Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Marieclaire.gr on Google

Θα έμπαινα στον πειρασμό να αγοράσω ακόμη και χαρτοπετσέτες αν είχαν πάνω τους εικόνα της Kate Moss. Πόσο μάλλον ένα εισιτήριο για την έκθεση της Tate Britain, αφιερωμένη στα 90s: τη δεκαετία της οποίας το coolness προσπαθούμε ακόμη να μιμηθούμε ανεπιτυχώς, του grunge και μιας αφιλτράριστης Cool Britannia διάθεσης.

Δεν μεγάλωσα στα 90s, κι όμως σχεδόν πάντα τα είχα στο μυαλό μου ως τη δεκαετία που θα ήθελα να επισκεφθώ αν είχα μια χρονοκάψουλα. Πώς περνούσαν όλοι τόσο καλά; Πώς γίνεται να έμοιαζαν τόσο ελκυστικοί και τόσο χαλαροί; Και, επιτέλους, πώς έπιναν κάθε μέρα αλκόολ παραμένοντας αδύνατοι;

Η έκθεση ονομάζεται «The 90s: Art and Fashion». Η τέχνη, βέβαια, είναι περιορισμένη, ενώ οι εικόνες της Moss είναι λιγότερες απ’ όσες φανταζόμουν, ώστε να με παρασύρουν να αγνοήσω την υπόλοιπη επιμέλεια. Ουσιαστικά, όπως αναφέρεται στην είσοδο, η έκθεση επιχειρεί να μας μεταφέρει το πνεύμα μιας εποχής κατά την οποία η Βρετανία βρισκόταν σε οικονομική και κοινωνική ύφεση. Ωστόσο, καλλιτέχνες, φωτογράφοι και σχεδιαστές πάτησαν πάνω σε αυτή τη συγκυρία, δημιουργώντας εικόνες που παρουσίαζαν το καθημερινό έναντι του φαντασιακού, δίνοντάς του υπόσταση και αξία. Η νεανική ενέργεια και η ατομική πρωτοβουλία, με περιορισμένα μέσα, βρήκαν τον δρόμο τους στις σελίδες των περιοδικών της εποχής, τα οποία τις εξωραΐσαν και τις παρουσίασαν ως αυτό που σήμερα εκλαμβάνουμε σαν αυθεντική ματιά σε θέματα όπως η φιλία, οι σχέσεις, οι κοινωνικές ομάδες και η διασκέδαση.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εικόνα της νεαρής Moss, απαθανατισμένης μέσα από τον φακό της Corinne Day, λίγο αφότου το μοντέλο είχε καβγαδίσει με τον τότε σύντροφό της και έκλαιγε. Η κριτική ήταν πως μια ευάλωτη και προσωπική στιγμή μάλλον δεν θα έπρεπε να αποτελεί τη βάση για ένα οπτικό οικοδόμημα που εκτίθεται σε δημόσια θέα, αλλά ο αντίλογος της Day για την δουλειά της ήταν: «Ήθελα να εισαγάγω μια δόση ρεαλισμού μέσα σε έναν κόσμο φαντασίας».

Instagram.com/@katemossphit

Το πρόβλημα είναι πως η έκθεση μοιάζει να βασίζεται περισσότερο στην αναγνωρισιμότητα των εικόνων παρά στην προσπάθεια να εξηγήσει τι τις έκανε τόσο καθοριστικές -εφόσον, βέβαια υπήρξαν όντως καθοριστικές. Βλέπουμε στιγμιότυπα μιας εποχής, αναγνωρίζουμε πρόσωπα και αισθητικές, αλλά αυτά τα είχαμε προβλέψει από πριν πάμε. Σπάνια καταλαβαίνουμε πώς όλα αυτά συνδέθηκαν μεταξύ τους και διαμόρφωσαν την πολιτιστική ταυτότητα της εποχής.

Η μουσική της δεκαετίας δεν λαμβάνει την ανάλογη προσοχή, παρότι μερικά από τα πιο θρυλικά αγγλικά συγκροτήματα βίωναν τότε την απόλυτη, καθηλωτική επιτυχία τους. Η έμφαση δίνεται κυρίως μέσα από φωτογραφίες από κλαμπ, συναυλίες και δρόμους αργά τη νύχτα, που παρουσιάζουν την ανοιχτή διάθεση του κοινού να πειραματιστεί μουσικά, στιλιστικά και κοινωνικά, προκειμένου να «ζήσει τη ζωή του στο έπακρο». Ωστόσο, είναι σχεδόν παράδοξο να μιλά κανείς για τη βρετανική κουλτούρα των 90s χωρίς να εξετάζει ουσιαστικότερα τη μουσική της. Η Britpop, η έκρηξη της club κουλτούρας, η σχέση μουσικής και μόδας και η διαμόρφωση νέων νεανικών ταυτοτήτων δεν αποτελούσαν απλώς το soundtrack της εποχής, αλλά βασικά στοιχεία της πολιτιστικής της ταυτότητας.

Σημαντική σημείωση είναι πως επιμελητής της έκθεσης ήταν ο Edward Enninful, στιλίστας και συντάκτης μόδας σε κάποια από τα πιο επιδραστικά μέσα. Συνεπώς, είναι λογικό να αισθάνεται μεγαλύτερη άνεση παρουσιάζοντας αποσπάσματα από περιοδικά και επιμένοντας στο κομμάτι της μόδας. Ωστόσο, θα μπορούσε να έχει παραλείψει την υπόσχεση της τέχνης στον τίτλο, αφού αυτή αποτελεί μάλλον υποσημείωση. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι ότι η μόδα καταλαμβάνει περισσότερο χώρο από την τέχνη. Είναι ότι η έκθεση δεν καταφέρνει να αναδείξει ουσιαστικά τη μεταξύ τους σχέση, η οποία άλλωστε υπήρξε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της δεκαετίας. Η μόδα, η φωτογραφία, η μουσική και η σύγχρονη τέχνη δεν λειτουργούσαν σε ξεχωριστά κουτάκια, αλλά συνομιλούσαν μεταξύ τους. Είναι, μάλιστα, κάτι που αναγνωρίζει και η ίδια η εισαγωγή της έκθεσης, χωρίς όμως να καταφέρνει να το αποτυπώσει στην πράξη.

 

View this post on Instagram

 

A post shared by Tate (@tate)


Τα θεατρικά σύνολα του John Galliano, οι πειραματικές δημιουργίες της Vivienne Westwood, αλλά και η σκοτεινή, γκοθ αισθητική του Alexander McQueen μάς επαναφέρουν στο punk πνεύμα της εποχής, αν και εκπροσωπούν περισσότερο την glamorous πλευρά της. Μια πλευρά που μοιάζει να έρχεται σε αντίθεση με την τσαλακωμένη αισθητική που κυριαρχεί στην έκθεση, αλλά και στη φαντασία αρκετών επισκεπτών, οι οποίοι φάνηκαν να εντυπωσιάζονται από τη μαεστρία των κοστουμιών, μακριά από την αναμενόμενη εικόνα του περιβόητου 90s minimalism. Να, ένα σημείο του οποιου η ανάπτυξη θα μπορούσε να έχει δώσει μια πιο απρόσμενη νότα στο όλο εγχείρημα.

Συνεπώς, μια φιλική συμβουλή: η έκθεση είναι μικρή και δεν θα σας κουράσει, μπορεί όμως να σας απογοητεύσει. Μήπως τελικά να μεταφερθούμε σε άλλη δεκαετία;

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below