Αναζητώ φωτογραφίες της Ελένης Κοκκίδου ανάμεσα στα στιγμιότυπα της ταινίας «Κόκορας». Σε όλες, η ηρωίδα της απεικονίζεται να φροντίζει κάποιον ή κάτι. Να σερβίρει φαγητό στην οικογένειά της, να μεσολαβεί στις συγγενικές κόντρες, να βάζει τροφή στα ζώα. Γιατί αυτό κάνει, βασικά, στη διάρκεια της γλυκόπικρης κωμωδίας του Τάσου Γερακίνη. Ταΐζει, προστατεύει, υποστηρίζει, εξομαλύνει καταστάσεις. Όπως τόσες και τόσες ακόμα γυναίκες της πραγματικής ζωής, που αναλαμβάνουν, συνειδητά και μη, ρόλους υποτιμημένους και μη αμειβόμενους. Της τροφού, της φροντίστριας, της ψυχολόγου, της δικηγόρου της οικογένειας.

Η αγαπημένη ηθοποιός στην πολύχρονη διαδρομή της έχει κινηθεί με άνεση ανάμεσα σε διαφορετικές ερμηνείες, από την τηλεοπτική σειρά «Μην αρχίζεις τη μουρμούρα», που στο τηλεοπτικό κοινό τη σύστησε οριστικά και αμετάκλητα σαν «Βούλα Βλαχάκη», μέχρι τον μονόλογο του Γιώργου Χρονά «Η γυναίκα της Πάτρας», για τον οποίο βραβεύτηκε με το Κάρολος Κουν. Στο νέο φιλμ υποδύεται τη μητέρα του πρωταγωνιστή, Αργύρη (Νίκος Κασάπης), ενός θυρωρού στον Δήμο Αθηναίων. Η είδηση ότι ο γιος του κληρώθηκε να φοιτήσει σε ένα από τα καλύτερα ιδιωτικά σχολεία της χώρας έρχεται να ταράξει την έτσι κι αλλιώς δύσκολη σχέση με τη σύζυγό του, Πόπη (Κόρα Καρβούνη), επίσης υπάλληλο του Δήμου. Παρόλο που το να φοιτήσει εκεί το παιδί τους είναι όνειρο απατηλό για τα οικονομικά τους, ο Αργύρης αποφασίζει ότι δεν έχει δικαίωμα να γίνει τροχοπέδη στη μοίρα του μικρού, που είναι σαφώς φτιαγμένος για μεγάλα πράγματα.

Από την αρχή άρεσε πάρα πολύ στην Ελένη Κοκκίδου το πώς το σενάριο «έπαιζε πάρα πολύ ανάμεσα στο δραματικό και το κωμικό. Αυτή η ισορροπία είναι δύσκολη» όπως λέει στο Marie Claire, λίγο προτού την απολαύσουμε στη μεγάλη οθόνη μαζί με τους υπόλοιπους πρωταγωνιστές, Γιούλικα Σκαφιδά, Δημήτρη Καταλειφό, Γιάννη Σαρακατσάνη. Ο «Κόκορας», αφού προβλήθηκε και διακρίθηκε σε διεθνή φεστιβάλ, συμπεριλαμβανομένου του 23oυ SFGFF (Ελληνικό Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαν Φρανσίσκο) όπου κέρδισε το Βραβείο Κοινού, κάνει πρεμιέρα στους ελληνικούς κινηματογράφους στις 10 Σεπτεμβρίου σε διανομή της TFG. Λίγο πριν, η συνέντευξη μας με την Ελένη Κοκκίδου εξελίσσεται σε φιλική συζήτηση.

