Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Marieclaire.gr on Google

Τι μας συμβαίνει όταν χάνουμε έναν αγαπημένο μας άνθρωπο; Τι είδους γέφυρες μπορεί να χτίσει το ασυνείδητο για να μας κρατήσει συνδεδεμένους με κάποιον που χάθηκε;
Μετά τον θάνατο του αγαπημένου της πατέρα, η Αγγελική καταδύεται στον κόσμο του ασυνείδητου, φορώντας τη συσκευή μέτρησης παλμών Holter. Αυτή είναι η ιστορία του σαγηνευτικού Holterline, της εικοσάλεπτης ταινίας που υπογράφει η Αλεξάνδρα Ντεληθέου. Σκηνοθέτις, ηθοποιός, φωτογράφος και βιντεογράφος, η Ντεληθέου έχει σπουδάσει υποκριτική, σκηνοθεσία, φωτογραφία και βιντεογράφηση, συνδυάζοντας διαφορετικές μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης. Με το «Holterline», την πρώτη της ταινία μικρού μήκους, με πρωταγωνίστρια την Αγγελική Παπούλια, εξερευνά την απώλεια, το πένθος και τον κόσμο του ασυνείδητου. Μετά τη συμμετοχή της στο Φεστιβάλ Δράμας, η ταινία ταξιδεύει στο 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, μαζί με τις άλλες βραβευμένες ταινίες από τη Δράμα, που θα συναντηθούν με τους θεατές στις 6 Νοεμβρίου.

Το Holterline ξεκινά από μια εξαιρετικά σωματική ιδέα: μια μηχανή καταγράφει τον ρυθμό της καρδιάς, ενώ εσύ επιχειρείς να καταγράψεις κάτι που δεν μετριέται, το πένθος. Τι ήρθε πρώτο στο μυαλό σου: η συσκευή Holter ως κινηματογραφικό εύρημα ή η ανάγκη να μιλήσεις για την απώλεια;

Η ιδέα του Holter ήρθε μαζί με τη δική μου προσωπική εμπειρία. Είχα φορέσει τέσσερις φορές ένα τέτοιο μηχάνημα, επειδή η αγωνία μου γύρω από τον θάνατο του πατέρα μου είχε σωματοποιηθεί. Όσο όμως έγραφα το σενάριο, άρχισα να σκέφτομαι κάτι που στην πραγματικότητα δεν είχε συμβεί ποτέ: ότι ένα μηχάνημα που παρακολουθεί την καρδιά για είκοσι τέσσερις ώρες θα μπορούσε, μέσα στην ταινία, να με μεταφέρει κάπου αλλού. Μου άρεσε η ιδέα ότι το ίδιο αντικείμενο που στην πραγματική μου ζωή συνδεόταν με τον φόβο και την αγωνία, θα μπορούσε να γίνει ένα όχημα ελπίδας. Η καρδιά παρακολουθείται αδιάκοπα, ο παλμός καταγράφεται, και μέσα από αυτή τη διαρκή παρακολούθηση γεννιέται η φαντασίωση ότι ίσως μπορώ να επικοινωνήσω ξανά μαζί του. Να βρεθώ κάπου όπου έχω ακόμη μια πιθανότητα να τον αποχαιρετήσω. Αυτός ο αποχαιρετισμός, στην πραγματικότητα, δεν είχε συμβεί. Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό χρειάστηκε να τον δημιουργήσω μέσα στην ταινία.
Στην ταινία, το μόνιτορ γίνεται το όχημα αυτού του αποχαιρετισμού. Η Αγγελική (σ.σ. την υποδύεται η Αγγελική Παπούλια) φαντάζεται ότι είναι εκείνος που της το προτείνει. Ένα αντικείμενο που συνδέεται με το σώμα, τον παλμό και τη ζωή μετατρέπεται έτσι σε ένα μέσο επικοινωνίας με τον απόντα. Έτσι, το Holter πέρασε από το πραγματικό στο φαντασιακό. Από ένα αντικείμενο που κατέγραφε τον φόβο μου για τον θάνατο, έγινε το μέσο μέσα από το οποίο η Αγγελική μπορεί να φανταστεί ότι ξαναβρίσκει τον πατέρα της και να του πει αυτό που δεν πρόλαβε να του πει.

