Η Becky Jones ήταν μόλις 21 ετών όταν ενημερώθηκε ότι είχε όγκο στον εγκέφαλο σε τελικό στάδιο και ότι της απέμεναν λίγοι μήνες ζωής. Είχε γνωρίσει πρόσφατα τον σύντροφό της και ονειρευόταν μια καριέρα στην αστυνομία. Ξαφνικά, όμως, όλα άλλαξαν. Η διάγνωση, που έγινε από έμπειρο ογκολόγο, οδήγησε σε 11 χρόνια χημειοθεραπείας, μια περίοδος που επηρέασε σημαντικά τη ζωή της. Είχε συχνά ναυτίες, δεν μπορούσε να συμμετέχει σε οικογενειακές εκδηλώσεις, η επαγγελματική της πορεία περιορίστηκε και ζούσε διαρκώς με τον φόβο για την υγεία της.
Πριν από λίγo καιρό έμαθε πως δεν είχε ποτέ καρκίνο. Έπασχε από μια φλεγμονώδη πάθηση του εγκεφάλου, η οποία θα μπορούσε να είχε αντιμετωπιστεί με κορτικοστεροειδή, ισχυρά αντιφλεγμονώδη και ανοσοκατασταλτικά φάρμακα που μιμούνται τη δράση της φυσικής ορμόνης κορτιζόλης.
Πλεόν, στα 34 της είναι μητέρα δύο παιδιών και μία από περισσότερους από 40 ασθενείς που έχουν προσφύγει νομικά κατά του NHS Trust (οργανισμός μέσα στο βρετανικό σύστημα υγείας που προσφέρει περίθαλψη σε πιο δύσκολα περιστατικά), των Πανεπιστημιακών Νοσοκομείων του Κόβεντρι και του Γουόργουικσαϊρ (UHCW), καταγγέλλοντας παρατεταμένες ή περιττές θεραπείες για καρκίνο.
«Μου έλεγαν ξανά και ξανά ότι χωρίς τη χημειοθεραπεία θα πέθαινα», δήλωσε στο BBC.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Όταν ήταν ακόμη 21 ετών ο καθηγητής Ian Brown, σύμβουλος στο University Hospital του Κόβεντρι, της είπε ότι θα έπρεπε να λαμβάνει εφ’ όρου ζωής το χημειοθεραπευτικό φάρμακο τεμοζολομίδη (TMZ). Αυτό συνέβαινε παρά το γεγονός ότι οι σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες συνιστούν έξι κύκλους θεραπείας σε διάστημα έξι μηνών.
Η Becky Jones λέει ότι, όταν άρχισε να αμφισβητεί το γεγονός πως σε πολλές αξονικές και μαγνητικές τομογραφίες δεν φαινόταν κάποιος όγκος, ο γιατρός τής απαντούσε ότι δεν θα ήταν «ορατός με γυμνό μάτι».
Μόλις το 2025, όταν ξεκίνησε επανεξέταση περιστατικών καρκίνου που συνδέονταν με τον συγκεκριμένο καθηγητή, έμαθε τι είχε πραγματικά συμβεί. «Δεν είχα ποτέ όγκο στον εγκέφαλο. Είχα διαγνωστεί λανθασμένα και πέρασα όλη αυτή τη θεραπεία, ουσιαστικά στο μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής μου, χωρίς λόγο. Με κατέστρεψε».
Πολλοί ακόμη ασθενείς του συγκεκριμένου γιατρού είπαν στο BBC ότι λάμβαναν τεμοζολομίδη για χρόνια, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίσουν μια σειρά από σοβαρά προβλήματα υγείας. Μία ασθενής δήλωσε ότι πιστεύει πως το φάρμακο την κατέστησε στείρα, ενώ ένας άλλος εμφάνισε λευχαιμία έπειτα από 100 περιττούς κύκλους θεραπείας.
