Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Marieclaire.gr on Google

Με μια απολαυστική συζήτηση, του Ian McEwan με τον Ηλία Μαγκλίνη, άνοιξε ο φετινός κύκλος «Συγγραφείς, βιβλία, ιδέες», μια σύμπραξη του Ελληνικού Ιδρύματος Βιβλίου και Πολιτισμού (ΕΛΙΒΙΠ) με το Μέγαρο Μουσικής, που δίνει τον λόγο σε ανθρώπους της λογοτεχνίας, της επιστήμης και της τέχνης.

Ο πολυβραβευμένος Βρετανός συγγραφέας (βραβευμένος με Booker το 1998 και Βρετανός Συγγραφέας της Χρονιάς για το 2008, μεταξύ άλλων διακρίσεων), που πολλά βιβλία του έχουν γίνει παγκόσμια μπεστ σέλερ και κάποια έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο (όπως η «Εξιλέωση», που κέρδισε το BAFTA Καλύτερης Ταινίας και τη Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ταινίας), μίλησε στον Έλληνα δημοσιογράφο και συγγραφέα, με αστείρευτες γνώσεις και χιούμορ, για το νέο του βιβλίο, «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε» (εκδ. Πατάκη), την ιδιαίτερη σχέση του με τη Μεσόγειο, την ποίηση, και για προκλήσεις όπως η κλιματική αλλαγή και η τεχνητή νοημοσύνη.

Με αφορμή τη λογοτεχνική αναφορά του στην Αμοργό στο νέο μυθιστόρημά του, όπου τοποθετεί τις διακοπές δύο κεντρικών χαρακτήρων του, ομολόγησε ότι δεν έχει επισκεφτεί ποτέ το νησί, ωστόσο έχει στενή σχέση με τη Μεσόγειο καθώς ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός και είχε περάσει μεγάλο μέρος της παιδικής ηλικίας του, από 6 έως 12 ετών, στη Λιβύη, όπου εκείνος υπηρετούσε. «Βασικά λοιπόν η δική μου εκδοχή του Παραδείσου είναι ένα μεσογειακό τοπίο».

O Ian McEwan. Photo: Annalena McAfee

Ένα μέρος του «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε» τοποθετείται στο 2119 όταν, όπως έχει φανταστεί ο συγγραφέας, έχει αλλάξει ριζικά η εικόνα του κόσμου μας από την κλιματική αλλαγή: οι πεδινές περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου, για παράδειγμα, έχουν βυθιστεί εξαιτίας της ανόδου της στάθµης της θάλασσας, µετατρέποντας τη χώρα σε ένα αρχιπέλαγος µε πολλά διάσπαρτα νησιά. Αυτή την καταστροφή την αποκαλεί στο βιβλίο του derangement, που θα μπορούσε να αποδοθεί ως τρέλα, παραφροσύνη. «Χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη γιατί θέλω να μας συμπεριλάβω όλους», εξηγεί στον Ηλία Μαγκλίνη. «Συμμετέχουμε όλοι σε αυτό. Χρησιμοποιούμε περισσότερη ενέργεια από όση θα χρησιμοποιούσε ένας βασιλιάς στον Μεσαίωνα. Τα προβλήματα έχουν ήδη αρχίσει να εκδηλώνονται. Ταυτόχρονα όμως, ξέρουμε ακριβώς τι θα έπρεπε να κάνουμε: τη μετάβαση στην “καθαρή” ενέργεια».

Ένα από τα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου, πιστεύει, είναι η «απαισιοδοξία. Την αποκαλώ μεταφυσικό ζόφο. Είναι η ιδέα, που ακούμε από πολλούς, ότι τα παιδιά τους και, ακόμα περισσότερο, τα εγγόνια τους δεν θα έχουν τόσο καλή ζωή όσο οι ίδιοι. Αυτή η απαισιοδοξία είναι πιο επικίνδυνη από την κλιματική αλλαγή. Γιατί θα μας αποτρέψει από το να κάνουμε αλλαγές».

«Η απαισιοδοξία είναι πιο επικίνδυνη από την κλιματική αλλαγή. Γιατί θα μας αποτρέψει από το να κάνουμε αλλαγές».

Το βιβλίο του, όμως, έχει και μια φωτεινή πλευρά: γιορτάζει τις επιτυχίες της ανθρωπότητας, όπως γίνονται αντιληπτές από μια επινοημένη οπτική του μέλλοντος. «Τη δημιουργικότητα, την τόλμη, την περιέργεια. Το ότι στείλαμε ένα τηλεσκόπιο δέκα δισεκατομμυρίων δολαρίων στα βάθη του Διαστήματος για να κατανοήσουμε την προέλευση του σύμπαντος. Ο μόνος τρόπος να μη βυθιστούμε στον μεταφυσικό ζόφο είναι να γιορτάσουμε ό,τι έχουμε πετύχει».