Η σκηνοθέτης Αλεξάνδρα Ντεληθέου.

Λίγους μήνες νωρίτερα, στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρούς Μήκους της Δράμας, μίλησες όχι μόνο για το πένθος αλλά και για τη “βιολογική μας συνέχεια”. Είναι τελικά η ηρωίδα σου, η Αγγελική, μια γυναίκα που προσπαθεί να αποχαιρετήσει τον πατέρα της ή μια γυναίκα που ανακαλύπτει ότι ο πατέρας εξακολουθεί, με έναν τρόπο, να υπάρχει μέσα στο δικό της σώμα;

Η απώλεια, ο θάνατος — αυτή η μοναδική και αναπόφευκτη κοινή εμπειρία που ενώνει όλους τους ανθρώπους. Τι συμβαίνει όταν πεθαίνει ένας γονιός; Μήπως, μέσα από την απώλεια του άλλου, συνειδητοποιούμε ότι η δική μας σειρά θα έρθει κάποτε; Πώς γίνεται και πάντα ο θάνατος αφορά τον άλλο, δεν μας ακουμπάει; Πώς γίνεται και νευρολογικά είμαστε φτιαγμένοι να αντέχουμε αυτή τη γνώση; Ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που γνωρίζει ότι θα πεθάνει, παρόλα αυτά ο ίδιος εφευρίσκει τρόπους που προκαλούν τον θάνατο.
Ο πατέρας μου ήταν γιατρός, αφοσιωμένος στην έρευνα. Ήταν ένας βαθιά πνευματικός άνθρωπος που ασχολήθηκε πολύ με το μυστήριο του θανάτου και μοιράστηκε μαζί μου τις σκέψεις και τα ερωτήματά του. Οι συζητήσεις μας για το τι υπάρχει μετά τον θάνατο, για το σώμα και για ό,τι ίσως υπάρχει πέρα από αυτό, έγιναν μέρος της δικής μου αναζήτησης.Η απώλεια του πατέρα μου με οδήγησε σε μια άλλη μορφή αυτής της αγωνίας: στη διαχείριση της απουσίας. Της απουσίας του ίδιου, αλλά και των προσωπικών του αντικειμένων, των πραγμάτων που εξακολουθούν να υπάρχουν ενώ εκείνος έχει φύγει. Ο πατέρας της Αγγελικής εξακολουθεί να υπάρχει μέσα από αυτά.Έτσι, η ταινία δεν μιλά μόνο για τον θάνατο ενός πατέρα. Μιλά για τη στιγμή που, μέσα από την απώλεια ενός άλλου, ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη δική μας θνητότητα — και με την ανάγκη να συνεχίσουμε να υπάρχουμε μέσα στην απουσία.

Θέλω απλώς να μπορώ να κάνω τη δουλειά μου όπως την αισθάνομαι. Και ελπίζω οι γυναίκες που θα έρθουν μετά από εμάς να χρειάζεται όλο και λιγότερο να αποδεικνύουν ότι δικαιούνται να το κάνουν.

Στην ταινία το πραγματικό, το ασυνείδητο και κάτι που μοιάζει σχεδόν με μεταφυσικό χώρο εισχωρούν το ένα στο άλλο. Ήθελες ο θεατής να μπορεί να διακρίνει πού βρίσκεται κάθε στιγμή ή σε ενδιέφερε ακριβώς να χάσει κι εκείνος, όπως η Αγγελική, αυτή τη βεβαιότητα;

