Ο Δον Χερόνιμο επιστρέφει στο απομονωμένο νησί του στραγγισμένος από την επιθυμία που, χρόνια πριν, τον είχε σπρώξει να το εγκαταλείψει και να γυρίσει τον κόσμο: να ανακαλύπτει ιστορίες. Οι ιστορίες όμως που μοιράζονται οι άνθρωποι πίσω στον τόπο του διευρύνουν τα όρια του νησιού και ευνοούν την εγγύτητα στις σχέσεις τους. Ιστορίες για ψυχές που αγοράζει ο διάβολος, νεκροταφεία χωρίς νεκρούς, θησαυρούς στον βυθό της θάλασσας και άλλες, πιο οικείες ίσως σε εμάς, για πανδημίες, δύσκολες οικογενειακές σχέσεις και απώλειες. Μένει να δούμε αν ο Δον Χερόνιμο θα αποκαταστήσει τη σχέση μαζί τους – και με τον αποξενωμένο δίδυμο αδερφό του.

To νέο μυθιστόρημα του Andres Montero, «Η χρονιά που μιλήσαμε με τη θάλασσα», απέσπασε το Βραβείο της Ακαδημίας Γλώσσας της Χιλής και το Βραβείο της Πόλης του Σαντιάγο. Είναι, όπως και το προηγούμενο που κυκλοφόρησε μεταφρασμένο στα ελληνικά «Ο θάνατος έρχεται στάζοντας βροχή» (και τα δύο από τις εκδόσεις Διόπτρα), διαποτισμένο με τη μαγεία των θρύλων και των μύθων που ανέκαθεν αγαπούσε ο συγγραφέας και προφορικός αφηγητής και που πλέον προσπαθεί να διασώσει μαζί με τη σύντροφό του, Nicole Castillo, και την ομάδα που έχουν δημιουργήσει (La Matrioska, που σημαίνει μπαμπούσκα, από τις ιστορίες που κουβαλάμε μέσα μας).

Τον συναντήσαμε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ ΛΕΑ (Λογοτεχνία Εν Αθήναις), σημείο συνάντησης μεταξύ της Ιβηρικής, της Λατινικής Αμερικής και της Ελλάδας, και μιλήσαμε για τη σημασία της προφορικής αφήγησης στην εποχή μας, τα έμφυλα στερεότυπα που της επέβαλε η λογοκρισία μέσα στους τελευταίους αιώνες και για το απομονωμένο νησί που τον συνδέει, κατά κάποιον τρόπο, με τον Herman Melville, καθώς πολλά χρόνια πριν να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για τη «Χρονιά που μιλήσαμε με τη θάλασσα» είχε τροφοδοτήσει το «Μόμπι Ντικ».

Πώς προέκυψε η ιδέα του μυθιστορήματος «Η χρονιά που μιλήσαμε με τη θάλασσα»;

«Στη διάρκεια της πανδημίας έκανα ένα ταξίδι στον νότο της Χιλής, εκεί όπου ζει ο αδερφός μου, σε ένα μέρος πολύ όμορφο, ορεινό και καταπράσινο. Μια μέρα παρατήρησα σε έναν λόφο ένα μικροσκοπικό, μοναχικό σπίτι και σκέφτηκα, πωπω, εκεί πρέπει να ζει ένας ηλικιωμένος. Πώς θα περνάει τις ημέρες του, διαβάζοντας; Και μου φάνηκε γοητευτική η ιδέα να ζεις σε εκείνο το σπίτι, μόνος και ανενόχλητος.

»Δύο εβδομάδες αργότερα ταξίδεψα στη Βαρκελώνη για κάποια μαθήματα δημιουργικής γραφής και καθώς τότε στην Ισπανία ήταν καλοκαίρι (ενώ στη Χιλή χειμώνας) και έλεγχαν καλύτερα την πανδημία, η πόλη ήταν γεμάτη από καλλιτεχνικές δραστηριότητες, άνθρωποι χόρευαν στους δρόμους, ένιωσα σαν να βρισκόμουν στο κέντρο του κόσμου και σκέφτηκα, κι εδώ θα μπορούσα να ζήσω άνετα. Οπότε αποφάσισα ότι είτε θα έκανα ψυχοθεραπεία είτε θα έγραφα ένα μυθιστόρημα. Επέλεξα το δεύτερο. Η ιστορία προέκυψε μέσα από τον συνδυασμό των δύο προσωπικοτήτων μου, της μοναχικής και της κοινωνικής».

