Η αίσθηση ότι ο δρόμος είναι αλλού μπορεί να συνοδεύεται και από τη γλυκιά ελπίδα, έως και προσμονή, ότι η ζωή πάντα επιφυλάσσει εκπλήξεις, κρατώντας ζωντανό το κίνητρό μας να συνεχίσουμε τη διαδρομή. Αυτό κάνουν οι τρεις οδηγοί ταξί του πρώτου ντοκιμαντέρ της Ειρήνης Βουρλούμη, «Αλλού ο Δρόμος», οι οποίοι, ακόμα και σε μια ζόρικη νυχτερινή βάρδια στην Αθήνα, δεν σταματούν να αναζητούν τις μικρές και μεγαλύτερες χαρές της καθημερινότητας: στη φύση, στην επικοινωνία με ανθρώπους και άλλα πλάσματα, στην καλλιτεχνική έκφραση.
Κάθε ιστορία τους είναι διαφορετική, υπογραμμίζοντας οργανικά ότι κάθε άνθρωπος είναι πολύ περισσότερα, ή πολύ διαφορετικά πράγματα, από ό,τι υπαγορεύουν τα στερεότυπα του επαγγέλματός του. Ο Κωνσταντίνος, γνωστός στους δρόμους ως «το πούμα», πλησιάζει στη συνταξιοδότηση, έπειτα από μισό αιώνα πίσω από το τιμόνι, έχοντας επίγνωση της παρακαταθήκης του. Κάθε πρωί, πριν ξυπνήσει η πόλη, ξεκινά τη βάρδια του με ένα προσωπικό τελετουργικό κάτω από την Ακρόπολη, παρέα με μια κουκουβάγια. Ο Σάνι, Νιγηριανός-Έλληνας ηθοποιός και οικογενειάρχης, κινείται ανάμεσα στην πίστη, την κόπωση και μια βαθιά επιθυμία να επιστρέψει στην καλλιτεχνική έκφραση. Ο Γιώργος, γεννημένος περφόρμερ, οδηγεί την ημέρα και τραγουδά ερωτικά λαϊκά τραγούδια σε μικρά κλαμπ τη νύχτα.

Η σκηνοθέτρια, εικαστικός και φωτογράφος, αναδεικνύει την ποιητικότητα των χαρακτήρων της όχι μόνο μέσα από τα λόγια και τις πράξεις τους αλλά και μέσα από τη φωτογραφική ματιά της στα πρόσωπα και την πόλη, που αν και αποτελείται κυρίως από νυχτερινές λήψεις, ή ακριβώς γι’ αυτό, φέρνει στην επιφάνεια το κατά βάθος ρομαντικό πνεύμα όσων επιμένουν να ονειρεύονται ανάμεσα στα τσιμεντένια κτίρια και τις ορδές των αυτοκινήτων.
Ωστόσο όπως λέει σε μια συνέντευξή της στο Marie Claire λίγο μετά την έξοδο της ταινίας στους κινηματογράφους, για να διακρίνεις και να φωτίσεις ως δημιουργός την ποιητική πλευρά των λεγόμενων καθημερινών ανθρώπων «νομίζω ότι απλώς πρέπει να είσαι ο εαυτός σου και να αποδέχεσαι όλους τους ανθρώπους γι’ αυτό που είναι. Είναι απλώς θέμα του να είσαι ανοιχτός και ευγενικός. Είναι θέμα του να αφιερώσεις χρόνο για να χτίσεις εμπιστοσύνη, να συνδεθείς μαζί τους, να είσαι ανοιχτός στις ιδέες τους και να συνεργαστείς. Προσωπικά, ενδιαφέρθηκα για αυτούς τους ανθρώπους για τη δημιουργικότητά τους, τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά τους και την προσέγγισή τους απέναντι στη ζωή. Πλέον είμαστε πολύ κοντά με όλους, μέρος ο ένας της ζωής του άλλου, και αυτό είναι το πιο πολύτιμο πράγμα που πήρα από αυτή την εμπειρία».