Κάποιες από αυτές τις επιτυχίες τις φαντάζεται να επιβιώνουν ακόμα και στο μακρινό μέλλον. Όπως τα πανεπιστήμια. «Τα πρώτα τα ίδρυσαν, κατά μία έννοια, οι Σωκράτης, Πλάτωνας, Αριστοτέλης. Επιβίωσαν από πολλούς πολέμους». Στο μυθιστόρημά του, λοιπόν, ένας από τους βασικούς ήρωες του μέλλοντος, ο Τοµ Μέτκαλφ, είναι ερευνητής στο Πανεπιστήµιο Σάουθ Ντάουνς, µε έδρα ένα από τα νησιά του βρετανικού αρχιπελάγους. Ο Μέτκαλφ αναζητά ένα χαμένο μεγάλο ποίημα, «Μια κορόνα για τη Βίβιεν», του 2014, που είχε γράψει ο ποιητής Φράνσις Μπλάντυ για τη σύζυγό του. Το βιβλίο του, επομένως, τιμά και την ποίηση, την οποία ο McEwan αποκαλεί «συμπύκνωση της ανθρώπινης εμπειρίας».

«Ο μόνος τρόπος να μη βυθιστούμε στον μεταφυσικό ζόφο είναι να γιορτάσουμε ό,τι έχουμε πετύχει».

Ο McEwan μοιράστηκε και πιο προσωπικές πληροφορίες για τη ζωή του. Σε ερώτηση του Μαγκλίνη αν του πρότεινε ποτέ κάποιος να γράψει τη βιογραφία του, η απάντησή του ήταν «ναι», αλλά η συνεργασία τους δεν προχώρησε. «Η γυναίκα μου με είχε προειδοποιήσει να αρνηθώ. Ήταν η μοναδική φορά που δεν ακολούθησα τη συμβουλή της. Ήμουν έτοιμος να απαντήσω θετικά, όταν εκείνος έγραψε μια φοβερά αρνητική κριτική για το νέο μου μυθιστόρημα. Πρέπει να ήταν η τελευταία φορά που δεν άκουσα τη γυναίκα μου».

Η γυναίκα του, Annalena McAfee (επίσης συγγραφέας, και δημοσιογράφος) έχασε, κατά κάποιον τρόπο, ένα Όσκαρ που της άξιζε, σύμφωνα με ένα άλλο προσωπικό περιστατικό που μοιράστηκε στη σκηνή. Η McAfee είχε φανταστεί το «πράσινο, μεταξωτό, ασύμμετρο» φόρεμα που φορούσε μια από τις ηρωίδες της «Εξιλέωσης», όχι μόνο στις σελίδες του μυθιστορήματος αλλά και στην κινηματογραφική μεταφορά του. Η ταινία βραβεύτηκε με Όσκαρ Καλύτερου Κοστουμιού που, όπως αστειεύτηκε ο συγγραφέας στην εμφάνισή του στο Μέγαρο, «είμαι αρκετά σίγουρος ότι άξιζε να πάρει η γυναίκα μου».

Το εξώφυλλο του νέου μυθιστορήματος του Ian McEwan

Μιλώντας στη συνέχεια για την ρουτίνα συγγραφής του, είπε ότι οι καλύτερες ώρες για να γράφει είναι από τις 9.30 το πρωί έως τη μία το μεσημέρι, αν και κάποιες φορές, αν τον «συνεπάρει» κάτι, μπορεί να συνεχίσει να γράφει μέχρι αργά τη νύχτα. Ανάμεσα στη συγγραφή δύο βιβλίων, δεν έχει ρουτίνα – κατά κάποιον τρόπο, έσπασε τη ρουτίνα γράφοντας και το πρώτο του non-fiction βιβλίο, μια συλλογή με δοκίμια και ομιλίες με τίτλο «Between Books» («Ανάμεσα σε βιβλία») που αναμένεται να κυκλοφορήσει την άνοιξη του 2027.

Ο McEwan θυμήθηκε το μεταπτυχιακό πρόγραμμα δημιουργικής γραφής, το πρώτο στη Βρετανία, στο οποίο είχε συμμετάσχει το 1970. Για να γίνει δεκτός, είχε γράψει ένα fiction κείμενο 25.000 λέξεων, είχε δανειστεί το αυτοκίνητο του πατέρα του και είχε οδηγήσει εκατοντάδες χιλιόμετρα για να το παραδώσει. Για τον στρατιωτικό πατέρα του, έναν βετεράνο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν «τρελό» το ότι ο γιος του έγινε συγγραφέας. Ο πατέρας του ήταν διχασμένος ανάμεσα «στον απόλυτο τρόμο» και την «περηφάνια».

