Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Marieclaire.gr on Google

«Γιατί δεν μίλησε τότε;», «γιατί δεν αντέδρασε;», «γιατί συνέχισε να τον βλέπει;», «τι φορούσε;». Ερωτήματα που συχνά ακολουθούν μια καταγγελία σεξουαλικής κακοποίησης και που, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, μπορεί να μεταφέρουν την ευθύνη από τον θύτη στο θύμα. Μια πρόσφατη καταγγελία, που μας συγκλόνισε, ανοίγει ξανά τη συζήτηση για τη συναίνεση, τον φόβο και την κουλτούρα του victim blaming.

Πριν από λίγες ημέρες δημοσιεύτηκε στο Indymedia η καταγγελία μιας γυναίκας που βίωνε για χρόνια σεξουαλική, σωματική και ψυχολογική κακοποίηση από έναν άνδρα, τον οποίο περιγράφει ως πρόσωπο γνωστό στον καλλιτεχνικό, δημοσιογραφικό και ακτιβιστικό χώρο, αλλά δεν αναφέρει το όνομά του.

Η γυναίκα περιγράφει ότι τον γνώρισε το 2022, σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο της ζωής της και, αρχικά, θεώρησε πως εκείνος θέλησε να τη βοηθήσει να ορθοποδήσει επαγγελματικά. «Έδειχνε αρκετά πρόθυμος να με βοηθήσει και μου έδινε συμβουλές για το πώς να βελτιώνομαι».

Στη συνέχεια η συμπεριφορά του άλλαξε. Περιγράφει μια συνάντηση στο σπίτι του, κατά τη διάρκεια της οποίας, εκείνος προχώρησε σε σεξουαλική πράξη χωρίς τη συναίνεσή της. Σύμφωνα με την ίδια, ακολούθησε μια «σχέση» που περιγράφεται ως ένας φαύλος κύκλος κακοποίησης και χειρισμού. «Μου πήρε τρία χρόνια και πολύ επίπονη ψυχοθεραπεία για να καταλάβω πως αυτό όπως και όσα ακολούθησαν ήταν βιασμοί», αναφέρει στην καταγγελία της, ενώ καταλήγει σημειώνοντας πως κατάφερε τώρα να μιλήσει επειδή «για κάθε γυναίκα πρέπει να έρχεται μια στιγμή που ο φόβος θ’ αλλάξει μεριά. Που η αυπνία, οι κρίσεις πανικού, οι σκέψεις για αυτοκτονία κλπ, θ’ αλλάξουν μεριά, που τέτοια καθάρματα θα φοβούνται να βγουν στο δρόμο».

Κάτω από την καταγγελία, αλλά και κάτω από σχετικά δημοσιεύματα που ακολούθησαν, εμφανίστηκαν σχόλια ανθρώπων που αναρωτιούνται γιατί η γυναίκα επέλεξε να μιλήσει τώρα, γιατί δεν αντέδρασε τότε ή γιατί συνέχισε να έχει επαφή με τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Υπήρξαν, φυσικά, και πολλές φωνές στήριξης προς την καταγγέλλουσα.

Η συζήτηση γύρω από μια καταγγελία σεξουαλικής κακοποίησης συχνά στρέφεται στο τι έκανε ή δεν έκανε το θύμα. Πότε μίλησε, γιατί έμεινε, γιατί δεν αντέδρασε, γιατί δεν έφυγε. Όμως αυτά τα ερωτήματα δεν αλλάζουν το ότι η συναίνεση πρέπει να είναι πάντοτε ξεκάθαρη. Η σιωπή, ο φόβος ή η αδυναμία αντίδρασης δεν αποτελούν συναίνεση. Και, φυσικά, η χρονική στιγμή που ένα άτομο επιλέγει να μιλήσει δεν μεταφέρει την ευθύνη σε εκείνο.

Το Κέντρο Διοτίμα, η γυναικεία μη κερδοσκοπική οργάνωση εξειδικευμένη σε ζητήματα φύλου και ισότητας, εξηγεί τι σημαίνει συναίνεση και γιατί φράσεις όπως «γιατί δεν αντέδρασε;» και «γιατί μίλησε τώρα;» μεταθέτουν την ευθύνη από τον θύτη στο θύμα.

«Η καθημερινή κουλτούρα του βιασμού περιλαμβάνει πολλά στάδια: victim blaming, αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του θύματος, προστασία και δικαιολόγηση του δράστη, κανονικοποίηση της σεξουαλικής βίας, slut shaming, και στερεοτυπικές αντιλήψεις για τη συναίνεση και τα “ιδανικά θύματα”», αναφέρει η Διοτίμα στην ανάρτησή της και συνεχίζει σημειώνοντας πως αυτές οι στερεοτυπικές φράσεις έχουν ως στόχο τη φίμωση των επιζωσών, την κανονικοποίηση της σεξουαλικής βίας και την απενοχοποίηση και ατιμωρησία του δράστη». Στη συνέχεια ξεκαθαρίζει τι ακριβώς είναι ο βιασμός, αλλά και το ότι μπορεί να συμβεί ακόμα και μέσα σε μακροχρόνιους γάμους που στους εξωτερικούς παρατηρητές μπορεί να φαίνονται ευτυχισμένοι.