Στόχος μου ήταν το προσωπικό και το πραγματικό να συναντηθούν με το ασυνείδητο. Παρόλο που, κατά τη διάρκεια της γραφής, όλα ήταν για μένα πολύ συγκεκριμένα — οι χώροι, τα αντικείμενα, οι κινήσεις — μέσα σε αυτά άρχισαν να εισχωρούν εικόνες και μνήμες που κουβαλώ από πολύ νωρίς. Το καναρίνι είναι η πρώτη μου επαφή με τον θάνατο, όταν ήμουν πολύ μικρή. Το ψάρι συνδέεται με μια παιδική μου απορία:σε σχέση με την εξερεύνηση του θανάτου, προσπαθούσα να καταλάβω γιατί ένα ψάρι δεν μπορεί να ζήσει έξω από το νερό. Αργότερα, αυτή η εικόνα επέστρεψε μέσα σε ένα όνειρο, ένα όνειρο που συνδέθηκε με τις κρίσεις πανικού. Το τηλέφωνο, αντίθετα, είναι εκείνο που μέσα στη νύχτα θα αναγγείλει τον θάνατο.Οι εικόνες αυτές δεν λειτουργούν για μένα ως σύμβολα που αποφάσισα εκ των προτέρων να τοποθετήσω στην ταινία. Είναι περισσότερο κομμάτια της μνήμης μου που εισχωρούν στην πραγματικότητα της ιστορίας. Το πραγματικό και το φαντασιακό, το συνειδητό και το ασυνείδητο, συν υπάρχουν χωρίς να χρειάζεται να εξηγούνται.
Υπάρχει επίσης μια διαρκής κίνηση μπρος και πίσω: μαζεύω, ξεστήνω, προσπαθώ να ανασυνθέσω έναν χώρο μέσα από τα αντικείμενα, αλλά ταυτόχρονα αδυνατώ να τον ανασυνθέσω πραγματικά. Η πράξη αυτή γίνεται ένα βύθισμα σε κάτι βαθιά υπαρξιακό, όπου το νερό, το οξυγόνο, η αναπνοή και το σώμα υπογραμμίζουν διαρκώς το τετελεσμένο: αυτό που έχει ήδη συμβεί και δεν μπορεί να αναιρεθεί.
Πιστεύω ότι, σε σχέση με τον θάνατο, όλα έχουν ειπωθεί. Αυτό που μας έχει απομείνει είναι το πώς και μαζί μ αυτό, η ανάγκη μας να επικοινωνήσουμε με κάτι που μας συγκινεί βαθιά.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι να μιλήσει κανείς για την απώλεια, τον θάνατο και την απουσία. Ο δική μου οδός είναι αυτή η ανάγκη για επικοινωνία μέσα από την εικόνα, τον χώρο, τα αντικείμενα, τη μνήμη και το ασυνείδητο. Η ταινία είναι η δική μου προσπάθεια να επικοινωνήσω έτσι — μέσα από ένα συγκεκριμένο ύφος και μια συγκεκριμένη κινηματογραφική γλώσσα.

Η ταινία, παρ’ όλα αυτά, βραβεύτηκε για VFX στο Drama International Short Film Festival. Για μένα, αυτό είναι μια όμορφη αντίφαση: το βραβείο αφορά τα εφέ, ενώ η δική μας επιλογή ήταν να δημιουργήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτά μέσα στον πραγματικό κόσμο.

Επέλεξες τα εφέ να είναι όσο το δυνατόν πιο χειροποίητα, σε μια εποχή που σχεδόν οτιδήποτε μπορεί να κατασκευαστεί ψηφιακά. Γιατί ήταν τόσο σημαντικό για σένα να γίνει έτσι;

