Αν στον πυρήνα κάθε ανθρώπου υπάρχουν κάποια χαρακτηριστικά που παραμένουν αναλλοίωτα μέσα στον χρόνο, η Αναστασία Δεληγιάννη είναι ακόμα εκείνο το χαρισματικό κορίτσι με θάρρος, ευφυΐα, ευφράδεια και αγάπη για τις τέχνες, που ξεχώριζε ήδη από το γυμνάσιο όπου τη γνώρισα. Θα περίμενε κάποιος να μην ακολουθήσει διαδρομές ζωής που της υποδεικνύονται αλλά να τις χαράξει η ίδια, με τις όποιες δυσκολίες και απογοητεύσεις, όπως και έγινε. Μεγάλωσε στην Αθήνα, σπούδασε ψυχολογία στην Πάντειο, αλλά συνέχισε με μεταπτυχιακό στο Παρίσι, στο ψυχόδραμα. Εκεί ξεκίνησε μια σχέση ζωής με το έργο του Σάμιουελ Μπέκετ, που επισημοποιήθηκε με το διδακτορικό της «Το παιδί στον Μπέκετ».

Στο μεταξύ άρχισε να ασχολείται πιο συστηματικά και με την άλλη αγάπη της, τη φωτογραφία, να εμβαθύνει στην τέχνη μέσα από φοιτητικές ομάδες στη Γαλλία και να μπαινοβγαίνει σε σκοτεινούς θαλάμους. Ό,τι σχετικό έπεφτε στα χέρια της δεν το διάβαζε απλώς, το ξεκοκάλιζε. Και μετά έπαιρνε την κάμερά της, έβγαινε στους δρόμους και φωτογράφιζε ό,τι τραβούσε την προσοχή της.

Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, βρέθηκε να ζει για ένα διάστημα στην Ορεστιάδα, για ένα «πρόγραμμα εκπαίδευσης μουσουλμανοπαίδων» του ΑΠΘ, όπου συμμετείχε ως ερευνήτρια. Τα χρήματα ήταν καλά, όπως θυμάται, αλλά άργησαν απελπιστικά να αρχίσουν να μπαίνουν στον λογαριασμό της. Στο μεταξύ, «με ζούσαν οι Ρομά, δίνοντάς μου φαγητό και στέγη». Η Αναστασία επιδίωξε, και τα κατάφερε όπως λέει, να μπει στον πληθυσμό που έπρεπε να μελετήσει, «για να καταγράψω τις ανάγκες τους και να γίνει το εκπαιδευτικό σύστημα στα σχολεία της περιοχής πιο συμπεριληπτικό». Παρόλο που «όχι εκατό, ούτε χίλια χρόνια δεν θα έφταναν γι’ αυτό», προσπάθησε να κάνει τη δουλειά της όσο καλύτερα μπορούσε, και σαν χρέος της προς εκείνους τους ανθρώπους, που διαπίστωσε από πρώτο χέρι ότι ζουν στις εσχατιές της ελληνικής επικρατείας ξεχασμένοι, από την εποχή της Συνθήκης της Λωζάνης, με «τρομερά ποσοστά διαρροής των παιδιών από την εκπαίδευση».

Επιδίωξε να κάνει «καθαρή εθνογραφική έρευνα», κερδίζοντας την εμπιστοσύνη των οικογενειών. Αναζητώντας τις ρίζες των γενεολογικών δέντρων τους, ταξίδεψε «σε όλη την Τουρκία και τα Βαλκάνια, στα χωριά από τα οποία είχαν έρθει πριν από εκατό χρόνια, φτάνοντας μέχρι τη λίμνη Βαν (Τουρκία) με καμήλα».

ΔΕΘ – HELEXPO. Photo: Αναστασία Δεληγιάννη

Το τέλος της έρευνάς της για το ΑΠΘ συνέπεσε με εκείνο των 10s. Η Θεσσαλονίκη τότε, επί δημαρχίας Μπουτάρη (ενός ηγέτη για τον οποίο εκφράζει την εκτίμησή της, αν και δεν ταυτίστηκε ποτέ πολιτικά μαζί του όπως επισημαίνει), ήταν «μετά την κρίση της δεκαετίας, μια εξαιρετική εναλλακτική περίπτωση πόλης». Γοητευμένη από τη μείξη των βαλκανικών πολιτισμών με το εβραϊκό παρελθόν, και ενός στοιχειώδους έστω επιπέδου «κοσμοπολιτισμού» που θεωρούσε απαραίτητο, ειδικά μετά την εμπειρία της από το Παρίσι, μετακόμισε σε μια «τρύπα» με αυλή στην Άνω Πόλη με το τσοπανόσκυλό της, Λεόν.