Το απομονωμένο νησί του βιβλίου βασίστηκε σε αληθινή τοποθεσία;

«Ναι, είναι ένα νησί που ονομάζεται Isla Mocha, πολύ κοντά στην ηπειρωτική χώρα και ταυτόχρονα απομονωμένο, καθώς συνδέεται με αυτήν μόνο με μια πτήση κάθε μερικές μέρες. Έχει επίσης κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, για παράδειγμα βγαίνει φωτιά από το νερό, είναι ένα φυσικό φαινόμενο. Ένα ακόμα αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι είναι περικυκλωμένο από φάλαινες. Μια από αυτές, μια γιγαντιαία λευκή, διάσημη με το όνομα Mocha Dick, είχε εμπνεύσει τον Herman Melville ο οποίος, καθώς είχε έναν φίλο που λεγόταν Moby, την ονόμασε Moby Dick. Δυστυχώς δεν μπορούσα να επισκεφτώ το νησί στη διάρκεια της πανδημίας, καθώς υπήρχε ο κίνδυνος να μου συμβεί ό,τι και στον κεντρικό μου ήρωα, Δον Χερόνιμο, να αποκλειστώ εκεί».

«Το μυθιστόρημα είναι εμπνευσμένο από ένα νησί, το Isla Mocha, περικυκλωμένο από φάλαινες. Μια από αυτές, μια γιγαντιαία λευκή, διάσημη με το όνομα Mocha Dick, είχε εμπνεύσει τον Herman Melville ο οποίος, καθώς είχε έναν φίλο που λεγόταν Moby, την ονόμασε Moby Dick».

Αξίζει να επιστρέφουμε, όπως ο Δον Χερόνιμο, σε ένα μέρος συνδεδεμένο με το παρελθόν μας, όσο κι αν μας είχε πληγώσει;

«Καλή ερώτηση. Δεν ξέρω. Σίγουρα πιστεύω ότι πρέπει να επιστρέφουμε σε μέρη όπου υπήρξαμε ευτυχισμένοι. Αλλά κάποιες φορές αυτό που μας εμποδίζει να το κάνουμε είναι ο φόβος ότι, με την επιστροφή μας, δεν θα βρούμε την ευτυχία που αναζητούσαμε. Από την άλλη, όταν υπάρχουν ανεπίλυτες υποθέσεις, όπως η αποξένωση του Δον Χερόνιμο από τον αδερφό του, αξίζει να κάνουμε ένα τέτοιο ταξίδι γιατί, στην τελική, νομίζω ότι όλοι μας θέλουμε, μια μέρα, να πεθάνουμε ήρεμοι».

Καθώς χάνονται οι μικρές, αγροτικές κοινότητες όπως αυτή όπου εκτυλίσσεται «Η χρονιά που μιλήσαμε με τη θάλασσα», τι χάνεται μαζί τους;

«Νομίζω ότι στις μικρές κοινότητες μετράει ακόμα ο λόγος του καθενός και οι ιστορίες που μοιράζονται, αυτές που τις κρατούν ενωμένες και που είναι σημαντικό να γνωρίζουν όλοι. Όταν λοιπόν οι νεότεροι άνθρωποι φεύγουν για το Σαντιάγο ή, αντίστοιχα, για την Αθήνα, η αξία του λόγου χάνεται. Το βλέπουμε και στην πολιτική: Οι πολιτικοί δεν μένουν πιστοί στον λόγο τους, και δεν υφίστανται κυρώσεις γι’ αυτό. Υπάρχουν και άλλα πράγματα που χάνουμε βέβαια, και κάποια που κερδίζουμε, αλλά νομίζω ότι αυτό είναι το πιο σημαντικό».

Πώς μπορεί σήμερα η προφορική αφήγηση να επιβιώσει και να διαδοθεί;

«Οι ιστορίες της μυθολογίας, οι θρύλοι, τα παραμύθια, το μόνο που χρειάζονται για να επιβιώσουν είναι έναν αφηγητή. Κάποιες από αυτές είναι γραμμένες αλλά όχι όλες. Αναζητούν λοιπόν ένα μέρος να περάσουν τη νύχτα και το βρίσκουν σε ένα στόμα από όπου, με την αφήγηση, θα αναπνεύσουν και θα συνεχίσουν να ζουν».

«Στις μικρές κοινότητες μετράει ακόμα ο λόγος του καθενός και οι ιστορίες που μοιράζονται, αυτές που τις κρατούν ενωμένες και που είναι σημαντικό να τις γνωρίζουν όλοι. Όταν λοιπόν οι νεότεροι άνθρωποι φεύγουν για το Σαντιάγο ή, αντίστοιχα, για την Αθήνα, η αξία του λόγου χάνεται. Το βλέπουμε και στην πολιτική: Οι πολιτικοί δεν μένουν πιστοί στον λόγο τους, και δεν υφίστανται κυρώσεις γι’ αυτό».

