Μετά από δύο χρόνια παρουσίας στη Φουρνά Ευρυτανίας, η οικογένεια του Στέφανου και της Βάσως με τα έξι παιδιά τους αποφάσισε να ολοκληρώσει το κεφάλαιο της ζωής της στο χωριό και να κάνει το επόμενο βήμα.
Η οικογένεια είχε μετακομίσει πρώτη στο χωριό, ανταποκρινόμενη στην πρωτοβουλία της δασκάλας Παναγιώτας Διαμαντή και του ιερέα, που είχαν απευθύνει κάλεσμα σε οικογένειες για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της ερήμωσης.
Μάλιστα, στο πλαίσιο της νέας τους ζωής στο χωριό, ο Στέφανος και η Βάσω δημιούργησαν τη δική τους επαγγελματική δραστηριότητα, ανοίγοντας το κατάστημα «Λίγο απ’ όλα».
Σήμερα ωστόσο το κεφάλαιο Φουρνά έκλεισε για την πολύτεκνη οικογένεια.
Το αντίο της μητέρας
Η μητέρα της οικογένειας, μέσα από ανάρτησή της στον προσωπικό της λογαριασμό στο Facebook, αποχαιρέτησε το χωριό με ένα μήνυμα γεμάτο ευγνωμοσύνη, κάνοντας τον απολογισμό της διετούς εμπειρίας τους.
Αναλυτικά η ανάρτησή της:
«Ένα μεγάλο ευχαριστώ. Ήρθε η στιγμή να κλείσει ένας κύκλος που για εμάς ήταν από τους πιο δύσκολους, αλλά και από τους πιο σημαντικούς της ζωής μας. Πριν από δύο χρόνια πήραμε μια μεγάλη απόφαση. Αφήσαμε πίσω μας τη ζωή που γνωρίζαμε και ήρθαμε στη Φουρνά με πίστη, όνειρα και την ελπίδα ότι μπορούμε κι εμείς, με τον δικό μας τρόπο, να προσφέρουμε κάτι σε αυτόν τον τόπο. Δουλέψαμε, προσπαθήσαμε, κουραστήκαμε, βάλαμε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε και δημιουργήσαμε το δικό μας μικρό μαγαζί, το “Λίγο απ’ όλα”.
»Το αγαπήσαμε σαν να ήταν κομμάτι της οικογένειάς μας, γιατί μέσα του βάλαμε πολύ περισσότερα από χρήματα και δουλειά. Βάλαμε ψυχή, χρόνο, όνειρα και την ελπίδα ότι θα μπορέσουμε να ριζώσουμε εδώ.
«Το αγαπήσαμε σαν να ήταν κομμάτι της οικογένειάς μας, γιατί μέσα του βάλαμε πολύ περισσότερα από χρήματα και δουλειά. Βάλαμε ψυχή, χρόνο, όνειρα και την ελπίδα ότι θα μπορέσουμε να ριζώσουμε εδώ».
»Και μέσα σε αυτά τα δύο χρόνια γνωρίσαμε ανθρώπους που θα κρατήσουμε για πάντα στην καρδιά μας. Θέλουμε λοιπόν να πούμε ένα μεγάλο, ειλικρινές ευχαριστώ στους ανθρώπους της Φουρνάς που στάθηκαν δίπλα μας. Σε εκείνους που μας άνοιξαν την πόρτα του σπιτιού τους, που μας έδωσαν μια καλημέρα, έναν καλό λόγο, μια αγκαλιά, μια βοήθεια, ένα χαμόγελο. Σε όλους εκείνους που μας έκαναν, έστω και για λίγο, να νιώσουμε ότι δεν είμαστε μόνοι.
»Μπορεί τελικά η ζωή να μην μας τα έφερε όπως τα ονειρευτήκαμε. Μπορεί κάποιες προσδοκίες να αποδείχθηκαν διαφορετικές από την πραγματικότητα. Και ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο κομμάτι αυτού του αποχωρισμού.