«Βιασμός είναι κάθε σeξουαλική πράξη ή πρακτική χωρίς συναίνεση. Όταν μιλάμε για συναίνεση, εννοούμε ένα “ΝΑΙ” που δίνεται ελεύθερα, χωρίς οποιουδήποτε είδους εξαναγκασμό, πίεση ή χειρισμό. Η συναίνεση είναι ενημερωμένη: το άτομο, δηλαδή, πρέπει να γνωρίζει σε τι συναινεί. Είναι συγκεκριμένη: μπορεί να συναινεί σε κάτι συγκεκριμένο και να αρνείται κάτι άλλο. Και είναι ανακλητή: το άτομο μπορεί να αλλάξει γνώμη και να αποσύρει τη συναίνεσή του οποιαδήποτε στιγμή. Αν αντί για όλα αυτά αντιμετωπίσεις σιωπή, δισταγμό, ακινησία, αμηχανία θεώρησε εξ αρχής ότι είναι “OXΙ” ακόμα και αν δεν έχει ειπωθεί.

Βιασμός μπορεί να υπάρξει και εντός του γάμου, της μακροχρόνιας ή βραχυχρόνιας σχέσης, ή οποιασδήποτε άλλης σχεσιακότητας έχουν επιλέξει δύο άνθρωποι. Ιδίως στις κακοποιητικές σχέσεις, όπου το θύμα μπορεί να βρίσκεται εγκλωβισμένο σε μια συνθήκη που περιλαμβάνει love bombing, χειριστικές συμπεριφορές, έλεγχο, φόβο και κύκλους κακοποίησης, ο βιασμός μπορεί να συμβαίνει κατ’ εξακολούθηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι το θύμα συναινεί, αλλά ότι δεν έχει βρει τη δύναμη ακόμα να σπάσει τον κύκλο της βίας ή ακόμα και να αναγνωρίσει τι του συμβαίνει».

Όπως αναφέρει η Διοτίμα, στόχος της σχετικής ενημέρωσης είναι να αντιμετωπιστούν οι αντιλήψεις που μετατοπίζουν την ευθύνη στο θύμα και απαλλάσσουν τον δράστη.

Ένα μέρος της καταγγελίας της γυναίκας με τίτλο: «Ο φόβος να αλλάξει μεριά»

«Γνώρισα τον Μ. το ‘22. Έχαιρε εκτίμησης στη δουλειά του. Έβρισκα συναρπαστική αυτή τη δουλειά και θα ήθελα κι εγώ να την κάνω. Είχα στο μυαλό μου μήπως μπορέσω ν’ αλλάξω επάγγελμα γιατί αυτό με το οποίο ασχολούμουν έδειχνε πως δε με σήκωνε άλλο και η εργασιακή συνθήκη είχε γίνει ιδιαίτερα επισφαλής, με τις υποχρεώσεις ως μονογονεϊκή οικογένεια με ένα παιδί να τρέχουν και να με έχουν γονατίσει ψυχολογικά σε βαθμό να έχω μόλις πρόσφατα αρχίσει να ανακάμπτω από βαριά κατάθλιψη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.Κάποια στιγμή αρχίσαμε να επικοινωνούμε σε τσατ και του έστειλα να δει δείγματα των προσπαθειών μου. Έδειχνε αρκετά πρόθυμος να με βοηθήσει και μου έδινε συμβουλές για το πώς να βελτιώνομαι. Ήταν ιδιαίτερα φιλικός, οπότε πίστεψα πως είχε τη διάθεση να στηρίξει ανιδιοτελώς την προσπάθεια μου και είχε, μάλιστα, αναφέρει πως πιθανόν να μου έβρισκε μια διέξοδο.

Μετά από κάποιο διάστημα που τσατάραμε, μου πρότεινε να πάμε για καφέ να συζητήσουμε για το πως θα μπορούσα να μπω στον κλάδο. Είχε πάθει ένα ατύχημα και μου ζήτησε να τον βοηθήσω να κατέβει τις σκάλες του σπιτιού του. Στον καφέ όλα καλά, παρόλο που η συζήτηση ξέφευγε από αυτά που ήθελα να συζητήσω, με αρκετά υπονοούμενα που μ’ έκαναν για νιώσω μεν άβολα αλλά συγχρόνως μέσα στην τότε μηδενική αυταξία μου είχα τόση ανάγκη ν’ ακούσω. Κολακεύτηκα που άρεσα σε κάποιον τόσο αναγνωρίσιμο. Μου χτύπησε βέβαια αλέρτ, αλλά το αγνόησα πιστεύοντας ότι ίσως ήμουν κάπως πιο φιλική και πιθανόν να γινόταν παρεξηγήσιμη η στάση μου.