Όταν μάλιστα ο McEwan είχε γράψει ένα βιβλίο με «σκοτεινές, διεστραμμένες ιστορίες», εκείνος είχε «επιμείνει να αγοράσει μερικά αντίτυπα και να τα μοιράσει σε αξιωματούχους του στρατού». Σε μια εκδήλωση όπου τους είχε συναντήσει ο McEwan, θυμάται, οι συνάδελφοι του πατέρα του τον κοιτούσαν τόσο περίεργα, που ένιωθε ότι «μετά τη χειραψία μας θα σκούπιζαν διακριτικά την παλάμη τους στο παντελόνι τους».

Όταν ο McEwan είχε γράψει ένα βιβλίο με «σκοτεινές, διεστραμμένες ιστορίες», ο πατέρας του είχε «επιμείνει να αγοράσει μερικά αντίτυπα και να τα μοιράσει σε αξιωματούχους του στρατού». Σε μια εκδήλωση, εκείνοι τον κοιτούσαν τόσο περίεργα, που ένιωθε ότι «μετά τη χειραψία μας θα σκούπιζαν διακριτικά την παλάμη τους στο παντελόνι τους».

Αυτή την περίοδο, πρόσθεσε, έχει ξεκινήσει να γράφει ένα νέο μυθιστόρημα, για το οποίο μοιράστηκε μόνο ότι «με ενδιαφέρει η εισβολή του διαδικτύου στην παιδική ηλικία. Θέλω να μιλήσω για τη σύνδεση ενός 9χρονου με το Ίντερνετ».

Η συζήτηση, στη συνέχεια, στράφηκε στην τεχνητή νοημοσύνη και τους κινδύνους της. Ένα θέμα, όπως είπε, που τον ενδιαφέρει ήδη «από τη δεκαετία του ‘70, όταν είχα διαβάσει για τον Alan Turing». Εκείνη την εποχή, βέβαια, η τεχνητή νοημοσύνη δεν ενδιέφερε κανέναν.

Σήμερα γνωρίζει πολλούς που συμβουλεύονται προγράμματα της τεχνητής νοημοσύνης ακόμα και για προσωπικά προβλήματά τους και οι απαντήσεις που παίρνουν είναι «λογικές, ευγενικές και συγκεκριμένες. Θεωρώ ότι όταν αρχίζεις να δίνεις σε ανθρώπους συμβουλές για δύσκολα προβλήματα, αυτό είναι το πρώτο βήμα για ένα μυθιστόρημα». Όπως συμπλήρωσε: «Ίσως οι άνθρωποι του μέλλοντος να λένε, γιατί ανησυχούσαμε; Τώρα έχουμε ένα αριστουργηματικό μυθιστόρημα κάθε εβδομάδα. Και οι συγγραφείς θα έχουν γίνει εστιάτορες και λαντζέρηδες».

«Ίσως οι άνθρωποι του μέλλοντος να λένε, γιατί ανησυχούσαμε; Τώρα έχουμε ένα αριστουργηματικό μυθιστόρημα κάθε εβδομάδα. Και οι συγγραφείς θα έχουν γίνει εστιάτορες και λαντζέρηδες»

Απαντώντας, στο τέλος, σε μια σχετική ερώτηση από το κοινό, ο McEwan εκτίμησε ότι «ίσως οι επόμενοι ένθερμοι αναγνώστες των αγγλικών μυθιστορημάτων να είναι οι μηχανές τεχνητής νοημοσύνης». Παραδέχτηκε, ωστόσο, ότι «θα απογοητευόμουν αν διάβαζα ένα μυθιστόρημα που μου άρεσε πραγματικά και μετά μάθαινα ότι είναι προϊόν ΑΙ. Είναι κάτι που δεν μπορούμε να συνηθίσουμε, γιατί οι ρυθμοί του είναι ιλιγγιώδεις. Βρισκόμαστε σχεδόν στο κατώφλι μιας συλλογικής νοημοσύνης».

Info

Στο πλαίσιο του κύκλου «Συγγραφείς, βιβλία, ιδέες», του Ελληνικού Ιδρύματος Βιβλίου και Πολιτισμού (ΕΛΙΒΙΠ)  και του Μεγάρου Μουσικής, ακολουθεί η ομιλία του Julian Barnes, που πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο μυθιστόρημά του «Αναχωρήσεις» (εκδ. Μεταίχμιο), στις 15 Οκτωβρίου.

 

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below