Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Marieclaire.gr on Google

Μία στις τρεις γυναίκες στις ΗΠΑ έχει δυσκολευτεί να πείσει τους γιατρούς να πάρουν στα σοβαρά τα συμπτώματά της, σύμφωνα με νέα έρευνα (Gallup και Pivotal). Από αυτές τις γυναίκες, μάλιστα, περισσότερες από τις μισές δηλώνουν ότι τα προβλήματα υγείας τους έχουν επηρεάσει την επαγγελματική και την οικογενειακή ζωή τους.

Η πρώτη μάχη που δίνουν, σύμφωνα με την ερευνήτρια Stephanie Marken, είναι να κλείσουν ένα ραντεβού σε γιατρό. Και, από τη στιγμή που θα τον επισκεφτούν, «βιώνουν μια σειρά από αρνητικές εμπειρίες σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό από τους άνδρες — αισθάνονται, για παράδειγμα, ότι δεν τις παίρνουν στα σοβαρά, ότι υποβαθμίζουν τον πόνο τους ή ότι φεύγουν χωρίς τις πληροφορίες που χρειάζονται».

«Οι γυναίκες βιώνουν μια σειρά από αρνητικές εμπειρίες σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό από τους άνδρες — αισθάνονται, για παράδειγμα, ότι δεν τις παίρνουν στα σοβαρά, ότι υποβαθμίζουν τον πόνο τους ή ότι φεύγουν χωρίς τις πληροφορίες που χρειάζονται».

Τα αποτελέσματα της έρευνας αποτυπώνουν «τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στην πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και το πόσο συχνά αυτά μετατρέπονται σε εμπόδια στην εξέλιξή τους και στη ζωή που επιθυμούν», δήλωσε η Renee Wittemyer, αντιπρόεδρος της Pivotal, στο CNN.

Η έρευνα διεξάχθηκε σε 5.200 ενήλικες στις Ηνωμένες Πολιτείες, που ρωτήθηκαν αν μέσα στα τελευταία πέντε χρόνια βίωσαν κάποια από τις παρακάτω τέσσερις αρνητικές εμπειρίες με επαγγελματίες υγείας (γιατρούς, νοσηλευτές, βοηθούς ιατρών και άλλους εργαζόμενους σε χώρους παροχής υπηρεσιών υγείας): αισθάνθηκαν ότι δεν τους πήραν στα σοβαρά, πήραν λανθασμένη διάγνωση ή δεν έλαβαν καθόλου διάγνωση, δεν πήραν σαφείς απαντήσεις/οδηγίες, ή έλαβαν αντικρουόμενες συμβουλές.

Περισσότερες από τις μισές γυναίκες (το 51%) απάντησαν καταφατικά, έναντι 39% των ανδρών. Το συχνότερο παράπονο, το οποίο ανέφερε μία στις τρεις γυναίκες, ήταν ότι οι επαγγελματίες υγείας υποβάθμισαν ή αγνόησαν τα συμπτώματα ή τον πόνο τους.

Η διαφορά αυτή δεν εξέπληξε τη Δρ Kimi Chernoby, γιατρό επειγόντων περιστατικών στη Βιρτζίνια και επικεφαλής νομικών υποθέσεων του FemInEM Foundation, ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού που εργάζεται για την ενίσχυση της ισότητας των φύλων στην επείγουσα ιατρική. «Υπάρχει μια μακρά ιστορία έμφυλης προκατάληψης και δυσπιστίας απέναντι στις γυναίκες», δήλωσε η Δρ Chernoby.

Υπάρχει συχνά η τάση να θεωρείται ότι οι γυναίκες δραματοποιούν ή υπερβάλλουν όταν περιγράφουν συμπτώματα πόνου και δυσφορίας, σύμφωνα με τη Sahnah Lim, αναπληρώτρια καθηγήτρια στην Ιατρική Σχολή Grossman του NYU, η έρευνα της οποίας επικεντρώνεται στην ισότητα στην υγεία των γυναικών. «Κι αυτό συμβαίνει εδώ και αιώνες», σημειώνει.