Γυναίκες όπως η ηρωίδα της, που ζουν στην επαρχία, «πάντα μού προκαλούσαν το ενδιαφέρον», λέει, γιατί «κρατάνε Θερμοπύλες. Κρατάνε όλες τις αξίες τις ελληνικές και ταυτόχρονα είναι κακοπαθημένες, διότι υπακούν στους άντρες τους. Παράλληλα, κάνουν τη δουλειά τους κάτω από το τραπέζι. Η σχέση τους με την καθημερινότητα είναι πολύ γοητευτική για μένα. Είναι κανονικοί άνθρωποι, δηλαδή περνάνε τον χρόνο της ζωής τους με πράγματα που έχουν επιβληθεί, με έναν τρόπο, από την κοινωνία. Θα πάνε στην εκκλησία, στον παπά να εξομολογηθούν. Θα στολίσουν τον Επιτάφιο. Θα πάνε στη λαϊκή, στη γειτόνισσα για καφέ. Έτσι περνάει η ζωή. Και επειδή εγώ είχα πάντα μια δυσκολία να διαχειριστώ τον χρόνο, γιατί ποτέ μέσα μου δεν είχα σχέση με αυτά τα στερεότυπα, πάντα κοίταζα αυτούς τους ανθρώπους με ζήλια, ας πούμε, και σκεφτόμουν: “Κοίτα τι καλά περνάνε”. Επίσης σε αυτές τις γυναίκες μου αρέσει πολύ το ότι είναι πολύ τρυφερές με τα παιδιά – αυτές που έζησα εγώ δηλαδή. Αλλά μπορεί μέσα από την πολλή αγάπη να γίνουν, χωρίς να το γνωρίζουν, και κακοποιητικές».

Στιγμιότυπο της ταινίας «Κόκορας»

Μεγάλωσαν και σε μια εποχή που η έννοια της κακοποίησης δεν ήταν τόσο σαφώς καθορισμένη.

«Όχι, δεν είχε το ειδικό βάρος που έχει τώρα. Όταν ήμουν μικρή, τα παιδιά δεν είχαν δικαιώματα, μόνο καθήκοντα. Δεν μπορώ να ξέρω πώς ήταν αυτές οι γυναίκες με τα δικά τους παιδιά, αλλά εμένα μου έδιναν πολλή αγάπη, κι αυτό, με έναν τρόπο, με καθησύχαζε.

»Σκεπτόμενη τώρα τη ζωή μου, πάντα προτιμούσα τους πιο λαϊκούς, τους πιο απλούς ανθρώπους, γιατί μου δείχνανε έμπρακτα την αγάπη τους.

»Η δική μου τάξη, η αστική, είχε πάρα πολλές παροχές αλλά και πολλές απαιτήσεις. Δηλαδή σου έδινε γνώση, τη δυνατότητα να μορφωθείς σε πολλά επίπεδα, οικονομικά και πολιτισμικά, αλλά έπρεπε να ανταποδώσεις. Απ’ τους γονείς τίποτα δεν δίνεται ελεύθερα. Το πιστεύω για όλους αυτό. Είτε συμβαίνει συνειδητά είτε όχι. Δηλαδή, χωρίς να το καταλαβαίνουν στην πραγματικότητα, επενδύουν στο παιδί και περιμένουν να πάρουν τους τόκους».

«Απ’ τους γονείς τίποτα δεν δίνεται ελεύθερα. Το πιστεύω για όλους αυτό. Είτε συμβαίνει συνειδητά είτε όχι. Δηλαδή, χωρίς να το καταλαβαίνουν στην πραγματικότητα, επενδύουν στο παιδί και περιμένουν να πάρουν τους τόκους».

Αναφέρεστε στους γονείς των αστικών οικογενειών;

«Σε όλους τους γονείς, αλλά στις αστικές οικογένειες συμβαίνει 100 φορές παραπάνω».

Στιγμιότυπο της ταινίας «Κόκορας»

Αυτό βέβαια βαραίνει το παιδί.

«Είναι φοβερό βάρος. Γιατί ο γονιός δουλεύει σαν το σκυλί για να εξασφαλίσει στα παιδιά του τη γνώση. Τα καλά σχολεία, τις γλώσσες, τη μουσική, τον χορό. Τα καλά πανεπιστήμια. Και περιμένει αυτό που θα βγει να είναι ανάλογο των προσπαθειών του.

