Η Χριστίνα Ματθαίου, που εντυπωσίασε μερικά χρόνια πριν με το ανέβασμα του πρωτότυπου έργου «βάιζα» (κορίτσι στα αρβανίτικα), με έμπνευση από τα βιβλία του Παντελή Μπουκάλα «Μηλιά μου αμίλητη» και «Ο Χριστός στα χιόνια» και αποτίοντας φόρο τιμής στο μύθο της La Loba, όπως τον διαβάσαμε στο «Γυναίκες που τρέχουν με τους Λύκους» της Clarissa Pinkola Estes, επιστρέφει γράφοντας και σκηνοθετώντας την «αστερόσκονη», μια παράσταση πιο εξομολογητική, πιο ανοιχτή, σχεδόν τολμηρή στη συναισθηματική της έκθεση, κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στο θέατρο Σημείο. Μιλήσαμε μαζί της για τον ρομαντισμό, τη μνήμη, τη σκηνοθετική της «παλέτα» και για το πώς μια προσωπική απογοήτευση μπορεί να μετατραπεί σε βαθιά πολιτική πράξη πάνω στη σκηνή.

“Πέντε ερωτικές ιστορίες, τοποθετημένες σε διαφορετικές εποχές της Ελλάδας, υφαίνουν ένα κοινό σύμπαν”. Γιατί είχε σημασία για σένα να τοποθετήσεις τις ιστορίες σου σε διαφορετικές περιοχές της χώρας;
Ο διαφορετικός τόπος εδώ χρησιμοποιείται κυρίως ως ένα έξτρα στοιχείο για να τονιστεί, ανά περιπτώσεις, η ομορφιά της ντοπιολαλιάς, όπως για παράδειγμα στην ιστορία του 1950 που οι κεφαλλονίτικοι ιδιωματισμοί διατρέχουν όλο το κείμενο. Στην πραγματικότητα, αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο γράφοντας το έργο δεν ήταν τόσο ο τόπος όσο ο χρόνος. Πέρασα από διάφορα στάδια μέχρι να αποφασίσω ποιες εποχές της Ελλάδας θα αποτελέσουν τους σταθμούς των ιστοριών μας. Κάπως φυσικά κατέληξα τελικά σε εκείνες που παρουσίαζαν εντονότερες γλωσσικές και υφολογικές διαφορές στον τρόπο που οι ερωτευμένοι εξέφραζαν τον έρωτά τους. Η χρονική διαφορά των ιστοριών έρχεται εδώ να φωτίσει την ομορφιά και τη διαχρονικότητα του έρωτα, που κάθε φορά, όποιες κι αν είναι οι λέξεις και οι περιορισμοί της εποχής, βρίσκει τον τρόπο να λάμψει.
Αν έπρεπε να περιγράψεις την «αστερόσκονη» με μία λέξη ή φράση που δεν περιέχει τη λέξη έρωτας, τι θα έλεγες;
Εξομολόγηση.

Ποια είναι η βασική σκηνοθετική σου παλέτα, όχι χρωμάτων, αλλά διαθέσεων;
Στην παράσταση έχουν καταφέρει να συνυπάρξουν με έναν τρόπο όλα τα συναισθήματα και οι διαθέσεις. Δεν στάθηκα σε ένας είδος έρωτα. Δεν παρουσιάζουμε πέντε ιστορίες απόλυτου, εξιδανικευμένου έρωτα, όπου οι ήρωες ζουν για πάντα μαζί ευτυχισμένοι. Νομίζω, στην πραγματικότητα μόνο μια ιστορία έχει happy end. Ίσως φταίει που ένα από τα πρώτα κείμενα που διάβασα ερευνώντας, πριν ξεκινήσω τη συγγραφή, ήταν μια μακροσκελής λίστα με λογοτεχνικά και πραγματικά ερωτευμένα ζευγάρια που “πέθαναν από έρωτα”. Και ήταν πολλά! Στην παράσταση προσπάθησα να ακολουθήσω την πορεία που μου έδιναν οι ίδιες οι ιστορίες και η πολυμορφία των χαρακτήρων, και όχι να επιβάλω ένα συναίσθημα που θεωρητικά θα ταίριαζε. Και αυτό, νομίζω, είναι που κάνει τις ιστορίες ειλικρινείς και αληθινές, και σου επιτρέπει να συνδεθείς. Ακόμα και η ίδια ιστορία μπορεί, ανά συνθήκη, να ερμηνευθεί με τελείως διαφορετικό τρόπο. Σκηνοθετικά είχε μεγάλο ενδιαφέρον φέτος, που είναι η δεύτερη χρονιά που παρουσιάζουμε την «αστερόσκονη» , το πώς η ίδια ιστορία, μετά από μια εσωτερική αντικατάσταση ηθοποιών που έκανα, απέκτησε τελείως διαφορετικές ποιότητες. Οι λέξεις και το κείμενο παρέμειναν ίδια, αλλά φορτίστηκαν διαφορετικά από τους ανθρώπους που κλήθηκαν να τους δώσουν ζωή. Επομένως, η παλέτα είναι τεράστια και εμπλουτίζεται συνεχώς τόσο από τα συναισθήματα που προκύπτουν στους ερμηνευτές και σε εμένα κατά την διάρκεια των προβών, όσο και από πράγματα που επισημαίνουν οι θεατές ότι αισθάνθηκαν βλέποντας την παράσταση.

