Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Marieclaire.gr on Google

Είχα πρωτοδιαβάσει για τα συγκεκριμένα retreat το 2018, αλλά τότε είχα σκεφτεί πως μάλλον επρόκειτο για κάτι καινούργιο και παροδικό κι απ’ ό,τι φαίνεται, κάπως έτσι εξελίχθηκε. Φέτος, όμως, άρχισα να ακούω ξανά γι’ αυτά και συνειδητοποίησα ότι πρόκειται για ένα φαινόμενο πολύ μεγαλύτερο και πιο διαδεδομένο απ’ όσο αρχικά φανταζόμουν. Πριν από λίγο καιρό βρισκόμουν στην Κοπεγχάγη και στο τραπέζι μας βρέθηκε μια Ελληνίδα, φίλη φίλης, που ζει και εργάζεται εκεί. Κάπου ανάμεσα στη συζήτηση για τη ζωή στη Δανία, τη δουλειά και τις διακοπές, μας είπε ότι ετοιμαζόταν να πάει σε ένα silent retreat στην Πολωνία.

Για μερικές ημέρες, δεν θα μιλούσε καθόλου. Θα παρέδιδε μάλιστα για αρκετές ώρες καθημερινά και το κινητό της. Η ιδέα μού φάνηκε ταυτόχρονα γοητευτική και ελαφρώς αμήχανη. Να βρίσκεσαι κάπου όπου κανείς δεν περιμένει από εσένα να απαντήσεις, να σχολιάσεις, να διηγηθείς, να κάνεις small talk. Να μην υπάρχει το «τι κάνεις;», το «πώς πήγε η μέρα σου;», ούτε καν η ανάγκη να γεμίσεις εκείνες τις αμήχανες παύσεις που συνήθως σπεύδουμε να καλύψουμε με λέξεις. Στην παρέα έμαθα ότι ετοιμάζεται και το πρώτο ξενοδοχείο σε νησί των Κυκλάδων που θα φιλοξενήσει ένα από τα μεγαλύτερα τέτοιου είδους retreat, με ένα από τους πιο γνωστούς πνευματικούς καθοδηγητές.

Κάπως έτσι ψάχνοντας, έπεσα πάνω σε ένα πρόσφατο άρθρο της Emma Beddington στον Guardian, με έναν τίτλο που έμοιαζε σχεδόν να απαντά στην κουβέντα εκείνου του βραδιού: «Every year, humans speak less and less. That’s bad news, even if you hate mindless chit-chat».

Γιατί, όπως αποδεικνύεται, την ίδια στιγμή που τα silent retreats γίνονται όλο και πιο δημοφιλή και η σιωπή αποκτά σχεδόν τη θέση ενός νέου wellness status symbol, στην πραγματική μας ζωή συμβαίνει ήδη κάτι πολύ ενδιαφέρον: μιλάμε όλο και λιγότερο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η Beddington, μια έρευνα σε 2.197 ανθρώπους ηλικίας από 10 έως 94 ετών κατέγραψε μια εντυπωσιακή αλλαγή στην προφορική επικοινωνία. Μεταξύ 2005 και 2019, οι συμμετέχοντες έλεγαν κατά μέσο όρο 338 λιγότερες λέξεις την ημέρα για κάθε χρόνο που περνούσε. Στους κάτω των 25 ετών, η πτώση ήταν ακόμη μεγαλύτερη: 451 λέξεις. Αν το σκεφτείς, δεν μοιάζει και τόσο παράξενο.

Παραγγέλνουμε το φαγητό μας χωρίς να μιλήσουμε σε κανέναν. Κλείνουμε ταξί, εισιτήρια και ξενοδοχεία από μια οθόνη. Κάνουμε check-in ψηφιακά. Στέλνουμε μήνυμα αντί να τηλεφωνήσουμε. Στο γραφείο μπορούμε να ανταλλάξουμε δεκάδες emails και chats με έναν άνθρωπο που κάθεται λίγα μέτρα μακριά μας. Φοράμε ακουστικά στον δρόμο, στο μετρό, στο γυμναστήριο, ακόμη και στο σούπερ μάρκετ.

Mια έρευνα σε 2.197 ανθρώπους ηλικίας από 10 έως 94 ετών κατέγραψε μια εντυπωσιακή αλλαγή στην προφορική επικοινωνία. Μεταξύ 2005 και 2019, οι συμμετέχοντες έλεγαν κατά μέσο όρο 338 λιγότερες λέξεις την ημέρα για κάθε χρόνο που περνούσε. Στους κάτω των 25 ετών, η πτώση ήταν ακόμη μεγαλύτερη: 451 λέξεις.

Η τεχνολογία έχει αφαιρέσει από την καθημερινότητά μας δεκάδες μικρές, φαινομενικά ασήμαντες συνομιλίες. Και πιθανότατα πολλές από αυτές δεν μας λείπουν καθόλου.

Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι μαζί με την άχρηστη φλυαρία μπορεί να εξαφανίζεται και κάτι σημαντικότερο: η αυθόρμητη ανθρώπινη επαφή.

Η Beddington εντοπίζει μάλιστα ένα ενδιαφέρον παράδοξο. Από το silent walking και τα noise-cancelling ακουστικά μέχρι αυτό που αποκαλείται πλέον hushpitality, η σιωπή δεν είναι απλώς απουσία θορύβου αλλά μια ολόκληρη νέα κατηγορία self-care. Ξενοδοχεία χρησιμοποιούν digital check-in, μηνύματα και αυτοματοποιημένες υπηρεσίες ώστε οι επισκέπτες να χρειάζεται να αλληλεπιδρούν όσο το δυνατόν λιγότερο, ενώ, σύμφωνα με στοιχεία του Hilton Trends Report που επικαλείται ο Guardian, το 57% των Αμερικανών ταξιδιωτών θα ενδιαφερόταν για ένα silent ή quiet retreat. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς την έλξη.

Ζούμε μέσα σε έναν ασταμάτητο θόρυβο ειδοποιήσεων, podcast, meeting, μηνυμάτων, social media και πληροφοριών. Η ησυχία έχει γίνει πολυτέλεια. Έτσι, όπως κάποτε πληρώναμε για να ταξιδέψουμε κάπου όπου θα μας πρόσφεραν περισσότερες εμπειρίες, σήμερα είμαστε διατεθειμένες να ταξιδέψουμε για να μας προσφέρουν λιγότερες.

Λιγότερο θόρυβο. Λιγότερα ερεθίσματα. Λιγότερη επικοινωνία.

Αλλά εδώ βρίσκεται ίσως και η ουσία: άλλο η σιωπή που επιλέγεις και άλλο η σιωπή στην οποία καταλήγεις επειδή η καθημερινότητά σου έχει οργανωθεί έτσι ώστε να μη χρειάζεται πια να απευθυνθείς σχεδόν σε κανέναν.

Η πρώτη μπορεί να είναι ξεκούραση. Ενδοσκόπηση. Ένας τρόπος να απομακρυνθείς προσωρινά από τον θόρυβο και να ακούσεις -για αλλαγή- τον εαυτό σου.

Η δεύτερη μπορεί εύκολα να γίνει απομόνωση. Και αυτό έχει σημασία, γιατί η κοινωνική σύνδεση δεν είναι απλώς κάτι που μας κάνει να αισθανόμαστε καλύτερα. Συνδέεται με τη σωματική και ψυχική μας υγεία. Όπως υπενθυμίζει το ίδιο άρθρο, υπάρχουν προειδοποιήσεις ήδη από το 2023, ότι η έλλειψη κοινωνικής σύνδεσης μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο πρόωρου θανάτου σε βαθμό συγκρίσιμο με το κάπνισμα έως και 15 τσιγάρων την ημέρα.

Ίσως λοιπόν το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να μιλάμε περισσότερο ή να μάθουμε επιτέλους να σωπαίνουμε. Ίσως χρειαζόμαστε και τα δύο.

Η έλλειψη κοινωνικής σύνδεσης μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο πρόωρου θανάτου σε βαθμό συγκρίσιμο με το κάπνισμα έως και 15 τσιγάρων την ημέρα.

Χρειαζόμαστε εκείνες τις στιγμές που δεν λέμε τίποτα, που αφήνουμε το κινητό στην άκρη και δεν αισθανόμαστε υποχρεωμένες να είμαστε διαθέσιμες, ενδιαφέρουσες, κοινωνικές ή παραγωγικές. Αλλά χρειαζόμαστε και το αντίθετο: να βγάζουμε πού και πού τα ακουστικά. Να τηλεφωνούμε αντί να στέλνουμε μήνυμα. Να πιάνουμε κουβέντα χωρίς συγκεκριμένο σκοπό. Να ρωτάμε κάποιον κάτι που θα μπορούσαμε πολύ πιο γρήγορα να ψάξουμε στο Google. Να αφήνουμε χώρο ακόμη και για το τόσο παρεξηγημένο small talk.

Γιατί μπορεί η συζήτηση για τον καιρό, το φαγητό ή το πόσο άργησε το λεωφορείο να μη μας αποκαλύψει το νόημα της ζωής. Μπορεί όμως να μας θυμίσει κάτι εξίσου σημαντικό: ότι γύρω μας υπάρχουν άλλοι άνθρωποι.

Και, κάπως ειρωνικά, η κουβέντα που με έκανε να σκεφτώ όλα αυτά ξεκίνησε ακριβώς έτσι. Σε ένα τραπέζι στην Κοπεγχάγη, με μια γυναίκα που μόλις είχα γνωρίσει, μια φίλη μιας φίλης, μιλώντας για το ένα και το άλλο. Μέχρι που μου είπε ότι ετοιμαζόταν να ταξιδέψει κάπου μόνο και μόνο για να μη μιλάει καθόλου.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below