»Οι δικοί μας γονείς είναι η γενιά του πολέμου. Οπότε έφτιαξαν τις ζωές τους από το μηδέν, σε μια χώρα κατεστραμμένη. Είχαμε συγγενείς στην Αμερική, δύο αδερφές της μητέρας μου, οι οποίες στη δεκαετία του ‘60 έρχονταν κάθε καλοκαίρι στην Ελλάδα. Τότε το δολάριο είχε τεράστια διαφορά από τη δραχμή. Θυμάμαι, επτά χρονών, να ρωτάω τον πατέρα μου: μπαμπά, εμείς πότε θα πάμε στην Αμερική; Και να μου απαντάει: όταν τελειώσετε το πανεπιστήμιο. Σε ένα παιδί επτά χρονών. Τελείωσε, δεν υπάρχει περίπτωση το παιδί να βγει από αυτόν το δρόμο. Εγώ, που ήμουν καλλιτεχνική φύση, χρωστούσα μια ζωή. Έπρεπε να μου δώσουν το “ok” για να φύγω από αυτό το φοβερό πρέπει. Το οποίο εμένα με τσάκισε.

«Θυμάμαι, επτά χρονών, να ρωτάω τον πατέρα μου: μπαμπά, εμείς πότε θα πάμε στην Αμερική; Και να μου απαντάει: όταν τελειώσετε το πανεπιστήμιο. Σε ένα παιδί επτά χρονών. Τελείωσε, δεν υπάρχει περίπτωση το παιδί να βγει από αυτόν το δρόμο. Εγώ, που ήμουν καλλιτεχνική φύση, χρωστούσα μια ζωή. Έπρεπε να μου δώσουν το “ok” για να φύγω από αυτό το φοβερό πρέπει».

»Στον “Κόκορα” η μαμά παίζει τον ρόλο του δικηγόρου, όπως πάντα στις οικογένειες. Διότι όταν ο πατέρας χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι και πει, όχι, δεν θα πας εκεί ή δεν θα κάνεις αυτό ή δεν σου δίνω λεφτά ή δεν υπάρχουν, οτιδήποτε, η μαμά –η καλή μαμά, έτσι; μια μέση μητέρα– πάντα θα μπει ανάμεσα. Είναι αυτή που θα φτιάξει τον συναισθηματικό κόσμο του παιδιού, ήδη από τη γειτνίαση τη σωματική που έχει μαζί του, από την κύηση, τον θηλασμό.

»Και η μαμά του “Κόκορα” αυτό κάνει. Άσχετα αν ο Αργύρης δεν τα κατάφερε, γιατί είχε πολύ μεγαλεπήβολα σχέδια –κι αυτό είναι το χαρακτηριστικό του που σε κάνει να γελάσεις ή και να ταυτιστείς μαζί του– πιστεύει στο παιδί της, πρέπει να το σιγοντάρει, να το υπερασπιστεί. Ενώ όλοι οι άλλοι είναι εναντίον του στα οικογενειακά τραπέζια, παίρνει αυτή τη θέση. Και όταν στο τέλος αποτύχει, θα το πάρει στην αγκαλιά της και θα το φέρει σπίτι της. Θα του δώσει στέγη και τροφή».

Στιγμιότυπο της ταινίας «Κόκορας»

Μήπως όμως αυτή η μάνα φουσκώνει περισσότερο τα μυαλά του γιου της;

«Εκ των πραγμάτων. Βλέπετε, κάθε τι έχει το θετικό και το αρνητικό του. Δεν γίνεται αλλιώς, είναι νόμος της φύσης. Αν ο Αργύρης δεν είχε τη μάνα του να τον υπερασπίζεται, ναι, το πιθανότερο θα ήταν να του κοπούν από την αρχή τα φτερά. Αλλά μου αρέσει που αυτή η μάνα λέει, ό,τι κι αν πείτε δεν με νοιάζει, θέλω το παιδί μου να είναι καλά. Αν είναι καλά όντας ΔονΚιχώτης, και ονειρεύεται ανεμόμυλους, δεν με πειράζει. Θέλω να είναι χαρούμενος».