Τα προκαταρκτικά ευρήματα της έρευνας του Royal College of Physicians (RCP) ανέφεραν ότι ασθενείς στο συγκεκριμένο νοσοκομείο λάμβαναν συστηματικά παρατεταμένες αγωγές με το φάρμακο, με «ελάχιστες ή καθόλου ενδείξεις οφέλους».
Η έρευνα διαπίστωσε ότι οι παραλείψεις του προσωπικού συνιστούσαν «προδοσία της εμπιστοσύνης των ασθενών». Παράλληλα, έθεσε το ερώτημα γιατί οι ομάδες φαρμακευτικής υποστήριξης της ογκολογίας δεν αμφισβήτησαν το γεγονός ότι ασθενείς λάμβαναν συνεχώς από του στόματος χημειοθεραπεία για 10 έως 15 χρόνια.
Το UHCW δήλωσε ότι δεν θα σχολιάσει μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά ανέφερε ότι έχουν ληφθεί μέτρα για «αυστηρότερη εποπτεία της συνταγογράφησης και της χρήσης της TMZ».
Η ζωή πριν από τη διάγνωση
Το 2012, η ζωή της νεαρής Becky Jones μόλις ξεκινούσε. Εργαζόταν ως χειρίστρια συστήματος CCTV στο στάδιο της Κόβεντρι Σίτι, όπου γνώρισε τον σύντροφό της, Pit, ο οποίος εργαζόταν ως υπεύθυνος ασφαλείας.
Λίγο αργότερα άρχισε να υποφέρει από έντονες ημικρανίες και αναζήτησε ιατρική βοήθεια. Υποβλήθηκε σε βιοψία εγκεφάλου από ιδιώτη νευροχειρουργό.
Ωστόσο, σύμφωνα με τη Fiona Tinsley, δικηγόρο στη νομική εταιρεία Brabners, ο καθηγητής Brown τη διέγνωσε με γλοιοβλάστωμα τέταρτου βαθμού, μία από τις πιο επιθετικές μορφές καρκίνου του εγκεφάλου, πριν ακόμη επιστραφούν τα αποτελέσματα της βιοψίας. Το BBC επιχείρησε επανειλημμένα να επικοινωνήσει με τον καθηγητή, ο οποίος έχει πλέον συνταξιοδοτηθεί.
Η γυναίκα περιγράφει τα χρόνια της χημειοθεραπείας ως «φρικτά». «Είχα συνεχώς ναυτία, πόνους στο στομάχι, άφθες και καθημερινή εξάντληση. Ήταν απαίσιο», είπε.
Η θεραπεία επηρέασε κάθε πλευρά της ζωής της. Ο φόβος για πιθανές λοιμώξεις την έκανε να αποφεύγει κοινωνικές εκδηλώσεις και οικογενειακές συγκεντρώσεις. Της αφαιρέθηκε μέχρι και η άδεια οδήγησης, ενώ στη συνέχεια η χρήση της περιορίστηκε.
«Πριν από τη θεραπεία πήγαινα συνέχεια γυμναστήριο, έτρεχα, και έβγαινα συχνά για φαγηρό. Προφανώς, μετά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα από αυτά», εξήγησε. Στο ζευγάρι είχαν επίσης πει ότι δεν θα μπορούσε να αποκτήσει παιδιά. «Τελικά απέκτησα δύο παιδιά, τα οποία ο γιατρός μου είπε ότι ήταν και τα δύο θαύματα».
Η θεραπεία της συνεχίστηκε για περισσότερο από μία δεκαετία. Το 2024, όμως, έλαβε ξαφνικά ένα τηλεφώνημα από γιατρό, ο οποίος της είπε ότι η χημειοθεραπεία σταματά. «Δεν μου έδωσε κανέναν λόγο. Μου είπε ότι ο γιατρός μου είχε συνταξιοδοτηθεί, αυτό ήταν το πρώτο που άκουγα σχετικά», είπε. Για οποιαδήποτε απορία την παρέπεμψαν στον νέο ογκολόγο της, χωρίς όμως να της δώσουν το όνομά του. «Δεν ήξερα τι να κάνω, πού να απευθυνθώ ή με ποιον να μιλήσω, γιατί εκείνη την περίοδο δεν είχα καμία υποστήριξη από το νοσοκομείο», είπε.