Είχα την τύχη να παρακολουθήσω την ταινία της σε παγκόσμια πρεμιέρα στο 28ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, την άνοιξη του 2026, προτού ξεκινήσει τη διαδρομή της σε διάφορα κινηματογραφικά φεστιβάλ ανά τον κόσμο. Μετά το τέλος της προβολής στη Θεσσαλονίκη, σε μια κατάμεστη αίθουσα, μαζί με τη σκηνοθέτρια ανέβηκαν στη σκηνή και οι τρεις ήρωές της και καταχειροκροτήθηκαν. Ακολούθησε ένα πάρτι όπου ο Γιώργος [Γεωργίου] ερμήνευσε ζωντανά το πρώτο τραγούδι που κυκλοφόρησε, «Δεν με Νίκησε η Πόλη», κάνοντας πραγματικότητα ένα όνειρο χρόνων. «Ήταν ήδη τραγουδιστής αλλά δεν είχε κυκλοφορήσει ποτέ δικό του τραγούδι, οπότε γράψαμε ένα πρωτότυπο κομμάτι για την ταινία, του οποίου μοιραζόμαστε τα πνευματικά δικαιώματα, και καταφέραμε να του κλείσουμε συμβόλαιο με τη Minos EMI, κάτι για το οποίο είμαι πολύ περήφανη», εξηγεί η Ειρήνη.
Κι αυτή είναι μόνο μία έμπρακτη απόδειξη της δύναμης του κινηματογράφου, για την οποία είναι πεπεισμένη: «Ο κινηματογράφος μπορεί σίγουρα να αλλάξει τις ζωές κάποιων ανθρώπων, καθώς και την οπτική γωνία του κοινού, κι αυτός είναι ο λόγος που κάναμε αυτή την ταινία: για να δώσουμε στους Έλληνες την ευκαιρία να βγουν από το σινεμά με την ελπίδα ότι μπορούν να κυνηγήσουν τα όνειρά τους, ακριβώς όπως κάνουν οι χαρακτήρες μας, ανεξάρτητα από τα όσα έχουμε περάσει ως χώρα.

Την ιδέα αυτής της ταινίας την είχε «πριν από μια δεκαετία, κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, όταν δούλευα ως φωτορεπόρτερ καλύπτοντας τα γεγονότα. Ήθελα να εξερευνήσω τι βίωναν μέσα από τα ταξί οι οδηγοί τους, που είναι στην πρώτη γραμμή και βλέπουν πρώτοι πώς αλλάζει η πόλη – από τα μαγαζιά που έκλειναν μέχρι τον παλμό της κίνησης και την ψυχολογία των Αθηναίων.
»Εγώ τους αγαπάω τους ταξιτζήδες από μικρή. Χρησιμοποιώ ταξί από την εφηβεία μου, νιώθω μια συγγένεια και εγγύτητα με τους οδηγούς. Τους βλέπω σαν τη λυρική φωνή της πόλης – σαν αφηγητές του ρυθμού, του αγώνα και της ψυχής της».

Η επιλογή των συγκεκριμένων ανθρώπων ήρθε αργότερα, «μετά από έξι μήνες συνεντεύξεων με πάνω από πενήντα οδηγούς ταξί. Στο τέλος αποδείχτηκε ότι ήταν μια ταινία όχι για την κρίση, αλλά για τους εσωτερικούς κόσμους των τριών οδηγών και την ελπίδα τους να κατακτήσουν τα όνειρά τους.
«Εγώ τους αγαπάω τους ταξιτζήδες από μικρή. Χρησιμοποιώ ταξί από την εφηβεία μου, νιώθω μια συγγένεια και εγγύτητα με τους οδηγούς. Τους βλέπω σαν τη λυρική φωνή της πόλης – σαν αφηγητές του ρυθμού, του αγώνα και της ψυχής της».
»Επειδή ήθελα να κάνω ένα υβριδικό ντοκιμαντέρ, έψαχνα για πολυδιάστατους χαρακτήρες. Ήξερα ότι ήθελα έναν τραγουδιστή, για να δημιουργήσω βίντεο κλιπ και να παίξω με αυτή τη γλώσσα. Το ενδιαφέρον μου για τον μαγικό ρεαλισμό στη δουλειά μου με οδήγησε στο να επιλέξω τον “Πούμα”, ο οποίος επισκέπτεται και ακούει την κουκουβάγια κάθε βράδυ στην Ακρόπολη. Και τον Σάνι, ο οποίος αντιπροσωπεύει την πλευρά των μεταναστών αλλά είναι και ηθοποιός.