Η επιθυμία του Αργύρη να στείλει τον γιο του σε ιδιωτικό σχολείο πάση θυσία τι μας λέει;

«Είναι η κλασική μετάθεση του ονείρου από τους γονείς στα παιδιά: αυτό που δεν μπόρεσα εγώ, να το κάνει το παιδί μου. Σε αυτή την οικογένεια, η μαμά του παιδιού έχει μια πιο ισορροπημένη σχέση με την οικονομική τους κατάσταση και τη ζωή της γενικά. Ο Αργύρης δεν έχει αίσθηση της πραγματικότητας, συνεχώς ονειρεύεται. Και πού θα εναποθέσει όλα αυτά τα όνειρα; Στο παιδί. Αλοίμονό του, του παιδιού!».

Η εμμονή του αυτή δείχνει όμως και μια απαξίωση προς τη δημόσια εκπαίδευση.

«Ούτως ή άλλως. Η δημόσια εκπαίδευση έχει μια φθίνουσα πορεία».

Στιγμιότυπο της ταινίας «Κόκορας»

Στην εποχή που μεγαλώσατε εσείς οι γονείς είχαν τη δημόσια εκπαίδευση σε μεγαλύτερη εκτίμηση;

«Ε, βέβαια! Πιο παλιά υπήρχαν τρία ιδιωτικά σχολεία. Δεν υπήρχε η πληθώρα που υπάρχει τώρα. Δεύτερον, δεν υπήρχαν τόσες κοινωνικές απαιτήσεις από τα παιδιά. Είτε σπούδαζαν στο πανεπιστήμιο είτε πήγαιναν σε τεχνικές σχολές, έφταναν κάπου. Τώρα λένε σε ένα παιδί, πρέπει να πάρεις πρώτο πτυχίο, δεύτερο πτυχίο, διδακτορικό και postdoc και αν βρεις δουλειά στην Ελλάδα με περισσότερα από 1.500 ευρώ, να μου γράψεις.

»Γι’ αυτό και κάποια παιδιά είτε παρατάνε τις σπουδές τους είτε δεν σπουδάζουν καθόλου. Είναι τόσο τρομακτικό όλο αυτό, να βάζεις ένα παιδί από την πρώτη λυκείου στη διαδικασία να πάρει πτυχία, αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, κινέζικα, να μπει στο πανεπιστήμιο, να βγει. Βλέπει ένα τούνελ που έχει φως στα δέκα χιλιόμετρα και λέει, εγώ δεν θέλω να μπω σε αυτό. Και τι κάνουν αυτά τα παιδιά; Δεν ξέρω. Όσα μένουν στην Ελλάδα έχουν πρώτους μισθούς 800 ευρώ και ζουν με τους γονείς τους.

Είναι τόσο τρομακτικό όλο αυτό, να βάζεις ένα παιδί από την πρώτη λυκείου στη διαδικασία να πάρει πτυχία, αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, κινέζικα, να μπει στο πανεπιστήμιο, να βγει. Βλέπει ένα τούνελ που έχει φως στα δέκα χιλιόμετρα και λέει, εγώ δεν θέλω να μπω σε αυτό».

»Έχουμε μια τεράστια αλλαγή ούτως ή άλλως από τη στιγμή που μπήκαμε σε αυτή την οικονομική κρίση, εδώ και 15, 16 χρόνια – που φυσικά δεν έχει τελειώσει. Μην κοιτάτε τι λένε οι δείκτες οι ευρωπαϊκοί και οι κυβερνήσεις. Η καθημερινότητα των ανθρώπων είναι τραγική. Στις μισές οικογένειες τα λεφτά του μήνα τελειώνουν. Άρα τα παιδιά δεν μπορούν να φύγουν από το πατρικό τους, να φτιάξουν οικογένεια. Και τα νοίκια έχουν πάει στον Θεό. Θα ξεκινήσουν κι εδώ νέες συνθήκες, όπως η συγκατοίκηση, που στο εξωτερικό γίνεται εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Ήδη κάποια παιδιά έχουν αρχίσει να ζουν τρία και τέσσερα μαζί σε μεγάλα σπίτια. Αυτό είναι ωραίο, γιατί έχει μια κοινωνικοποίηση που είχε χαθεί».