Όταν φύγαμε και τον βοήθησα ν’ ανέβει στο σπίτι του, όπου θα μου έδινε κι ένα βιβλίο από μια έκθεση, καθώς ήταν στηριγμένος πάνω μου, μου έπιασε το στήθος. Ήταν ένα δείγμα του πόσο άνετα ένιωθε να με παραβιάσει μη φοβούμενος συνέπειες. Πάγωσα και δεν αντέδρασα. Σκεφτόμουν, θα πάρω το βιβλίο και θα φύγω. Όταν μπήκαμε σπίτι του άρχισε να […] μου είπε να πάω στο μπάνιο να πλυθώ και να φύγω γιατί κάποιος θα ερχόταν στο σπίτι (το σπίτι αυτό όπως θα μου έλεγε αργότερα ήταν της συντρόφου του, είχε αποκρύψει πως έχει σχέση). Έφυγα άρον άρον. Δεν είχα καταλάβει τι είχε συμβεί. Ένα απίστευτο μπέρδεμα. Τότε θα ξεκινούσε ένας φαύλος κύκλος καλοπιάσματος-κακοποίησης.

Κάτι μου φαινόταν στραβό αλλά είχα άρνηση να αναγνωρίσω πως με βίασε. Έπεισα τον εαυτό μου πως είχα δώσει δικαίωμα. Όλοι τον είχαν για καλό άνθρωπο, αντιφασίστα, αντιρατσιστή, αντισεξιστή. Ό,τι είχε γίνει πίστευα πως το είχα προκαλέσει. Μάλλον εγώ θα έφταιγα. Δεν έφερα σθεναρή αντίσταση και πάλευα με τις ενοχές, όπως πολλές γυναίκες που αισθάνονται πως φταίνε που τις χτυπάει ο άντρας τους, φταίνε όταν τις κακοποιεί. Έπεσα στη λούπα των ενοχών παρόλο που φώναζα στο δρόμο πως “οι βιαστές έχουν τα κλειδιά του σπιτιού μας”. Μου πήρε τρία χρόνια και πολύ επίπονη ψυχοθεραπεία για να καταλάβω πως αυτό όπως και όσα ακολούθησαν ήταν βιασμοί. Ο πρώτος βιασμός, όμως, από αυτό το κάθαρμα, ήταν μόνο η αρχή.

Δεν είχα σκοπό να τον ξαναδώ, ήθελα να κλειστώ στο καβούκι μου παγωμένη. Πριν προλάβω να επιστρέψω σπίτι με βομβάρδισε με μηνύματα πως είμαι θεά, είμαι καύλα, είμαι καλό παιδί, του αρέσω πολύ και πως δε μπορεί να με βγάλει απ’ το μυαλό του. Φράσεις κλισέ, που όμως μέσα στην ανάγκη μου για λίγη προσοχή, τις πίστεψα. Ο σημαντικός και διάσημος έδινε σημασία σε μένα την ασήμαντη με την αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση στο πάτωμα, εκείνη την εποχή. Έκλεινα τα μάτια σ’ αυτό που έγινε, κολακεύτηκα, έπεισα τον εαυτό μου πως το ήθελα, προσπαθώντας να δώσω μ’ έναν στρεβλό τρόπο συναίνεση εκ των υστέρων. Όμως δεν είχα σκοπό να τον ξαναδώ. […]

Τρία χρόνια ζούσα με το φόβο, τις ενοχές και σιχαινόμουν τον εαυτό μου. Δεν τολμούσα να μοιραστώ με κανέναν ό,τι μου συνέβη. Ντρεπόμουν. Όπως πολλές γυναίκες που τρώνε ξύλο, που βιάζονται, κακοποιούνται και θεωρούν πως το προκάλεσαν, πως φταίνε οι ίδιες κι ελπίζουν πως η επόμενη φορά θα είναι πιο ήπια. Όμως δεν είναι ποτέ. Η βία κλιμακώνει. Γιατί αυτό που ερεθίζει όλα αυτά τα καθάρματα είναι να προκαλούν πόνο. Στο κορμί και στην ψυχή. Κι όσο δεν ικανοποιούνται, προκαλούν κι άλλο πόνο. Αυτά τα αρσενικά δίποδα, η επιτομή της πιο άγριας πατριαρχίας ψάχνουν για ευάλωτα θύματα. Γυναίκες που δε θα τολμήσουν να μιλήσουν. Όμως για κάθε γυναίκα πρέπει να έρχεται μια στιγμή που ο φόβος θ’ αλλάξει μεριά. Που η αυπνία, οι κρίσεις πανικού, οι σκέψεις για αυτοκτονία κλπ, θ’ αλλάξουν μεριά, που τέτοια καθάρματα θα φοβούνται να βγουν στο δρόμο».

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below