»Αποφάσισα να εστιάσω στην “παλιά σχολή” των ταξιτζήδων, καθώς το επάγγελμα αλλάζει και με τη νέα γενιά αρχίζουμε να χάνουμε τον κλασικό οδηγό ταξί. Η εστίαση στους “παλαιάς κοπής” ταξιτζήδες αποτυπώνει μια συγκεκριμένη πολιτισμική μετάβαση, ειδικά σε μια πόλη όπως η Αθήνα, όπου το ταξί ήταν παραδοσιακά ένας κινητός κοινωνικός κόμβος – κάτι ανάμεσα σε ψυχοθεραπευτήριο και πολιτικό φόρουμ».

Ο τέταρτος χαρακτήρας του ντοκιμαντέρ, αν όχι ο πρώτος, είναι η ίδια η πόλη. «Η Αθήνα είναι το σπίτι μου και πάντα με ενέπνεε. Είναι μια πόλη έντονη, εναλλακτική και ιδιαίτερη. Δεν είναι μόνο πολύ φωτογενής αλλά έχει μια αληθινή ψυχή, και ειδικά το να τη βλέπεις μέσα από το ταξί είναι σαν ένα κινούμενο κάδρο μέσα στο κάδρο. Δυστυχώς, όμως, αυτή τη στιγμή περνάει μια τεράστια μετάβαση, την αλλάζουμε και πολλά πράγματα χάνονται. Μου αρέσει να ζω στην Αθήνα επειδή είμαι κοντά στην οικογένειά μου και αυτό είναι σημαντικό για μένα, αλλά και επειδή μου αρέσει να βγαίνω έξω το βράδυ. Η Αθήνα έχει έντονη νυχτερινή ζωή και ξέρω ότι είναι εύκολο να βρεις μέρη για να περάσεις καλά, κάτι που πραγματικά απολαμβάνω ακόμα. Ο χορός είναι η ψυχοθεραπεία μου».
«Η εστίαση στους “παλαιάς κοπής” ταξιτζήδες αποτυπώνει μια συγκεκριμένη πολιτισμική μετάβαση, ειδικά σε μια πόλη όπως η Αθήνα, όπου το ταξί ήταν παραδοσιακά ένας κινητός κοινωνικός κόμβος – κάτι ανάμεσα σε ψυχοθεραπευτήριο και πολιτικό φόρουμ».
Ο πατέρας της Ειρήνης είναι Έλληνας, η μητέρα της, Ινδονήσια. Παππούς της ήταν ο ζωγράφος Ανδρέας Βουρλούμης. «Οι γονείς μου γνωρίστηκαν στην Ουάσιγκτον στην Αμερική τη δεκαετία του ’60. Η μητέρα μου βρέθηκε εκεί με υποτροφία και δούλευαν και οι δύο στην Παγκόσμια Τράπεζα. Νιώθω εξίσου Ελληνίδα και Ινδονήσια, είμαι πολύ περήφανη και για τις δύο καταγωγές μου. Νιώθω πολύ τυχερή που προέρχομαι από δύο αρχιπελάγη, γι’ αυτό και έχω μια βαθιά αγάπη για τη θάλασσα».

Η τέχνη, αλλά και η ανθρώπινη παρουσία του παππού της, έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ανατροφή της. «Ο παππούς μου με επηρέασε πάρα πολύ, πρώτα απ’ όλα ως άνθρωπος· ήμασταν πολύ κοντά όταν ήμουν παιδί, μου έδωσε πολλή αγάπη και ήταν ένας πάρα πολύ ξεχωριστός άνθρωπος, βαθύς, ταπεινός και εξαιρετικά ευγενικός. Ήμασταν όλοι πολύ τυχεροί που τον είχαμε στη ζωή μας. Η τέχνη του ήταν προέκταση του εαυτού του και αυτό πάντα με εμπνέει.