Υπάρχει συχνά η τάση να θεωρείται ότι οι γυναίκες δραματοποιούν ή υπερβάλλουν όταν περιγράφουν συμπτώματα πόνου και δυσφορίας, σύμφωνα με τη Sahnah Lim, αναπληρώτρια καθηγήτρια στην Ιατρική Σχολή Grossman του NYU, η έρευνα της οποίας επικεντρώνεται στην ισότητα στην υγεία των γυναικών.

Αλλά όταν δεν δίνεται η δέουσα προσοχή στις ανησυχίες ενός ασθενή, οι συνέπειες μπορεί να είναι από απογοητευτικές έως και θανατηφόρες. Για παράδειγμα, η σοβαρή αιμορραγία μετά τον τοκετό, γνωστή ως επιλόχεια αιμορραγία, αποτελεί μία από τις κυριότερες αιτίες μητρικής θνησιμότητας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μπορεί να προληφθεί, ωστόσο οι επαγγελματίες υγείας συχνά δεν ανταποκρίνονται στις πρώτες αναφορές συμπτωμάτων από τις γυναίκες όπως θα έπρεπε.

Επιπλέον, οι επαγγελματίες υγείας συχνά δεν αναγνωρίζουν εγκαίρως τα εμφράγματα στις γυναίκες, επειδή εκείνες δεν εμφανίζουν πάντα τον χαρακτηριστικό πόνο στο στήθος που παρατηρείται στους άνδρες.

Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, οι γυναίκες ήταν πολύ πιθανότερο από τους άνδρες να δηλώσουν ότι χρειάστηκε να αγωνιστούν ώστε να ληφθούν σοβαρά υπόψη οι ανησυχίες τους για την υγεία τους: το 42% των γυναικών είπε ότι χρειάστηκε να επιμείνει ή να διεκδικήσει ενεργά την κατάλληλη φροντίδα για την υγεία του, έναντι του 26% των ανδρών.

Οι γυναίκες ήταν πολύ πιθανότερο από τους άνδρες να δηλώσουν ότι χρειάστηκε να αγωνιστούν ώστε να ληφθούν σοβαρά υπόψη οι ανησυχίες τους για την υγεία τους: το 42% των γυναικών είπε ότι χρειάστηκε να επιμείνει ή να διεκδικήσει ενεργά την κατάλληλη φροντίδα για την υγεία του, έναντι του 26% των ανδρών.

Επιπλέον, οι άνδρες λαμβάνουν ταχύτερα από τις γυναίκες μια διάγνωση – ακόμη και όταν αυτή αφορά την ίδια πάθηση.

Αλλά οι έμφυλες, έστω και υποσυνείδητες, διακρίσεις στον χώρο της υγείας έχουν και πιο ύπουλες συνέπειες. Τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες που δήλωσαν ότι κάποιος επαγγελματίας υγείας είχε υποβαθμίσει ή αγνοήσει τα συμπτώματά τους ήταν πολύ πιθανότερο να αναφέρουν ότι η κατάσταση της υγείας τους τούς είχε εμποδίσει να κάνουν όλα όσα ήθελαν στη ζωή τους. Από τις γυναίκες που συμμετείχαν στην έρευνα, το 42% δήλωσε ότι η υγεία τους είχε περιορίσει με κάποιον τρόπο την επαγγελματική τους δραστηριότητα κατά την τελευταία πενταετία.

Το εύρημα αυτό ήταν «αρκετά σοκαριστικό», σχολιάζει η Wittemyer. «Σκεφτείτε τι θα σήμαινε αν τέσσερις στις δέκα γυναίκες στον χώρο εργασίας σας αισθάνονταν ότι έπρεπε να εργάζονται λιγότερες ώρες ή ότι δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν μια προαγωγή ή μια νέα ευκαιρία εξαιτίας της υγείας τους. Αυτή είναι η πραγματικότητα».

 

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below