Γιατί είναι τόσο σημαντικό να διατηρήσουμε τις προφορικές αφηγήσεις μας;

«Υπάρχουν πολλοί λόγοι αλλά θα σταθώ στους πιο σημαντικούς. Καταρχήν, σε ένα όχι τόσο μακρινό παρελθόν, γνωρίζαμε τους παππούδες μας, τους ακούγαμε με προσοχή. Πλέον δεν ζουν μαζί μας, στο ίδιο σπίτι, με αποτέλεσμα οι νεότερες γενιές να μην ξέρουν πολλά για εκείνους – για το πώς έβγαζαν τα προς το ζην, τι τους είχε συμβεί, σε ποιους πολέμους είχαν πολεμήσει και γιατί. Επομένως, το νήμα της σοφίας που συσσωρεύεται εδώ και χιλιάδες χρόνια, από γενιά σε γενιά, έχει αρχίσει να κόβεται. Αλλά κόβοντας τις γέφυρες με το παρελθόν, αρχίζουμε από το μηδέν, χάνουμε αυτή τη συσσωρευμένη σοφία και είμαστε πιο εκτεθειμένοι στους ισχυρούς που ελέγχουν τον κόσμο.

»Ο δεύτερος λόγος είναι ότι όταν οι άνθρωποι άρχισαν να αφηγούνται ιστορίες, πριν από περίπου 40.000 χρόνια, παρέμεναν ξύπνιοι, η φωτιά δεν έσβηνε, και προστατεύονταν από τα άγρια ζώα. Σήμερα αφηγούμαστε ιστορίες για να παραμείνουμε ξύπνιοι και να κρατήσουμε μακριά άλλου είδους θηρία».

«Όταν οι άνθρωποι άρχισαν να αφηγούνται ιστορίες, πριν από περίπου 40.000 χρόνια, παρέμεναν ξύπνιοι, η φωτιά δεν έσβηνε, και προστατεύονταν από τα άγρια ζώα. Σήμερα αφηγούμαστε ιστορίες για να παραμείνουμε ξύπνιοι και να κρατήσουμε μακριά άλλου είδους θηρία».

Ποιες ιστορίες επιλέγετε για τις δράσεις της ομάδας σας, της Matrioska;

«Προφορικής αφήγησης, κυρίως από τη Χιλή, την Ευρώπη, αλλά και αλλού. Αυτή την περίοδο, για παράδειγμα, με τη Nicole, έχουμε δημιουργήσει μια παράσταση που απευθύνεται σε ενήλικες, με μία ιστορία από την Αφρική, μία από την Ευρώπη, μία από την Ασία, μια από τη Λατινική Αμερική και μία από τη Μέση Ανατολή – τις “Χίλιες και μία νύχτες”. Διαλέγουμε επίσης ιστορίες συγγραφέων, για παράδειγμα των Gabriel García Márquez και Julio Cortazar, ειδικά για ένα νεότερο κοινό, παιδιών 12, 14 ετών».

Τι σας γοητεύει συνήθως σε μια ιστορία;

«Εξαρτάται από το κοινό κυρίως. Προσωπικά, για τα παιδιά προτιμώ ιστορίες με χιούμορ, για να περάσουν καλά και να γελάσουν. Για εφήβους, ιστορίες με μια δόση φόβου, όπως θρύλους. Όλες τις αφηγούμαι σε πρώτο πρόσωπο, σαν να συνέβησαν σε εμένα – αυτό αρέσει σε όλους. Για τους ενήλικες επιλέγω ιστορίες προφορικής παράδοσης που δεν απευθύνονται αποκλειστικά σε παιδιά όπως, ίσως, φανταζόμαστε. Για παράδειγμα, οι “Χίλιες και μία νύχτες” έχουν έντονο το ερωτικό στοιχείο».

Σε μια εποχή ξενοφοβίας και ρατσισμού, μπορεί μια ιστορία από άλλους πολιτισμούς να μας βοηθήσει να τους κατανοήσουμε και να ανοιχτούμε περισσότερο σε αυτούς;

«Αναμφίβολα. Όπως συμβαίνει και με τις ταινίες, τα μυθιστορήματα και ούτω καθεξής, μας επιτρέπουν να καλλιεργήσουμε ενσυναίσθηση απέναντι σε κάποιον που δεν γνωρίζουμε. Όταν για παράδειγμα αφηγούμαι μια ιστορία από το Μεξικό ή την Κίνα, έρχομαι, κατά κάποιον τρόπο, πιο κοντά σε εκείνο τον πολιτισμό. Μάλιστα για μια ιαπωνική ιστορία συνεργαζόμαστε με Ιάπωνα αφηγητή, που την καταλαβαίνει και μπορεί να τη μεταφέρει καλύτερα».