Από την αρχή επέλεξα συνειδητά τα χειροποίητα εφέ. Δεν ήθελα η εικόνα να δημιουργηθεί αποκλειστικά μέσα από μια ψηφιακή διαδικασία, αλλά να υπάρχει πραγματικά μπροστά στην κάμερα, να έχει υλικότητα, βάρος και ρίσκο.
Είχα την τύχη να συνεργαστώ με έναν εξαιρετικό διευθυντή φωτογραφίας, τον Χάρη Πατραμάνη, ο οποίος πίστεψε βαθιά στην ταινία και την αγάπησε. Μαζί αναζητήσαμε πρακτικές και χειροποίητες λύσεις για εικόνες που αρχικά έμοιαζαν δύσκολο να πραγματοποιηθούν.Σ τη σκηνή της βύθισης βάψαμε μια πραγματική πισίνα μαύρη και στήσαμε μέσα της μια πραγματική κρεβατοκάμαρα. Η Αγγελική Παπούλια έκανε μαθήματα με δύτη για να μπορέσουμε να πραγματοποιήσουμε την πτώση της στο νερό. Στη σκηνή με το χιόνι και το μωρό, το χιόνι είναι πραγματικό και πέφτει με μηχάνημα, το μωρό είναι πραγματικό και η μακέτα είναι πραγματική.
Η ταινία, παρ’ όλα αυτά, βραβεύτηκε για VFX στο Drama International Short Film Festival. Για μένα, αυτό είναι μια όμορφη αντίφαση: το βραβείο αφορά τα εφέ, ενώ η δική μας επιλογή ήταν να δημιουργήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτά μέσα στον πραγματικό κόσμο.
Για μένα, αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Γιατί, στην πραγματικότητα, το «εφέ» της ταινίας δεν προέκυψε από την προσπάθεια να κρύψουμε την κατασκευή της εικόνας, αλλά ακριβώς από την ανάγκη να την κάνουμε πραγματική. Να δημιουργήσουμε μπροστά στην κάμερα αυτό που θα μπορούσε να μοιάζει αδύνατο.

Η ταινία είναι πραγματικά εντυπωσιακή ίσως και σε πρωτόγνωρο επίπεδο για τα ελληνικά δεδομένα. Φοβήθηκες κάποια στιγμή ότι η φόρμα ίσως δεν υπηρετεί το συναίσθημα, αλλά κινδυνεύει να το επισκιάσει;

Η ταινία δουλεύτηκε για τρία χρόνια, με εμμονή στη λεπτομέρεια. Για μένα, η λεπτομέρεια δεν είναι διακοσμητική• είναι μέρος της ουσίας της ταινίας. Κάθε χώρος, κάθε αντικείμενο, κάθε κίνηση, κάθε φως, κάθε φακός έπρεπε να υπηρετεί έναν συγκεκριμένο εσωτερικό κόσμο.Ό,τι έχει επιλεγεί στην ταινία έχει λόγο ύπαρξης. Δεν φοβήθηκα καθόλου τη φόρμα — αν και, για να είμαι ειλικρινής, δεν πιστεύω ότι υπάρχει μία και μοναδική φόρμα. Υπάρχει ο δικός μου τρόπος να εκφράσω αυτό που νιώθω. Το συναίσθημα δεν μένει ποτέ ακίνητο. Αλλάζει, μετακινείται, έχει ρυθμό. Μαζί του πρέπει να κινείται και η μορφή. Δεν μπορώ να την αντιμετωπίσω ως κάτι προκαθορισμένο ή αμετάβλητο· για μένα, η μορφή αναπνέει, μετασχηματίζεται και ακολουθεί τις εσωτερικές μετατοπίσεις του συναισθήματος.
Δεν μου αρέσει η αντίληψη της μικρού μήκους ως «μικρής» ταινίας. Με ενοχλεί η γλώσσα που μετατρέπει τα πάντα σε κάτι μικρότερο: το «ταινιάκι», το «teaserάκι», το «βιβλιαράκι», το «εργάκι». Δεν αντιμετωπίζω τη μικρού μήκους ως προπαρασκευαστικό στάδιο για κάτι μεγαλύτερο ούτε ως μια μικρότερη εκδοχή του κινηματογράφου.
Την αντιμετωπίζω ως αυτό που είναι: μια αυτόνομη ταινία. Και την αντιμετωπίζω με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζω τα πράγματα που σέβομαι στη ζωή μου — με απόλυτη προσήλωση, φροντίδα και σεβασμό στη λεπτομέρεια. Χωρίς την κατάληξη «-άκι». Για μένα, το μέγεθος της διάρκειας δεν καθορίζει το μέγεθος της καλλιτεχνικής πρόθεσης. Δεν προσπάθησα, λοιπόν, να επιβάλω στην ταινία μια συγκεκριμένη κινηματογραφική φόρμα. Άφησα τη μορφή να προκύψει οργανικά από αυτό που ένιωθα και από αυτό που ήθελα να μεταδώσω. Κάθε επιλογή —ο ρυθμός, η εικόνα, η σιωπή, η κίνηση— γεννήθηκε από την ανάγκη να βρει το συναίσθημα το δικό του σώμα και να φτάσει στον θεατή όχι μόνο ως ιδέα, αλλά ως εμπειρία.