Πώς ισορροπεί ανάμεσα στη μελαγχολία και τη χαρά;
Όπως ο έρωτας. Το πιο αντιφατικό συναίσθημα που μπορούμε να βιώσουμε. Ο έρωτας, ειδικά στην αρχή του, είναι σαν να βρίσκεσαι σε μια διαρκή δίνη, σε ένα roller coaster συναισθημάτων, που την ίδια στιγμή κλαις από ευτυχία και μετά από απόγνωση . Είναι αυτό που λέει το τραγούδι “ ό,τι αρχίζει ωραία τελειώνει με πόνο”. Στις ιστορίες μας παρουσιάζεται όλη η πορεία των σχέσεων των ηρώων. Από την πρώτη σπίθα μέχρι το τέλος. Και αυτό είναι που προκαλεί και τη μετάβαση από τη χαρά στη μελαγχολία και το αντίστροφο. Βλέποντας την παράσταση, μπορείς εύκολα να καταλάβεις ότι οι ιστορίες που σε συγκινούν περισσότερο είναι αυτές που ξεκίνησαν χτίζοντας μια πολύ εύθυμη και κωμική σκηνική συνθήκη. Αντίστοιχα, στις πιο φορτισμένες σκηνές, που σκηνικά συμβαίνει κάτι αρκετά έντονο και σκληρό, όπως ένας βιασμός ή ένας θάνατος, έχω φροντίσει στα κομμάτια που ακολουθούν αμέσως μετά – και περιλαμβάνουν αφηγήσεις για το σύμπαν, γέφυρες στην πραγματικότητα σύνδεσης των ιστοριών – να σπάει τελείως η συνθήκη μεταξύ των ηθοποιών, ώστε να προλαβαίνει να αποφορτιστεί και το κοινό και να μπει στην επόμενη ιστορία, χωρίς το βάρος που του προκάλεσε η προηγούμενη.
Είσαι ρομαντική; Πώς ορίζεις τον ρομαντισμό;
Ρομαντική όχι… Αθεράπευτα ρομαντική, ναι! Και λίγο κυνική πολλές φορές, αλλά λόγω ρομαντισμού. Μεγάλωσα στα 90s, δηλαδή πρακτικά εκπαιδεύτηκα να πιστεύω στον απόλυτο έρωτα. Μεγάλωσα με το The Notebook και το A Walk to Remember και ένα σωρό ακόμα ρομαντικές ταινίες που σου βάζουν την ιδέα ότι κάπου υπάρχει ένας τύπος που θα σε φιλήσει μέσα στη βροχή και θα σου διαβάζει ημερολόγιο στα 80 σου για να θυμηθείς ποια είσαι. Οπότε ναι, πιστεύω σε κάτι μεγάλο και επιζητώ τον ρομαντισμό σε όλα τα πράγματα. Στις σχέσεις, όλες τις σχέσεις, στον τρόπο που προσεγγίζω τους ανθρώπους, στην τέχνη, στη φύση, στο ρίγος που μπορεί να σου προκαλέσει ένα ποίημα του Μπουκάλα για την καρδιά του ήλιου που καίγεται από έρωτα αλλά και ένα ηλιοβασίλεμα στην θάλασσα. Για μένα ρομαντισμός είναι να διαλέγεις τον άλλον συνειδητά. Να τολμάς να ζεις. Να ζεις τον έρωτα κάθε στιγμή. Να μη φεύγεις στην πρώτη δυσκολία. Να μη φεύγεις γιατί φοβάσαι την επαφή σου με το συναίσθημα – το δικό σου και του άλλου. Γιατί ο ρομαντισμός σήμερα θέλει μαγκιά. Απλώς στο background του δεν παίζει ρεμπέτικα, παίζει λίγο soundtrack από το 2004.

Στο μυαλό μου η αστερόσκονη είναι κάτι άπιαστο και ιδεατό. Υπάρχει κάτι άπιαστο και ιδεατό στον πυρήνα της παράστασης;
Δεν ξέρω αν απαντάω ακριβώς σε αυτό, αλλά το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό είναι ότι όλο το έργο, όλη η παράσταση, γράφτηκε για κάτι άπιαστο και ιδεατό. Γράφτηκε μετά από μια ερωτική απογοήτευση. Γράφτηκε για έναν άπιαστο – άρα τελικά ιδεατό – έρωτα, που θα μείνει για πάντα στη σφαίρα του ανεκπλήρωτου. Και ίσως αυτό είναι που τον κάνει τόσο μεγάλο. Ή ίσως τελικά το ίδιο το έργο να έγινε πιο μεγάλο από αυτόν τον έρωτα, γιατί πήρε όλη αυτή την ιδέα του άλλου ανθρώπου που έχτιζα στο μυαλό μου – που μπορεί και να μην είχε και πολλή επαφή με τον πραγματικό άνθρωπο, ξεγυμνωμένο από το εξιδανικευτικό πέπλο παραμόρφωσης που σου δημιουργεί ο έρωτας – και την μεταμόρφωσε σε κάτι που μπορεί να βιωθεί από πολλούς ανθρώπους. Από προσωπικό βίωμα έγινε συνολικό , από ιδεατό πραγματικό και, τελικά, από κρυφό κάψιμο, εξομολόγηση και βαθιά πολιτική και επαναστατική πράξη.



