να κινούνται μόνα και ασυνόδευτα στον δρόμο. Είχε δηλαδή ήδη αναγνωριστεί θεσμικά ότι υπήρχε λόγος να προστατευθούν.
Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, ο 43χρονος φέρεται στη συνέχεια να εμφανίστηκε στο νοσοκομείο ως πατέρας και να τα απομάκρυνε παράνομα. Το περιστατικό καταγγέλθηκε στην Αστυνομία. Παρ’ όλα αυτά, τα παιδιά επέστρεψαν στο περιβάλλον από το οποίο είχαν απομακρυνθεί.
Εδώ βρίσκεται η πραγματική διάσταση της θεσμικής αποτυχίας. Τα παιδιά δεν ήταν αόρατα. Δεν ήταν μια οικογένεια για την οποία κανείς δεν είχε ακούσει ποτέ μέχρι την ημέρα της αστυνομικής επέμβασης. Οι μηχανισμοί είχαν ήδη ενεργοποιηθεί, εισαγγελική εντολή είχε ήδη δοθεί και τα παιδιά είχαν ήδη φτάσει σε έναν χώρο που υποτίθεται ότι θα εξασφάλιζε την προσωρινή προστασία τους. Κι όμως, η προστασία αυτή αποδείχθηκε προσωρινή και εύθραυστη.
Σήμερα ωστόσο θα ξεκινήσει η διαδικασία εξέτασης των υπόπτων, ενώ εκκρεμεί η διαδικασία εξέτασης των τριών ανήλικων παιδιών που ήταν στο σπίτι (ένα κορίτσι 15 ετών και δύο αγόρια 9 και 12 ετών) με τη διαδικασία που κανονικά προβλέπεται από το Σπίτι του Παιδιού με την παρουσία ειδικών παιδοψυχολόγων.
Όταν το Παίδων γίνεται δομή φιλοξενίας
Η συγκεκριμένη υπόθεση φωτίζει ταυτόχρονα ένα χρόνιο και βαθύτερο πρόβλημα του συστήματος παιδικής προστασίας στην Ελλάδα.
Παιδιά που απομακρύνονται με εισαγγελική εντολή από τις οικογένειές τους μπορεί να παραμένουν για εβδομάδες ή ακόμη και μήνες σε παιδιατρικά νοσοκομεία, όχι επειδή χρειάζονται νοσηλεία, αλλά επειδή δεν υπάρχει διαθέσιμη θέση ή δεν κατάφεραν να φτάσουν σε κατάλληλη δομή.
Ένα νοσοκομείο, όμως, δεν είναι δομή παιδικής προστασίας. Οι γιατροί και οι νοσηλευτές δεν μπορούν να υποκαθιστούν κοινωνικούς λειτουργούς, παιδαγωγούς και ένα οργανωμένο σύστημα ασφαλούς φιλοξενίας. Και ένα κρεβάτι σε έναν παιδιατρικό θάλαμο δεν μπορεί να αποτελεί τη μόνιμη απάντηση μιας Πολιτείας σε ένα παιδί που πρέπει να απομακρυνθεί επειγόντως από ένα επικίνδυνο περιβάλλον.
Στην περίπτωση της Κυψέλης, το πρόβλημα φαίνεται να γίνεται ακόμη βαθύτερο. Η εισαγγελική εντολή ενεργοποίησε την προστασία των παιδιών, αλλά το σύστημα δεν κατάφερε να εξασφαλίσει τη συνέχειά της.
Και η προστασία ενός παιδιού δεν μπορεί να εξαντλείται στην έκδοση μιας εισαγγελικής εντολής. Χρειάζεται παρακολούθηση, συντονισμό των υπηρεσιών, ασφαλή φιλοξενία και σαφή ευθύνη για το τι συμβαίνει στο παιδί μετά την πρώτη παρέμβαση.
Η ευθύνη δεν σταματά στην πόρτα του σπιτιού
Η ποινική ευθύνη για τον θάνατο του βρέφους θα διερευνηθεί από τη Δικαιοσύνη. Δεν γνωρίζουμε ακόμη με βεβαιότητα όλες τις συγγενικές σχέσεις, τον ακριβή χρόνο θανάτου του παιδιού ή ολόκληρη τη χρονική ακολουθία των γεγονότων. Υπάρχει όμως κάτι που ήδη γνωρίζουμε.
Τρία παιδιά είχαν κριθεί ότι χρειάζονταν προστασία. Είχαν μεταφερθεί σε νοσοκομείο με εισαγγελική παρέμβαση. Απομακρύνθηκαν από εκεί και τελικά επέστρεψαν σε ένα περιβάλλον που σήμερα βρίσκεται στο επίκεντρο μιας εξαιρετικά σοβαρής ποινικής έρευνας. Αυτό από μόνο του απαιτεί λογοδοσία.
Για χρόνια, η δημόσια συζήτηση γύρω από την κακοποίηση και την παραμέληση των παιδιών επικεντρώνεται στο πώς θα αναγνωρίζουμε εγκαίρως τα σημάδια. Στην Κυψέλη, όμως, τα σημάδια είχαν ήδη αναγνωριστεί. Η κρατική μηχανή είχε ήδη κινητοποιηθεί.
Και κάπου στη συνέχεια η αλυσίδα προστασίας έσπασε.
Αυτή ίσως είναι και η πιο σκληρή πλευρά της συγκεκριμένης ιστορίας. Γιατί κοινωνία σε σήψη δεν είναι μόνο εκείνη στην οποία ένα βρέφος μπορεί να δολοφονηθεί και η σορός του να κρυφτεί σε μια κατάψυξη.
Είναι και εκείνη στην οποία τρία παιδιά μπορούν να φτάσουν μέχρι την πόρτα των θεσμών, να αναγνωριστούν ως παιδιά που χρειάζονται προστασία και τελικά να επιστρέψουν στον εφιάλτη.
Η προστασία των παιδιών δεν μπορεί να είναι μια γραφειοκρατική πράξη που ολοκληρώνεται με μια εισαγγελική εντολή. Είναι μια διαρκής υποχρέωση της Πολιτείας. Και όταν αυτή αποτυγχάνει, η απάντηση δεν μπορεί να είναι για ακόμη μία φορά ότι η ευθύνη χάθηκε κάπου ανάμεσα στις αρμοδιότητες διαφορετικών υπηρεσιών. Γιατί αυτά τα παιδιά δεν ήταν αόρατα. Το κράτος τα είχε ήδη δει.