Τον Μάιο του 2025, έπειτα από ανεξάρτητη αξιολόγηση των εξετάσεών της από νευροχειρουργούς και ακτινολόγους για λογαριασμό των δικηγόρων της, ενημερώθηκε ότι δεν είχε ποτέ καρκίνο στον εγκέφαλο.
Στην πραγματικότητα, έπασχε από απομυελινωτική βλάβη με χαρακτηριστικά όγκου (tumefactive demyelination), μια φλεγμονώδη κατάσταση που συνήθως αντιμετωπίζεται από νευρολόγους με ισχυρά κορτικοστεροειδή. Έμαθε τα νέα σε βιντεοκλήση με τους δικηγόρους της και τους ειδικούς που είχαν εξετάσει την υπόθεσή της.
«Όταν το μάθαμε, υπήρχαν δάκρυα στα μάτια όλων», δήλωσε η δικηγόρος, η οποία εκπροσωπεί πολλούς από τους ασθενείς.
Τα ευρήματα της έρευνας
Η έρευνα του Royal College of Physicians, η οποία δεν κατονομάζει τον καθηγητή Ian Brown αλλά αναφέρεται σε αυτόν ως «Dr Y», εξέτασε 20 περιστατικά. Στα 15 από αυτά η συνολική αντιμετώπιση κρίθηκε «μη ικανοποιητική». Ο καθηγητής δεν συμμετείχε στην έρευνα. Η ομάδα που πραγματοποίησε την αξιολόγηση διαπίστωσε ότι «ελάχιστα στοιχεία» είχαν κατανοηθεί και καταγραφεί επαρκώς και για τους κινδύνους από τη λήψη του φαρμάκου.
Στα προκαταρκτικά ευρήματα αναφέρεται επίσης ότι σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρξε «ανεπαρκής κλινική διερεύνηση» και ελλιπής συνεργασία με συναδέλφους άλλων ειδικοτήτων, γεγονός που επέτρεψε σε πιθανά διαγνωστικά λάθη να παραμείνουν χωρίς διόρθωση.
Η Becky Jones χαρακτήρισε τα ευρήματα «ανατριχιαστικά». «Δεν αφορά μόνο το τι έκανε εκείνος, αλλά και το πώς του επέτρεψαν να ενεργεί μόνος του για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα», είπε. «Ήταν σχεδόν σαν να λειτουργούσε μόνος του, χωρίς κανείς να ελέγχει τι έκανε».
Εκπρόσωπος του UHCW δήλωσε ότι όλοι οι ασθενείς που ενδέχεται να έχουν επηρεαστεί έχουν εξεταστεί από ανώτερους γιατρούς και έχουν καταρτιστεί «τα κατάλληλα σχέδια φροντίδας».
«Παράλληλα, πραγματοποιούμε ανεξάρτητη αξιολόγηση των διαδικασιών που ακολουθούνται όταν το προσωπικό θέλει να εκφράσει ανησυχίες, υπό την καθοδήγηση ανεξάρτητου φορέα, ώστε να διασφαλίσουμε ότι οι εργαζόμενοι αισθάνονται πλήρως τη στήριξη μας και έχουν την απαραίτητη ασφάλεια και αυτοπεποίθηση για να αναφέρουν οποιοδήποτε ζήτημα. Το Trust θα αξιολογήσει το σύνολο της έκθεσης του Royal College of Physicians όταν αυτή δημοσιευθεί και θα λάβει τα κατάλληλα περαιτέρω μέτρα, με βάση τα ευρήματά της. Θέλουμε να διαβεβαιώσουμε την κοινότητά μας ότι η ασφάλεια, η εμπειρία και η ευημερία των ασθενών παραμένουν οι βασικές μας προτεραιότητες», πρόσθεσε.