»Το έργο του έχει προφανώς επηρεάσει τη σκέψη μου, με την έννοια του πώς έχει προσεγγίσει και πώς έχει σχεδιάσει τους πεζούς και την καθημερινή ζωή της Αθήνας, δουλεύοντας σε μεγάλο βαθμό με τον ίδιο τρόπο όπως ένας φωτογράφος ντοκιμαντέρ. ‘Εχει επίσης επηρεάσει την ταινία, επειδή εστιάζουμε και στην καθημερινή ζωή στα αθηναϊκά μπαλκόνια».
Η παιδική ηλικία της, ωστόσο, συνοδευόταν και από μεγάλες προκλήσεις. Καταρχήν, λόγω της μεικτής φυλετικής καταγωγής της. «Είμαι πολύ τυχερή που έχω τους γονείς που έχω, οι οποίοι δούλεψαν πολύ σκληρά για να προσφέρουν σε μένα και στα αδέλφια μου το προνόμιο να κάνουμε τα όνειρά μας πραγματικότητα και να μας στηρίξουν. Το να είμαι μισή Ινδονήσια και να μεγαλώνω στην Ελλάδα δεν ήταν πάντα εύκολο, καθώς υπήρχε και ακόμα υπάρχει ξενοφοβία, και είχα αρκετά περιστατικά ρατσισμού, αλλά πιστεύω ότι αυτά τα εμπόδια απλώς σε κάνουν πιο δυνατό και σε κάνουν να μιλάς ενάντια σε αυτή την αδικία».

Ο Σάνι, ωστόσο, ο νιγηριανής καταγωγής ήρωάς της, έχει υπάρξει ακόμα πιο ευάλωτος στον ρατσισμό. «Νομίζω ότι για τον Σάνι ήταν πιο δύσκολο επειδή είναι μαύρος και άνδρας, έχει περάσει πολύ περισσότερα απ’ όσα έχω περάσει εγώ. Έχει βιώσει πολύ ρατσισμό στην Αθήνα και πολλοί αρνούνται να μπουν στο ταξί του επειδή είναι μαύρος. Αλλά έμαθε να μην το κουβαλάει μέσα του. Του αρέσει να λέει ότι πολλές φορές οι επιβάτες του είναι ενθουσιασμένοι και δείχνουν ενδιαφέρον για το γεγονός ότι είναι ένας μαύρος άνδρας.
»Όμως το θέμα με τον ρατσισμό είναι ότι ακόμα και μία φορά αρκεί για να τον νιώσεις σαν μια βίαιη παραβίαση του εαυτού σου. Και παρόλο που προέρχομαι από ένα προνομιούχο περιβάλλον, έχω αντιμετωπίσει περισσότερο ρατσισμό από ανθρώπους της δικής μου τάξης. Είναι όμως διάχυτος σε όλη την κοινωνία μας και, δυστυχώς, με την άνοδο του φασισμού παγκοσμίως γίνεται όλο και πιο εμφανής. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να μιλάμε γι’ αυτόν και να τον πολεμάμε».
«Το θέμα με τον ρατσισμό είναι ότι ακόμα και μία φορά αρκεί για να τον νιώσεις σαν μια βίαιη παραβίαση του εαυτού σου. Και παρόλο που προέρχομαι από ένα προνομιούχο περιβάλλον, έχω αντιμετωπίσει περισσότερο ρατσισμό από ανθρώπους της δικής μου τάξης. Είναι όμως διάχυτος σε όλη την κοινωνία μας και, δυστυχώς, με την άνοδο του φασισμού παγκοσμίως γίνεται όλο και πιο εμφανής».
Μια δεύτερη μεγάλη πρόκληση που αντιμετώπισε μεγαλώνοντας η ίδια ήταν το τραύλισμα, που έχει από τριών ετών. Αλλά επιλέγει, στη συνέντευξή μας, να επικεντρωθεί στη θετική πλευρά του: «Νιώθω ότι, παρόλο που ήταν καμιά φορά πολύ δύσκολο όταν ήμουν παιδί, το τραύλισμα με έκανε να αναζητήσω διαφορετικές μορφές έκφρασης· έγραφα πάρα πολύ και χόρευα. Μετά, όταν μεγάλωσα, ανακάλυψα τη φωτογραφία, η οποία ήταν μια άλλη προέκταση έκφρασης. Οπότε με έκανε καλλιτέχνη και θα ήθελα να πιστεύω ότι είναι, κατά κάποιον τρόπο, η υπερδύναμή μου».