Ο αγαπημένος της Λεόν έφυγε από τη ζωή το 2019, την περίοδο που η Αναστασία υποδέχτηκε τις εκδόσεις της, Oblik Editions – όπου «Oblik», «στις λατινογενείς γλώσσες ο λοξός, στις σλαβογενείς ο τύπος, η φόρμα, οπότε είναι η “λοξή φόρμα” με έναν τρόπο». Κίνητρο για τη δημιουργία τους, να εκδώσει το υλικό που είχε συγκεντρώσει όλα τα προηγούμενα χρόνια, και που συνέχιζε να συγκεντρώνει. Σε τρία βασικά corpus: για τον Μπέκετ, τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς του Έβρου και τις φωτογραφίες της. Μπήκε όμως στον εκδοτικό κόσμο με έργα άλλων δημιουργών, συχνά από περιοχές του πλανήτη που φημίζονται περισσότερο για την ταραχώδη ιστορία παρά για τη βιβλιοπαραγωγή τους, όπως η Συρία ή η Παλαιστίνη, με έμφαση στην πολιτική λογοτεχνία και στον συνδυασμό πολιτικής και αισθητικής – από πιο διακριτικές συμπράξεις τους, όπως το κομψό εξώφυλλο μιας συλλογής διηγημάτων, μέχρι τις πιο ξεκάθαρες, για παράδειγμα κόμικς με πολιτικό περιεχόμενο.

Επιδίωξε να κάνει «καθαρή εθνογραφική έρευνα», κερδίζοντας την εμπιστοσύνη των οικογενειών. Αναζητώντας τις ρίζες των γενεολογικών δέντρων τους, ταξίδεψε «σε όλη την Τουρκία και τα Βαλκάνια, στα χωριά από τα οποία είχαν έρθει πριν από εκατό χρόνια, φτάνοντας μέχρι τη λίμνη Βαν (Τουρκία) με καμήλα».

Στο μεταξύ την ίδια χρονιά, αξιοποιώντας ένα πρόγραμμα του ΟΑΕΔ για νέες επιχειρήσεις γυναικών, άνοιξε το πρώτο της βιβλιοπωλείο, επιλέγοντας σκόπιμα το Καπάνι, με το σκεπτικό ότι ακόμα και κάποιος που δεν διαβάζει βιβλία «θα περνούσε από την αγορά να αγοράσει ψάρια και θα έβλεπε μια βιτρίνα με εξαιρετικά βιβλία – στην αρχή ήθελα απλώς να τη δει».

Η ιδέα ότι θα δημιουργούσε νέους αναγνώστες στο Καπάνι αποδείχθηκε, εκ των υστέρων, «πάρα πολύ ρομαντική». Όσοι έμπαιναν στον όμορφο χώρο που έφτιαξε έβγαζαν φωτογραφίες και έφευγαν, ειδικά οι μικρότερες ηλικίες. «Έφερα φανζίν από όλη την Ελλάδα και τον κόσμο, πράγματα που δεν είχε ξαναφέρει κανένας, διοργάνωσα βραδιές. Ακόμα και η απόφασή μου να το κάνω σημείο διανομής για πανεπιστημιακά συγγράμματα, για να έρχονται φοιτητές μήπως κάναμε καμία κουβέντα, ήταν τεράστιος επιπλέον κόπος».

Photo: Αναστασία Δεληγιάννη

Το πρώτο μεγάλο χτύπημα ήρθε το καλοκαίρι του 2022, όταν «βγάζαμε το πρώτο μας βιβλίο ως Oblik». Η Αναστασία ένιωθε πολύ «περήφανη» που οι εκδόσεις θα συστήνονταν στο κοινό με το «Φόβος μέσα σ’ ένα απέραντο χωράφι», «του εξαιρετικού Σύριου διηγηματογράφου Μούσταφα Ταζ αλ-Ντιν αλ-Μούσα». Ενώ «όλοι μου λέγανε ότι τυπώνουν στην Αθήνα», εκείνη βρήκε ένα τυπογραφείο στο «Ωραιόκαστρο. Το είχαν ανοίξει νέα παιδιά, με μηχανές ψηφιακής εκτύπωσης η οποία όμως είναι σαν παραδοσιακή». Καθώς άρχισε λοιπόν να πηγαινοέρχεται στο Ωραιόκαστρο, μέσα στην κάψα του καλοκαιριού με τις συγκοινωνίες, «γιατί δεν έχω δικό μου μεταφορικό μέσο», ο ιδιοκτήτης του ακινήτου στο Καπάνι τής ανακοίνωσε τον πολλαπλασιασμό του ενοικίου που πλήρωνε, οπότε έπρεπε, επιπλέον, να βρει νέα στέγη για το βιβλιοπωλείο.