Είναι η πρώτη σου ταινία μικρού μήκους. Έχοντας περάσει από υποκριτική, φωτογραφία, θέατρο και βίντεο, αισθάνεσαι ότι με το Holterline βρήκες την καλλιτεχνική σου φωνή;

Έχοντας περάσει από διαφορετικές ειδικότητες του κινηματογράφου, μπορώ να πω πολύ ειλικρινά ότι το σινεμά είναι ο τόπος όπου όλα αυτά συναντιούνται. Η εικόνα, το φως, ο ήχος, ο χώρος, το σώμα, τα αντικείμενα, η κατασκευή, η σκέψη, το συναίσθημα. Το σινεμά τα ενώνει όλα. Και ίσως αυτός να είναι ο βασικότερος λόγος που με κάνει τόσο ευτυχισμένη: γιατί μου επιτρέπει να υπάρχω μέσα σε όλα αυτά ταυτόχρονα, να τα παρατηρώ, να τα συνδέω και τελικά να επικοινωνώ με τους άλλους μέσα από μια ταινία.

Τι δυσκολίες έχει μια γυναίκα που καταπιάνεται με το είδος σήμερα; Αντιμετωπίζει τα ίδια ζητήματα με έναν άνδρα συνάδελφό της;

Η ανισότητα στον κινηματογράφο, όπως την έχω βιώσει, δεν είναι μόνο το αν θα δοθεί ή όχι μια δουλειά σε μια γυναίκα. Είναι και το ποιανού η φιλοδοξία θεωρείται φυσιολογική. Ποιος μπορεί να ζητήσει περισσότερα χρήματα, περισσότερο χρόνο, μεγαλύτερο συνεργείο, πιο δύσκολες συνθήκες παραγωγής, χωρίς να θεωρηθεί υπερβολικός. Ποιος μπορεί να έχει εμμονή με τη λεπτομέρεια και αυτή η εμμονή να διαβαστεί ως καλλιτεχνική αποφασιστικότητα και όχι ως δυσκολία.
Υπάρχει ακόμη ανισότητα στην πρόσβαση στους πόρους και στην εξουσία που χρειάζεται για να πραγματοποιηθεί μια ταινία. Και υπάρχει και κάτι που με ενδιαφέρει ακόμη περισσότερο: ποιοι τελικά μένουν στην ιστορία. Κοιτάζοντας πίσω, τα μεγάλα ονόματα που μας έμαθαν να θεωρούμε ως «ιστορία του κινηματογράφου» είναι κυρίως άντρες. Οι γυναίκες υπήρχαν, δημιουργούσαν, διεκδικούσαν, αλλά πολύ συχνά χρειάστηκε να παλέψουν περισσότερο για να αποκτήσουν την ίδια ορατότητα.
Θέλω απλώς να μπορώ να κάνω τη δουλειά μου όπως την αισθάνομαι. Και ελπίζω οι γυναίκες που θα έρθουν μετά από εμάς να χρειάζεται όλο και λιγότερο να αποδεικνύουν ότι δικαιούνται να το κάνουν.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below