Την αγάπη της για τη φωτογραφία την ανακάλυψε «όταν ο πατέρας μου μού έδωσε τη φωτογραφική του μηχανή, αφού μετακόμισα για να σπουδάσω κοινωνιολογία στη Νέα Υόρκη. Άρχισα να βγάζω φωτογραφίες στους δρόμους και την ερωτεύτηκα. Τότε ήταν που αποφάσισα, παράλληλα, να κάνω αίτηση για να σπουδάσω και φωτογραφία».
Αφού η Ειρήνη σπούδασε Σχέδιο στο Parsons School of Design και Δημοσιογραφία στο Columbia Journalism School, εργάστηκε για 15 χρόνια ως φωτορεπόρτερ στην Ελλάδα για τους New York Times, Guardian, Le Monde, και σε άλλα μεγάλα διεθνή μέσα ενημέρωσης.
«Νιώθω ότι, παρόλο που ήταν καμιά φορά πολύ δύσκολο όταν ήμουν παιδί, το τραύλισμα με έκανε να αναζητήσω διαφορετικές μορφές έκφρασης· έγραφα πάρα πολύ και χόρευα. Μετά, όταν μεγάλωσα, ανακάλυψα τη φωτογραφία, η οποία ήταν μια άλλη προέκταση έκφρασης. Οπότε με έκανε καλλιτέχνη και θα ήθελα να πιστεύω ότι είναι, κατά κάποιον τρόπο, η υπερδύναμή μου».
Ακολούθησε επίσης μια σημαντική καλλιτεχνική διαδρομή ως φωτογράφος και εικαστικός. Μέχρι σήμερα έχει εκθέσει έργα της διεθνώς, μεταξύ άλλων στο Bozar Museum στις Βρυξέλλες, στη Sharjah Biennial του 2019, στο Gropius Bau Museum στο Βερολίνο, και σε ατομικές εκθέσεις στο ΕΜΣΤ-Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, στο Μουσείο Μπενάκη και στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. Έχει βραβευθεί μεταξύ άλλων από τον New Yorker ως Ανερχόμενη Φωτογράφος της Χρονιάς, από το British Journal of Photography, και έχει τιμηθεί από το Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με δύο βραβεία για την ανάπτυξη της ταινίας «Αλλού ο Δρόμος».
Όταν τη ρωτάω αν η επαφή της με την εικόνα, μέσα από διάφορες μορφές τέχνης, τη βοήθησε να αντιμετωπίσει το τραύλισμα, απαντά αρνητικά: «Ήταν απλώς μια διαφορετική μορφή έκφρασης. Αυτό που με βοήθησε με το τραύλισμα είναι να καταλάβω ότι είναι μέρος της ταυτότητάς μου. Με έκανε επίσης πιο ανοιχτό άνθρωπο και με περισσότερη ενσυναίσθηση, φαντάζομαι, απέναντι στους άλλους: προσπαθώ να έχω περισσότερη υπομονή, ίσως».

Ως φωτορεπόρτερ, δεν κάλυψε μόνο την οικονομική αλλά και την προσφυγική κρίση, μεταξύ άλλων στους καταυλισμούς της Λέσβου στην εποχή της έξαρσής της. «Αυτό που είδα ήταν σοκαριστικό», θυμάται. «Είδα την αποδιοργάνωση και την απροθυμία του κράτους, και πώς στην αρχή οι μόνοι που βοηθούσαν ήτανε οι ντόπιοι. Ήταν μια φρικτή κατάσταση, και τώρα είναι ακόμα χειρότερα με τις επαναπροωθήσεις (pushbacks). Όλο αυτό μου έδωσε μια βαθύτερη οπτική για το πόσο τυχερή είμαι που έχω την ελευθερία μετακίνησης και όλα όσα έχω στη ζωή μου, ειδικά τώρα με όλα όσα συμβαίνουν στην Παλαιστίνη».