«Λέω, ωραία, μετά την οθωμανική Θεσσαλονίκη (Καπάνι), ποιος είναι ο επόμενος σταθμός; Ο Μεσοπόλεμος και ο Μοντερνισμός. Και βρίσκω μετά από πολύ ψάξιμο πάνω στην Εγνατία, που είναι ο χειρότερος δρόμος που έχω δει στη ζωή μου, μια μεγάλη λεωφόρος με κλειστά, σπασμένα και βρόμικα μαγαζιά και χουντικοπολυκατοικίες, ένα παλιό κτίριο σε στυλ Bauhaus. Εκεί κοντά θα γινόταν και το μετρό, όπως κι έγινε, στην Αγία Σοφία».

«Λέω, ωραία, μετά την οθωμανική Θεσσαλονίκη (Καπάνι), ποιος είναι ο επόμενος σταθμός; Ο Μεσοπόλεμος και ο Μοντερνισμός. Και βρίσκω μετά από πολύ ψάξιμο πάνω στην Εγνατία, που είναι ο χειρότερος δρόμος που έχω δει στη ζωή μου, μια μεγάλη λεωφόρος με κλειστά, σπασμένα και βρόμικα μαγαζιά και χουντικοπολυκατοικίες, ένα παλιό κτίριο σε στυλ Bauhaus».

Το ενοίκιο ήταν λίγο πιο ακριβό από το αρχικό στο Καπάνι, αλλά όχι απαγορευτικά ακριβό. Και «πάρα πολύ όμορφο». Μέχρι που ανακάλυψε με επώδυνο τρόπο ότι στον χώρο δεν είχαν γίνει οι απαραίτητες εργασίες συντήρησης για να μην καταρρεύσει, κυριολεκτικά. «Άρχισαν να μπαίνουν νερά στην αποθήκη των βιβλίων και έγινε τεράστια καταστροφή». Μετέφερε το βιβλιοπωλείο της σε έναν τρίτο, μικροσκοπικό χώρο, που έμελλε να είναι ο τελευταίος. Το μαγαζί έκλεισε οριστικά πριν από περίπου έναν χρόνο, με την ολοκλήρωση του προγράμματος του ΟΑΕΔ. Δεν είχε καν διάθεση να μοιραστεί την είδηση στα social media. Δεν άντεχε τις εκφράσεις αλληλεγγύης από ανθρώπους που όσο λειτουργούσε ίσως να μην είχαν πατήσει ποτέ το πόδι τους μέσα.

Δεν ήταν μόνο οι οικονομικές δυσκολίες αλλά, κυρίως, η διάψευση της ιδέας που είχε για το τι σημαίνει να έχεις το δικό σου, μικρό βιβλιοπωλείο χωρίς συμβιβασμούς – ή τουλάχιστον με όσο το δυνατόν λιγότερους. «Ξυπνούσα κάθε πρωί, ήμουν με το χαμόγελο, είχα παραγγείλει “δύσκολα” βιβλία. Έπρεπε να τα πουλήσω για να πληρώσω το νοίκι μου έτσι ώστε σε δύο, τρία χρόνια να αρχίσω να εκδίδω και τα τρία corpus που είχα πανέτοιμα εδώ και δέκα χρόνια. Να μην αργήσω πάρα πολύ, γιατί οι έρευνες έχουν και μια επικαιρότητα».

«Ξυπνούσα κάθε πρωί, ήμουν με το χαμόγελο, είχα παραγγείλει “δύσκολα” βιβλία. Έπρεπε να τα πουλήσω για να πληρώσω και το νοίκι μου έτσι ώστε σε δύο, τρία χρόνια να αρχίσω να εκδίδω και τα τρία corpus που είχα πανέτοιμα εδώ και δέκα χρόνια. Να μην αργήσω πάρα πολύ, γιατί οι έρευνες έχουν και μια επικαιρότητα».

