Η Φροσύνη ήταν μια τολμηρή και αρκετά απελευθερωμένη γυναίκα για την εποχή της. Γεννήθηκε το 1773 στα Γιάννενα. Ήταν γνωστή για την ομορφιά και την καταγωγή της. Ήταν σύζυγος ενός πλούσιου εμπόρου, του Δημητρίου Βασιλείου και ανιψιά του μητροπολίτη Λάρισας και μετέπειτα Ιωαννίνων, Γαβριήλ Γκάγκα. Ο άνδρας της έλειπε συχνά σε ταξίδια στο εξωτερικό και για μεγάλα διαστήματα κι εκείνη συχνά γινόταν αντικείμενο σχολιασμού γιατί εν τη απουσία του συνήθιζε να βγαίνει βόλτες.

Κάποια στιγμή συνδέθηκε ερωτικά με τον γιο του Αλί Πασά, Μουχτάρ. Την ερωτεύτηκε παράφορα αλλά ήταν κι εκείνος παντρεμένος και μάλιστα η σύζυγός του, μην μπορώντας να αντέξει την εξέλιξη, ζήτησε ακρόαση από τον πεθερό της. Ο Αλί Πασάς κινήθηκε άμεσα και ζήτησε να συλληφθεί η Κυρά Φροσύνη -όπως είναι ευρύτερα γνωστή. με πρόφαση την επιβολή της ηθικής και για να μην του χρεώσουν προσωπική ανάμειξη συνέλαβε άλλες 16 γυναίκες με τις ίδιες “κατηγορίες”.

Μελετητές της ιστορίας υποστηρίζουν ότι κι εκείνος ήταν ερωτευμένος με την καλλονή των Ιωαννίνων και δεν μπορούσε να δεχτεί ότι η Φροσύνη έχει σχέση με τον γιο του. Πηγές αναφέρουν ότι ο έρωτας του Αλί Πασά για την ερωμένη του γιου του ήταν γνωστός και την τιμώρησε επειδή τον αρνήθηκε. Μάλιστα, αναφέρεται ότι στην προσπάθειά του να την κερδίσει κάποια στιγμή την απήγαγε και τη μετέφερε στο χαρέμι του, χωρίς όμως να καταφέρει να την κάνει δική του με τη θέλησή της.

Το “όχι” της τον εξόργισε και την καταδίκασε σε θάνατο. Η σκληρή διαταγή του Αλί Πασά πραγματοποιήθηκε το βράδυ της 11ης Ιανουαρίου του 1801. Οι δεσμοφύλακες έδεσαν τις 17 γυναίκες και τις πέταξαν στη λίμνη των Ιωαννίνων.

Η ιστορία της Κυρά Φροσύνης έχει γίνει δημοτικό τραγούδι, κινηματογραφική ταινία, τηλεοπτική σειρά και πηγή έμπνευσης για το θέατρο.

Φροσύνη

Ο Στέφανος Παπατρέχας έγραψε τον ομώνυμο θεατρικό μονόλογο που έκανε έναν επιτυχημένο κύκλο παραστάσεων σε Αθήνα και Βόλο και επιστρέφει από τις 17 Φεβρουαρίου στο θέατρο Άβατον. Τη σκηνοθεσία της “Φροσύνης” συνυπογράφουν ο Λάζαρος Βαρτάνης και ο συγγραφέας του έργου και πρωταγωνιστεί η Σύνθια Μπατσή.

Η ιστορία κινείται ως εξής: Μία γυναίκα ηθοποιός καλείται, στο πλαίσιο ενός αυτοσχεδιασμού, να ετοιμάσει ένα μονόλογο πάνω στην Κυρα Φροσύνη. Ψάχνοντας πληροφορίες και υλικό για εκείνη, βρίσκει πράγματα που τη γοητεύουν, την προκαλούν. Δοκιμάζει ρούχα, στάσεις, φωνές, αυτοσχεδιάζει πάνω στην τελευταία νύχτα της Φροσύνης, πάνω στη ζωή, το γάμο, τα παιδιά της, τον έρωτά της για τον γιο του Αλί Πασά, Μουχτάρ, τις απαιτήσεις των άλλων για εκείνη, τις απαιτήσεις του έρωτά της για εκείνον. Πια δεν είναι η ηθοποιός, δεν είναι η Φροσύνη. Είναι μια γυναίκα δέσμια των επιθυμιών τόσο των γύρω της, όσο και των δικών της. Μια γυναίκα που της μέλλεται να πνιγεί, να μείνει στη μνήμη όλων ως αυτό που οι άλλοι κατάλαβαν για εκείνη, αφήνοντας ξεχασμένο το πραγματικό της πρόσωπο.

Πασού

Μία ημέρα μετά τη “Φροσύνη”, στις 18 Φεβρουαρίου, κάνει πρεμιέρα στο ίδιο θέατρο το νέο έργο του Στέφανου Παπατρέχα με τίτλο “Πασού”. Πρόκειται με έναν τρόπο για τη συνέχεια της ιστορίας. Το θύμα δίνει τη σκυτάλη στο θύτη. Η ηθική αυτουργός του θανάτου της Κυρα Φροσύνης, ζωντανεύει για να πει την ιστορία από μία εντελώς άλλη οπτική. Τη σκηνοθεσία του μονολόγου συνυπογράφουν και πάλι ο Λάζαρος Βαρτάνης και ο συγγραφέας του έργου. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο συναντάμε και στο δεύτερο έργο την Σύνθια Μπατσή.

Στην περίληψη της “Πασού” αναφέρεται: Την επόμενη νύχτα, η ίδια ηθοποιός καλείται να αυτοσχεδιάσει πάνω στην Πασού, την απατημένη σύζυγο του Μουχτάρ – ηθική αυτουργό του πνιγμού της Φροσύνης και άλλων 16 γυναικών στη λίμνη των Ιωαννίνων. Ψάχνει ό,τι υλικό υπάρχει για εκείνη. Συνομιλεί με όλα τα πρόσωπα της ζωής της και μέσα από τη ζήλια, το μίσος, την απόρριψη, αντιμέτωπη συνεχώς με το φάντασμα της Φροσύνης, φτάνει στο χείλος του γκρεμού της. Τι ωθεί μια γυναίκα στην απόγνωση; Τι την οδηγεί να πνίξει 17 γυναίκες σε μια λίμνη; Τι σκέφτεται; Πόσο ελεύθερη είναι μια πριγκίπισσα; Τι αισθάνεται; Ποια είναι; Ποια είναι τελικά η «Πασού»;

Spoiler alert: Στην πρώτη παράσταση ακούγεται η φωνή του Αιμίλιου Χειλάκη και στη δεύτερη η φωνή της Λυδίας Φωτοπούλου.