Ως φωτορεπόρτερ, δεν κάλυψε μόνο την οικονομική αλλά και την προσφυγική κρίση, μεταξύ άλλων στους καταυλισμούς της Λέσβου στην εποχή της έξαρσής της. «Αυτό που είδα ήταν σοκαριστικό. Είδα την αποδιοργάνωση και την απροθυμία του κράτους, και πώς στην αρχή οι μόνοι που βοηθούσαν ήτανε οι ντόπιοι. Ήταν μια φρικτή κατάσταση, και τώρα είναι ακόμα χειρότερα με τις επαναπροωθήσεις (pushbacks)».
Το φωτογραφικό υλικό που συγκέντρωσε από την αποτύπωση της Ελλάδας της οικονομικής κρίσης οδήγησε στη φωτογραφική της σειρά «In Waiting (Σε αναμονή)» και στην κυκλοφορία του πρώτου της, ομώνυμου βιβλίου. Σήμερα μπορεί, θεωρητικά, να έχουμε βγει από την οικονομική κρίση, αλλά η Αθήνα συνεχίζει να αλλάζει με ραγδαίους ρυθμούς, και όχι απαραίτητα προς μια θετική κατεύθυνση. «Πιστεύω ότι η Αθήνα έχει αλλάξει πάρα πολύ. Δυστυχώς, την ξεπουλάμε και περνάει μια τεράστια αστική ανάπλαση (gentrification), χάνοντας τον χαρακτήρα της. Δεν έχω επιστρέψει σε πολλά από τα δημόσια κτίρια, αλλά υποθέτω ότι κι αυτά χάνουν τον χαρακτήρα τους. Με την ανάπτυξη έρχεται μερικές φορές και η απώλεια της αυθεντικότητας. Λένε ότι ως χώρα πάμε καλύτερα οικονομικά, αλλά οι κάτοικοι της Αθήνας αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στα αυξανόμενα ενοίκια. Οι φοιτητές αυτή τη στιγμή υψώνουν τη φωνή τους για την αδυναμία τους να ζήσουν μια κανονική ζωή που τους αξίζει, και μπράβο τους».

Ποιο είναι το επόμενο έργο σας, μετά την ταινία «Αλλού ο Δρόμος»;
«Ξεκινάω μια νέα ταινία στην Αντίπαρο, ένα νησί στο οποίο πηγαίνω από παιδί. Διαμόρφωσε αυτό που είμαι και θέλω να μιλήσω για το πώς ήταν τότε, ένας εναλλακτικός παράδεισος με το θρυλικό κάμπινγκ, τη ντίσκο La Luna και το ροκ μπαρ The Doors, και πώς δυστυχώς έχει μετατραπεί σε παιδική χαρά του “1%”. Είναι ένα μικρογραφικό παράδειγμα αυτού που συμβαίνει παγκοσμίως. Πιστεύω ότι είναι σημαντικό να τιμήσουμε αυτό που ήταν κάποτε, όσο αυτά τα μέρη υπάρχουν ακόμα, καθώς το νησί είναι έτοιμο να γείρει οριστικά προς την άλλη πλευρά».
Δείτε το επίσημο trailer της ταινίας:
«Αλλού ο δρόμος»/ «The Way Elsewhere». Διάρκεια: 82′.
Συντελεστές
Σκηνοθέτης / Σενάριο: Ειρήνη Βουρλούμη. Διεύθυνση Φωτογραφίας: Mιχάλης Γκατζόγιας. Μοντάζ: Μυρτώ Καρρά, Δημήτρης Βάτσιος, Ελισάβετ Πηρούνια. Ήχος: Περσεφόνη Μηλιού. Μουσική: Ηλίας Καμπανής. Extra μουσική: Μαρία Σιδέρη, Θάνος Σιδέρης. Σχεδιαστής αφίσας: Βασίλης Πολυχρονιάδης. Παραγωγή: Long Run Productions. Παραγωγός: Λεωνίδας Λιάμπεης. Συμπαραγωγή: ΕΚΚΟΜΕΔ, ΕΡΤ, FRENEL. Συμπαραγωγοί: Ειρήνη Βουρλούμη, Αλέξης Αναστασιάδης.
Υπό την αιγίδα του ΕΜΣΤ – Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Με τη στήριξη του iMEdD.