Πολλοί έμπαιναν στο βιβλιοπωλείο με ερωτήσεις αλλά «κανένα πραγματικό ενδιαφέρον» για το βιβλίο: «Έχετε την Παλαιά Διαθήκη; Καρφιά πουλάτε; Μα τα βιβλιοπωλεία πουλάνε και πινέζες και καρφιά. Όχι; Φωτοτυπίες βγάζετε; Ο απέναντι έχει κι εκείνο, εσείς γιατί δεν το έχετε; Όσο περίεργο κι αν φαίνεται, είναι πολύ διαφορετικός ο κόσμος αυτών που φτιάχνουν βιβλία από εκείνον που έρχεται στο μαγαζί για να καταναλώσει. Τα βιβλιοπωλεία είναι, ίσως, από τους χώρους στην Ελλάδα, τους πολιτιστικούς που γίνονται και εμπορικοί, που έχουν τόσο έντονα αυτή την ιδιαιτερότητα: να είναι τόσο απομακρυσμένοι οι δημιουργοί και οι παραγωγοί από τους καταναλωτές».

Παλαιότερη φωτογραφία από περίπτερο των εκδόσεων στη ΔΕΒΘ. Photo: Αναστασία Δεληγιάννη

Το φύλο της δεν διευκόλυνε τα πράγματα, πιστεύει. Συνέβαινε συχνά να μπαίνει στον χώρο ένας άντρας χωρίς ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία αλλά με σκοπό «να κατακτήσει το “έξυπνο, διαβασμένο” θηλυκό που είναι επιχειρηματίας και σχετικά νέα για όλα αυτά που έχει κάνει. Να μιλάω για βιβλία και ο άλλος να μη με αντιμετωπίζει ισότιμα. Να είναι [σε φάση], ωραία, τα είπαμε αυτά. Τι κάνεις το βράδυ; Ή, μήπως χρειάζεσαι κάποια βοήθεια; Δεν μιλούσαμε για βιβλία. Δεν μιλούσαμε για Μπέκετ. Δεν μιλούσαμε για μεταφράσεις. Δεν μιλούσαμε για αυτά στα οποία είμαι καλή και για τα οποία άνοιξα τον εκδοτικό και το βιβλιοπωλείο, αλλά για οτιδήποτε άλλο».

Ακόμα και ο χώρος του βιβλίου, πιστεύει, παραμένει πατριαρχικός στη χώρα μας. «Ενώ έχει πάρα πολλές γυναίκες, συνήθως δεν είναι οι εκδότριες αλλά απασχολούνται ως επιμελήτριες, διορθώτριες και μεταφράστριες». Παρόλο που «προσπαθούν πάρα πολύ οι γυναίκες στην Ελλάδα. Τόσο πολύ, που τελικά τούς γυρίζει μπούμερανγκ» προκειμένου να «φανούν» και «ακόμα και αν ένα έργο είναι καλό ανεξάρτητα από το φύλο, να χάνουν το κοινό που θα ήταν θετικά προσκείμενο». Η Αναστασία θεωρεί παγίδα την ευνοϊκότερη μεταχείριση μιας γυναίκας λόγω του φύλου της – παρόλο που άλλοι υποστηρίζουν ότι είναι θεμιτή αν πρέπει να αντισταθμίσει αιώνες ανισότητας. «Δεν μου λέει κάτι το “μαζευόμαστε δεκαπέντε ποιήτριες” ή “η γυναικεία φωτογραφική ματιά”. Δεν υπάρχει γυναικεία και αντρική ματιά. Αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο να το εξηγήσεις και να μη σε κατηγορήσουν, ας πούμε, ότι είσαι αντιφεμινίστρια. Δεν θα προσπαθήσω λοιπόν ως καινούργια εκδότρια να βγάλω πολλές γυναίκες. Αλλά δεν με κάνει λιγότερο φεμινίστρια το ότι από τα 22 βιβλία μας, τα δύο είναι από γυναίκες».

«Δεν μου λέει κάτι το “μαζευόμαστε δεκαπέντε ποιήτριες” ή “η γυναικεία φωτογραφική ματιά”. Δεν υπάρχει γυναικεία και αντρική ματιά. Αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο να το εξηγήσεις και να μη σε κατηγορήσουν, ας πούμε, ότι είσαι αντιφεμινίστρια».

Η μια συγγραφέας είναι η Αντέλα Φερνάντεζ, «μια εξαιρετική Μεξικάνα λογοτέχνης, το αντίστοιχο της Φρίντα Κάλο στα γράμματα. Με όλη αυτή την κουλτούρα της Λατινικής Αμερικής, της σουρεαλιστικής λογοτεχνίας και της επανάστασης. Τη Φρίντα Κάλο την έχουμε κάνει ακόμα και σερβιετάκι. Αλλά τι γίνεται αν ρωτήσεις κάποιον αν την ίδια περίοδο, στο Μεξικό, στην Αργεντινή, στην Κολομβία, έγραφε καμία γυναίκα;».