»Δεν φεύγουμε όμως με θυμό. Φεύγουμε με ανάμεικτα συναισθήματα, κρατώντας τα όμορφα και αφήνοντας πίσω όσα μας πλήγωσαν. Θέλουμε μόνο να ξέρουν όλοι πως εμείς προσπαθήσαμε πραγματικά. Δεν ήρθαμε για να περάσουμε, ούτε φύγαμε επειδή δεν αγαπήσαμε αυτόν τον τόπο. Δώσαμε μια πραγματική ευκαιρία σε ένα όνειρο. Και όταν έρθει η ώρα να κοιτάξουμε πίσω, θα ξέρουμε ότι κάναμε ό,τι μπορούσαμε.
»Μπορεί τελικά η ζωή να μην μας τα έφερε όπως τα ονειρευτήκαμε. Μπορεί κάποιες προσδοκίες να αποδείχθηκαν διαφορετικές από την πραγματικότητα. Και ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο κομμάτι αυτού του αποχωρισμού. Δεν φεύγουμε όμως με θυμό».
»Η Φουρνά θα μείνει ένα κομμάτι της ζωής μας. Και οι άνθρωποι που μας αγάπησαν και μας στήριξαν θα έχουν πάντα μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μας. Σας ευχαριστούμε για όλα όσα μας δώσατε αυτά τα δύο χρόνια. Και αν κάποια πράγματα δεν έγιναν όπως τα περιμέναμε, ας μείνει τουλάχιστον η σκέψη ότι εμείς ήρθαμε με καλή καρδιά, προσπαθήσαμε με όλη μας τη δύναμη και φύγαμε έχοντας δώσει ό,τι μπορούσαμε.
»Να είστε όλοι καλά. Και ίσως κάποια “αντίο” να μην είναι για πάντα».
Μερικούς μήνες μετά τη μετακόμισή τους στη Φουρνά, η Βάσω είχε περιγράψει στο Marie Claire τη διαδρομή που τους είχε οδηγήσει μέχρι το απομονωμένο χωριό της Ευρυτανίας. Το βασικό κίνητρό τους ήταν ο μεγαλύτερος γιος τους, που είχε υποφέρει από το bullying, από την εποχή που η οικογένεια είχε μεταναστεύσει στη Γερμανία. Όταν «στη Β’ δημοτικού του έβγαλαν ακόμα και μαχαίρι», είχαν γυρίσει στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στα δυτικά προάστια της Αθήνας. Ο Στέφανος άρχισε να δουλεύει σε σουπερμάρκετ, αλλά έκαναν ξανά την εμφάνισή τους τα οικονομικά προβλήματα που τους είχαν οδηγήσει αρχικά στο εξωτερικό («ο Στέφανος έπρεπε να κάνει δύο δουλειές για να βγάζει χίλια ευρώ»). Στο μεταξύ ο Βαγγέλης συνέχισε να υποφέρει από εκφοβισμό και στο νέο, αθηναϊκό σχολείο. Είχαν αποφασίσει να επιστρέψουν στη Γερμανία, σε άλλη περιοχή αυτή τη φορά, όταν δημοσιεύτηκε η αγγελία της Φουρνάς. Αν και αρχικά αμφέβαλλαν για την αξιοπιστία της, επικοινώνησαν με την Παναγιώτα και τον πατέρα Κωνσταντίνο και, λίγες μέρες αργότερα, ήταν καθ’ οδόν για να δουν το χωριό.
Στη διαδρομή η Βασιλική απογοητεύτηκε από τις πολλές στροφές: «Λέω στον Βαγγέλη, αγάπη μου, ας πούμε στον πάτερ “ευχαριστώ πολύ” και ας φύγουμε». Φτάνοντας εκεί όμως, ενώ «ήταν να καθίσουμε μισή ώρα και να φύγουμε, μείναμε 6,5 ώρες». Στο τέλος ο γιος του πατέρα Κωνσταντίνου, που πηγαίνει στην ίδια τάξη με τον Βαγγέλη, του πρότεινε να γίνουν φίλοι στο Instagram. Αλλά ο Βαγγέλης του απάντησε: «Σε είκοσι μέρες θα είμαι εδώ». «Ήθελα να κάνει εκείνος την επιλογή, που είχε περάσει τόσα» είχε σχολιάσει τότε η Βάσω.
Δείτε την ανάρτησή της:
Με στοιχεία από protothema.gr