Ζούμε επίσης στην εποχή που γίνεται συζήτηση για το αν πρέπει να «ξαναγραφτούν» κάποια κλασικά βιβλία που περιέχουν, για παράδειγμα, έμφυλα στερεότυπα. Πώς διαχειρίζεστε ως αφηγητές τα στερεότυπα στις ιστορίες σας;

«Από τη μία, η παράδοση είναι γεμάτη από σύμβολα και μπορεί λογοκρίνοντας μια ιστορία να αφαιρέσουμε κάτι από την ψυχή της – και μετά, όταν την αφηγηθούμε, να μη μας λέει τίποτα. Κάθε αφήγηση έχει τα σκοτεινά σημεία της, γι’ αυτό επιβιώνει μέχρι σήμερα. Από την άλλη, κάποια στερεότυπα δεν θέλουμε να τα αναπαράγουμε. Όταν όμως μπήκα στον κόσμο της προφορικής αφήγησης, διαπίστωσα ότι δεν υπήρχαν από την αρχή στις ιστορίες. Ότι άντρες ισχυροί –για παράδειγμα, της Εκκλησίας– λογόκριναν τα σημεία όπου, π.χ., μια γυναίκα έσωζε τον εαυτό της.

»Αρκεί κάποιος να ξέρει πού να ψάξει για να βρει παραδοσιακές αφηγήσεις χωρίς έμφυλα στερεότυπα. Για παράδειγμα, η Nicole αφηγείται μια πολύ παλιά εκδοχή της “Κοκκινοσκουφίτσας” –μπορεί να είναι ακόμα και 1.500 ετών, αν και μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε– όπου η ηρωίδα δραπετεύει από τον λύκο και, με τη βοήθεια άλλων γυναικών, τον πνίγει στο ποτάμι, χωρίς τη βοήθεια κανενός κυνηγού. Ο κυνηγός είναι προσθήκη των αδερφών Grimm. Επομένως, όταν αναφερόμαστε σε ιστορίες με έμφυλα στερεότυπα, μιλάμε για τις εκδοχές που δημιούργησε η λογοκρισία του 18ου, 19ου, 20ου αιώνα».

«Αρκεί κάποιος να ξέρει πού να ψάξει για να βρει παραδοσιακές αφηγήσεις χωρίς έμφυλα στερεότυπα. Για παράδειγμα, σε μια πολύ παλιά εκδοχή της “Κοκκινοσκουφίτσας” η ηρωίδα δραπετεύει από τον λύκο και, με τη βοήθεια άλλων γυναικών, τον πνίγει στο ποτάμι, χωρίς τη βοήθεια κανενός κυνηγού. Ο κυνηγός είναι προσθήκη των αδερφών Grimm».

Η προφορική αφήγηση πώς συνδέεται με τα λογοτεχνικά βιβλία σας;

«Είναι για μένα η πιο σημαντική πηγή υλικού συγγραφής. Ταξιδεύω πολύ –με τη Nicole έχουμε και μια τηλεοπτική εκπομπή όπου αναζητούμε ιστορίες της Χιλής– και από τις ιστορίες που μου αφηγείται ο κόσμος αυτές που μου αρέσουν περισσότερο γίνονται η πρώτη ύλη μου, όπως είναι για έναν γλύπτη η πέτρα ή το ξύλο. Δεν τις αναπαράγω πιστά αλλά τις χρησιμοποιώ ως βάση. Η άλλη πηγή υλικού είναι η προφορική παράδοση της οικογένειάς μου – οι ιστορίες που άκουγα από τον πατέρα και τον παππού μου. Και μετά επηρεάζομαι πολύ από ό,τι διαβάζω. Η τέταρτη πηγή είναι η φαντασία μου».

Ένα ακόμα κοινό χαρακτηριστικό των βιβλίων σας είναι το μαγικό στοιχείο. Τι σας γοητεύει σε αυτή την παράδοση;

«Μου φαίνεται πολύ όμορφο το γεγονός ότι στην καθημερινότητά μας, με τα προβλήματα, τη δουλειά μας και ούτω καθεξής, υπάρχει πάντα χώρος για πράγματα που δεν έχουν εξήγηση. Για το μυστήριο. Αυτό συμβαίνει και με τους ήρωες του “Η χρονιά που μιλήσαμε με τη θάλασσα”: επιλέγουν να ζήσουν μια ζωή ρεαλιστική και ταυτόχρονα γεμάτη θαύματα, που την κάνει πιο πλούσια και τεράστια».

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below