Στιγμιότυπο της ταινίας «Κόκορας»

Εσείς πάντα μιλάτε με αγάπη για τη ζωή σας στο χωριό, στην Αρκαδία.

«Το χωριό ήταν ιερό στη συνείδηση της οικογένειας γιατί εκεί κατέφυγε η γιαγιά μου με τα τέσσερα κορίτσια της στην Κατοχή και τα έσωσε από την πείνα. Έμειναν εκεί δύο χρόνια, δυόμιση. Έσπερναν, θέριζαν, όργωναν και επιβιώσανε, αλλιώς θα είχαν πεθάνει. Οπότε αυτό το σπίτι, που είναι του προπάππου μου, του πατέρα της γιαγιάς μου, είχε μια ιερότητα.

»Από μωρό παιδί πάω εκεί και περνάμε δύο μήνες το καλοκαίρι. Η ψυχή μου είναι εκεί. Αυτό το μέρος με έμαθε να ζω απλά, με έμαθε τα ζώα και τον φυσιολογικό κύκλο της ζωής, ότι όλα γεννιούνται, μεγαλώνουν και πεθαίνουν».

Αυτό μας φέρνει σε μια ισορροπία για το πόσο σημαντικά είναι τα πράγματα.

«Ακριβώς».

«Το χωριό ήταν ιερό στη συνείδηση της οικογένειας γιατί εκεί κατέφυγε η γιαγιά μου με τα τέσσερα κορίτσια της στην Κατοχή και τα έσωσε από την πείνα. Έμειναν εκεί δύο χρόνια, δυόμιση. Έσπερναν, θέριζαν, όργωναν και επιβιώσανε, αλλιώς θα είχαν πεθάνει»

Είχατε πει, σε μια παλαιότερη συνέντευξή σας ότι «μετά τα πενήντα μου ένιωσα ότι η ζωή μου μπήκε σε μια ρότα». Ποια είναι τα δικά σας θετικά από το πέρασμα του χρόνου;

«Οι εμπειρίες που έχεις πάρει από τη ζωή μπαίνουν σε μια τάξη και αρχίζεις, από ένα σημείο και μετά, να δημιουργείς τους δικούς σου δρόμους. Από μια ηλικία και μετά πάτησα γερά στα πόδια μου, συνειδητοποίησα το ποια είμαι, ότι δεν μπορούσα να είμαι κάτι άλλο, που είναι πολύ σημαντικό, γιατί το κέρδισα με μεγάλο κόπο. Γιατί η οικογένειά μου ήταν ενάντια της, τρανταχτά καλλιτεχνικής, φύσης μου. Και κάποια στιγμή συμφιλιώθηκα με τον εαυτό μου. Αυτό μού πήρε πολλά χρόνια.

»Βέβαια αν δεν φύγουν οι γονείς από τη ζωή ποτέ δεν σταματάς να λογοδοτείς χωρίς να το αντιλαμβάνεσαι. Αφού φύγουν συνειδητοποιείς ότι πάντα απαιτούν. Συνειδητοποιείς συμπεριφορές που είχαν σχέση με αυτό. Το να φύγουν οι γονείς, ενώ είναι το πιο οδυνηρό πράγμα, ειδικά αν φύγει η μάνα, είναι και το πιο απελευθερωτικό, γιατί είσαι πια ελεύθερος να φτιάξεις τις δικές σου ρίζες».

Δείτε το τρέιλερ του «Κόκορα»:

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below