Photo: Αναστασία Δεληγιάννη

Η δεύτερη συγγραφέας είναι η Βιρτζίνια Γουλφ. Πέρα από τα κλασικά μεταφρασμένα έργα της, η Αναστασία βρήκε στο Λονδίνο υλικό της «που δεν έχει κυκλοφορήσει ποτέ στην Ελλάδα αλλά εξηγεί όλα τα υπόλοιπα βιβλία». Το ίδιο επιδιώκει να κάνει και με τον Μπέκετ, με το υλικό που έχει ξετρυπώσει στα ταξίδια της «στις βιβλιοθήκες, στα αρχεία και στα συνέδρια για τον Μπέκετ. Τον Μάιο θα πάω να μιλήσω στο ετήσιο συνέδριο του Μπέκετ στην Αμβέρσα, να παρουσιάσω τα τρία τελευταία βιβλία του που βγάλαμε, που είναι σαν μια τριλογία πριν από την επίσημη τριλογία του την οποία ξέρει ο πολύς κόσμος. Αυτός ο ανεξήγητος, σκοτεινός και δεν ξέρω τι άλλο Μπέκετ είναι μια χαρά αν δεν διαβάσεις μόνο αυτά που διαβάζουν όλοι». Ο επόμενος στόχος της τώρα είναι ποσοτικός, πέρα από τους ποιοτικούς που δεν σταματά ποτέ να θέτει: να κυκλοφορεί «ένα βιβλίο τον μήνα. Μέχρι τώρα, κατάφερνα να βγάζω περίπου έξι τον χρόνο, που με όλα αυτά που σου περιέγραψα ήταν ένας άθλος».

Την κινητοποιεί «να κάνω πράγματα για πρώτη φορά, που κάποιος θα έλεγε ότι τα κάνεις μόνο με τον ενθουσιασμό του ερωτευμένου εφήβου. Ξέρω πώς θα έκανα καλύτερες πωλήσεις, αλλά και τι θα έχανα αν τις έκανα με αυτό τον τρόπο, οπότε εμπορικά η κατάσταση είναι οριακή, ίσα για να πληρώνονται οι συνεργάτες και το νοίκι. Θα γελάσεις αν δεις πώς κάνω τα ταξίδια όπου δεν μου καλύπτει κάποιος τα έξοδα: με low budget εταιρείες, να βάζω βιβλία στο παλτό και στα μαλλιά μου για να τα μεταφέρω σε κάτι hostel, 15 χιλιόμετρα από το τελευταίο προάστιο, να παρουσιαστώ στη συνάντηση που έχω με τον τάδε μεγαλοεκδότη, για να δώσει σε εμένα το βιβλίο – και μου το δίνει, τελικά.

Την κινητοποιεί «να κάνω πράγματα για πρώτη φορά, που κάποιος θα έλεγε ότι τα κάνεις μόνο με τον ενθουσιασμό του ερωτευμένου εφήβου. Ξέρω πώς θα έκανα καλύτερες πωλήσεις, αλλά και τι θα έχανα αν τις έκανα με αυτό τον τρόπο, οπότε εμπορικά η κατάσταση είναι οριακή, ίσα για να πληρώνονται οι συνεργάτες και το νοίκι».

»Θα ήθελα σχετικά σύντομα να ηρεμήσω σε σχέση με αυτό. Άλλο είναι το να μεγαλώνεις από τα σαράντα στα πενήντα, άλλο από τα τριάντα στα σαράντα, με κάθε χρόνο που περνάει μεγαλώνεις πιο πολύ από ό,τι μεγάλωνες πριν. Λεφτά δεν θα βγάλω, αυτό το έχω έτσι κι αλλιώς αποκλείσει, αλλά θέλω να ανταμειφθώ με μια ζωή βαθιά και ενδιαφέρουσα. Ήδη σε κάποιες φάσεις, στη Βενετία ας πούμε, που έχω καθίσει κλαμένη και πιωμένη, με φίλους ή μόνη μου, έχω νιώσει πολύ ελεύθερη και πολύ όμορφα».

Παλαιότερη φωτογραφία από το βιβλιοπωλείο της. Photo: Αναστασία Δεληγιάννη

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below